όταν μιλάς με τη φωνή των δένδρων
να μαντέψω
μέχρι που απλώνονται οι ρίζες σου
Μένω μονάχα στον κορμό
ή το πολύ σε κόβω εγκάρσια
και διαβάζω
κύκλους επί κύκλων
δαχτυλίδια χρόνων
την προιστορία μιας σχέσης πεθαμένης
Κώστας Τσιαχρής
Αδύνατον όταν μιλάς με τη φωνή των δένδρων να μαντέψω μέχρι που απλώνονται οι ρίζες σου Μένω μονάχα στον κορμό ή το πολύ σε κόβω εγ...
όταν μιλάς με τη φωνή των δένδρων
να μαντέψω
μέχρι που απλώνονται οι ρίζες σου
Μένω μονάχα στον κορμό
ή το πολύ σε κόβω εγκάρσια
και διαβάζω
κύκλους επί κύκλων
δαχτυλίδια χρόνων
την προιστορία μιας σχέσης πεθαμένης
Κώστας Τσιαχρής
Ένα όνομα πεσμένο
από κάποιο παντελόνι
Άπλυτο καταζητούμενο
Με τρία εντάλματα στην πλάτη του
Και βήματα
Χιλιάδες βήματα περαστικών
Λαμποκοπάει χάμω
Στην πλατεία Ασωμάτων
Κάτω από τη μύτη των οργάνων
Κάτω από τις τερατώδεις κάμερες
Και τα ευαίσθητα συστήματα ασφαλείας
Κάποιοι - βολεμένοι ανώνυμοι - το προσπερνούν
ή το πολύ χαζεύουν
με την αντοχή του στο χαλάζι
και τους στίχους του Ρασούλη
που βροντοκοπούν με δύναμη
στα χείλη ενός πλανόδιου καλλιτέχνη
Πάνω στη ρωγμή του χρόνου
Ελάχιστοι από περιέργεια σκύβουν
Το σηκώνουν -το ξαναπετούν
Χαμένος χρόνος
Ανυπόφορο το βάρος
και η φρίκη να ανατρέφεις
απ' τα γεννοφάσκια του ένα όνομα
που δεν ανήκει
δεν αναγνωρίζεται
δεν έχει χαρακιές στο μπράτσο ή στα στήθη
Μήτε φυλαχτό
Και που να μπλέκεις
Με ανακρίσεις και με κλήσεις
και με διωκτικές αρχές
Ω είναι τόσο ανακουφιστική
και τόσο ξέγνοιαστη η προσφώνηση "Κανένας"
Κ.Τσιαχρής
Ομίχλη.
Κανείς δεν αντικρίζει τον άλλον κατάματα.
Ανεξέλεγκτη σιωπή·
μέσα τους η οδύνη κοχλάζει.
Θολά βλέμματα.
Η αλήθεια εξαφανίστηκε στο σκοτάδι.
Όνειρα έγιναν αποκαΐδια πάνω στις ράγες.
Οι λέξεις ξεψυχούν στα χείλη.
Μια χαροκαμένη μάνα
αγγίζει το άψυχο σώμα του παιδιού της.
Βλέπει απόκοσμες σκιές,
ανθρώπους να λυγίζουν.
Οι κραυγές θεριεύουν·
επίμονο βουητό στα αυτιά.
Μία φωνή ψιθύρισε:
«Πέθανε κι εκείνος».
Κρύος ιδρώτας έλουσε το μέτωπο.
Ένα αγκάθι ρίζωσε βαθιά στον λαιμό.
Βουβός σπαραγμός.
Πένθιμο πέπλο σκέπασε τις κόρες των ματιών.
Φλόγες τύλιξαν το πρόσωπο.
Πύρινα δάκρυα πότισαν το χώμα.
Η απώλεια...
Αδυσώπητη,
Αβάσταχτη,
Αιώνια.
Η πληγή παραμένει νωπή,
μια αγέφυρωτη ρωγμή στην ψυχή.
Το οξυγόνο στέρεψε.
Η ελπίδα πνίγηκε στον καπνό.
