Μέσα στη λάβρα του μεσημεριού σε μια μάντρα
Στέκουν απομεινάρια από μοτοσικλέτες
στραπατσαρισμένα φορτηγά και βαν
Οι γερανοί συνέχεια ξεφορτώνουν κι άλλα
Ολοένα κι άλλα ...
Έναν μεγάλο όχλο από ρόδες
πάνω στον ανθό των γηρατειών τους
Κι έχουν αυτά τα παλιοσίδερα
μια φλύαρη βουβαμάρα
Σου κοκκαλώνουνε το σάλιο μες στο στόμα
Σε παγώνουν
Πρώην λιμουζίνες, τρίκυκλα, ταξί
Μια μάζα από χιλιόμετρα που κείτονται νεκρά
Χωρίς να ξαναγίνουνε ποτέ ταξίδι
Και κάπου κάπου ακούγονται τριξίματα
Σα να συνωμοτούν οι λαμαρίνες μεταξύ τους
ή να κλαίνε για το πλιάτσικο
που γίνεται στον θάνατο τους
από γυρολόγους μεταχειρισμένων ανταλλακτικών