Η σπίθα στα μάτια
των ταξιδιωτών του χειμώνα έσβησε.
Η δικαίωση βυθίζεται στο λυκόφως.
Το μέλλον,
Μια απέραντη έρημος από στάχτες.
Γιατί πρέπει να δίνεται χώρος και στα νέα παιδιά που εκφράζουν τις αγωνίες τους μέσω της ποίησης, ακριβώς τη στιγμή που ο λόγος τους αρχίζει να βγαίνει από το κέλυφός του και να αναζητεί το δρόμο του προς το πέταγμα.Κι όσο δεν είναι εύκολος αυτός ο δρόμος και για κάποιους που πετάνε χρόνια κι εξακολουθούν να μπλέκονται τα φτερά τους σε συρματοπλέγματα, σε κλαδιά δέντρων ή σε σύννεφα και να μην παίρνουν είδηση οι άλλοι το μοναχικό τους πέταγμα (γιατί δε σου αφήνουν εύκολα μια θέση στα περίοπτα κλαδιά τους τα άλλα φτερωτά συντρόφια) , άλλο τόσο είναι δύσκολο για τα νέα παιδιά να βρουν ένα φιλόξενο δέντρο που θα τους βοηθήσει να δοκιμάσουν τα φτερά τους.
Κώστας Τσιαχρής
Ο Χρήστος Παπαδόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα, όπου ζει. Η ενασχόλησή του με την ποίηση και την πεζογραφία ξεκίνησε συστηματικά από την ηλικία των δώδεκα ετών, καλλιεργώντας έκτοτε μια ιδιαίτερη αγάπη για τον λόγο και τη νεοελληνική γραμματεία. Το δημιουργικό του έργο επεκτείνεται στη συγγραφή θεατρικών έργων και δοκιμίων. Στην ηλικία των 19 ετών, η γραφή του εστιάζει πλέον στη σκιαγράφηση σύγχρονων κοινωνικών ζητημάτων, επιδιώκοντας την ανάδειξη των βαθύτερων συναισθηματικών πτυχών της ανθρώπινης ψυχής. (Από την έκδοση της ανθολογίας "Ποιητικοί ψίθυροι καρδιάς " Εκδόσεις Ηλιαχτίδα)
Ἠέλιος μὲν γὰρ ἔλαχεν πόνον ἤματα πάντα,
οὐδέ ποτ᾽ ἄμπαυσις γίνεται οὐδεμία
ἵπποισίν τε καὶ αὐτῶι, ἐπεὶ ῥοδοδάκτυλος Ἠὼς
Ὠκεανὸν προλιποῦσ᾽ οὐρανὸν εἰσαναβῆι.
τὸν μὲν γὰρ διὰ κῦμα φέρει πολυήρατος εὐνή,
ποικίλη, Ἡφαίστου χερσὶν ἐληλαμένη,
χρυσοῦ τιμήεντος, ὑπόπτερος, ἄκρον ἐφ᾽ ὕδωρ
εὕδονθ᾽ ἁρπαλέως χώρου ἀφ᾽ Ἑσπερίδων
γαῖαν ἐς Αἰθιόπων, ἵνα δὴ θοὸν ἅρμα καὶ ἵπποι
ἑστᾶσ᾽, ὄφρ᾽ Ἠὼς ἠριγένεια μόληι·
ἔνθ᾽ ἐπέβη ἑτέρων ὀχέων Ὑπερίονος υἱός.
.....,.........................................................................
Του ήλιου η κάθε μέρα βάσανο
Ανάπαυση δε χαίρονται καμιά
αυτός και τ' άλογα του
Μόλις αφήνει η ροδοχέρα Αυγή
το πέλαγο
κι αρχίζει το σκαρφάλωμα στα ουράνια
Αυτόν πάνω στα κύματα
κρεβάτι πολυπόθητο λικνίζει
Πλουμιστό
Που με τα χέρια του το σκάλισε ο Ήφαιστος
από χρυσάφι ατόφιο
Από κάτω φτερωτό
Και πλάι στο νερό λουφάζει
από τη ζηλεμένη γη των Εσπερίδων
ως τα μέρη της Αιθιοπίας
Εκεί που τ' άλογα και το γοργό του αμάξι
ξαποσταίνουν
Ώσπου να φτάσει η νεογέννητη Αυγή
Και σ' άλλο πια ν' ανέβει αμάξι
ο γιος του Υπερίωνα
Κ. Τσιαχρής
Συγύρισε τα πάντα
Πρώτα τους σοβάδες
Ύστερα τα ετοιμόρροπα πορτρέτα
Τελευταίο τον μπουφέ με τ' ασημένια κηροπήγια
Που έμοιαζαν με τέρατα
όπως καθρεφτίζονταν στον τοίχο
Όλα πια ανέδιδαν
την πάστρα ενός προσώπου
που ξεμπερδεψε με τους λογαριασμούς του
Κι ήσυχα ακουμπισμένος
στη γλυκιά αλαζονεία
Συλλογίζονταν τα λάφυρα
ενός πολέμου κερδισμένου
με τις πλάτες άλλων.
Εαυτών βαθιά κρυμμένων
στα καλύτερα κομμάτια του μυαλού του
Χτύπησε η πόρτα
"Τόσο γρήγορα; Δε σας περίμενα
Μα ούτε ένα προμήνυμα ;
Μια αόριστη υπόσχεση ότι έρχεται το τέλος;"
Ο άλλος χαμογέλασε
"Βιαστειτε.Η βάρκα περιμένει .
Δύσκολος καιρός για χρέη
σε δεύτερες ζωές.
Μην αμελήσετε την πληρωμή.
Το νόμισμα"
Και κοίταζε με νόημα
μια τη σπάθα
μια τους άλλους επιβάτες
Που συγύριζαν μιαν άδεια θέση
στη σκοτεινιασμένη βάρκα
Κ. Τσιαχρής
Ζω κάτω από μία μπουγάδα
που στάζει μονότονα
απ' το διαμέρισμα του τρίτου
Κάτω απ' την παχιά αιθαλομίχλη
και τα κομματάκια ορίζοντα
ανάμεσα στις πολυκατοικίες
και τις φωνές γειτόνων
Μέσα σε μια τσιμεντένια θλίψη
Μεταξύ Φαβιέρου και πλατείας Βάθη
Ένα επώνυμο που ψάχνει συντροφιά
χτυπώντας τα ξένα κουδούνια
ή μερικές φορές ελπίζοντας
ότι τα περιστέρια στο μπαλκόνι μου
θα μεταφέρουν ίλιγγο
από τα φτερά τους
στη ζωή μου
-Τι θέλετε; ....δε σας ακούω.
Ποιος σας έδωσε το θάρρος
να χτυπάτε δίχως άδεια ξένες ησυχίες;
Α μη χτυπάτε τις καρδιές τα μεσημέρια
Μη παρακαλώ
Μη χτυπάτε στα κουδούνια ονόματα
που υποφέρουν από αμνησία
Κανένας ένοχος για τη δική σας ερημιά
δεν κρύβει το μαχαίρι του
κάτω από ένα επώνυμο
Κι αλίμονο σβήστε για τα καλά
Σκουπίστε ολότελα απ' τα χέρια σας
τ' απομεινάρια ή τα ψεύτικα χτυπήματα φτερών
Κ. Τσιαχρής
Σαν κοίταξε την κοιμισμένη πολιτεία
Έκοψε πάλι τα φτερά απ' την αλογόμυγα ο Σωκράτης
Ό,τι κι αν άγγιζε
μυαλό ή μαξιλάρι
γίνονταν ροχαλητό
Και σκέφτηκε την πολιτεία
πόσα κιλά βουβών ανθρώπων
σήκωνε στους ώμους
πόσα κιλά υπνοστεντόν ετοίμαζε
και έβαζε κρυφά στο στόμα των παιδιών της
Και ξανασκέφτηκε
Τι να παλεύω τώρα με τσιμπήματα και κεντριά
Τι να παλεύω με φτερά από τσιγαρόχαρτο
Ο ύπνος πέτρωσε για τα καλά σε αυτά τα σώματα
Ούτε με ηλεκτροσόκ δεν ξαναγίνουνται αίμα και θερμότητα
Όχι , η φιλοσοφία δε νικάει
αυτό που μας νυστάζει
Ύστερα έπεσε κι εκείνος με λαχτάρα
στο ζεστό κρεβάτι
Εκτίνοντας την τιμωρία του
Σκεπτόμενος
Τι κώνειο τι χασμουρητό!
Το ίδιο είναι
Κ. Τσιαχρής
Απ' τον παράδρομο θα έφταναν πιο γρήγορα
Χωρίς χιλιόμετρα ουρές
Σβησίματα της μηχανής, βρισιές και νεύρα
Και μήτε λόγος για πανάκριβα διόδια
Και για κολλημένες ώρες
Κάτω από τον ήλιο του μεσημεριού
Θα έφταναν στην εξορία πιο γρήγορα
Κι οι αλυσίδες γύρω από τα χέρια τους
Θα έμοιαζαν με Μάρτηδες
Με κόκκινο από αίμα κι άσπρο από ελπίδα
Άνθρωποι που κλάταρε η φωνή τους
πάνω στο τραγούδι
Ή καλλιτέχνες που έπεσε η γραμματική
απ' το στόμα τους σα χαλασμένο δόντι
Απ' τον παράδρομο φαινόταν καθαρά ο παράδεισος
Τα σκουριασμένα κάγκελα
Η ματιά του δεσμοφύλακα
που κόρδωνε τις τρίχες
Οι ατέλειωτοι μονόλογοι
με ακροατές τους ποντικούς
Και κάπου κλειδωμένη
στο βαθύτερο κελί η τέχνη
Πέρα από τον κόσμο Πέρα απ' το ωραίο
Πέρα από τον κεντρικό αυτοκινητόδρομο
Που έβγαζε ως την αιώνια ευτυχία
Κ . Τσιαχρής
Όσο δε γίνεται
να απαρνηθεί τον Βόρειο Πόλο η πυξίδα
Το ίδιο δεν μπορεί να στρέψει την βελόνα της
αλλού η ζωή μου
Με μια έλξη ερωτική
θα δείχνει πάντα σταθερά
την όψη του πατέρα της
Του φόβου
Κ.Τσιαχρης
Μέσα στη λάβρα του μεσημεριού σε μια μάντρα
Στέκουν απομεινάρια από μοτοσικλέτες
στραπατσαρισμένα φορτηγά και βαν
Οι γερανοί συνέχεια ξεφορτώνουν κι άλλα
Ολοένα κι άλλα ...
Έναν μεγάλο όχλο από ρόδες
πάνω στον ανθό των γηρατειών τους
Κι έχουν αυτά τα παλιοσίδερα
μια φλύαρη βουβαμάρα
Σου κοκκαλώνουνε το σάλιο μες στο στόμα
Σε παγώνουν
Πρώην λιμουζίνες, τρίκυκλα, ταξί
Μια μάζα από χιλιόμετρα που κείτονται νεκρά
Χωρίς να ξαναγίνουνε ποτέ ταξίδι
Και κάπου κάπου ακούγονται τριξίματα
Σα να συνωμοτούν οι λαμαρίνες μεταξύ τους
ή να κλαίνε για το πλιάτσικο
που γίνεται στον θάνατο τους
από γυρολόγους μεταχειρισμένων ανταλλακτικών
Τώρα εξηγούνται όλα
Το σφυρί στο στόμα
Οι τσακισμένες λέξεις
Ένα επεισόδιο φαρυγγίτιδας
Που έμελλε να αφήσει βραχνιασμένες
Δύο μεγάλες μου ελπίδες :
Τον εγωισμό μου και την περηφάνια
Πόσο με στενεύει η γλώσσα των ανθρώπων
Ο ,τι λέω κουτσαίνει αντί να τρέχει
Και κανένας φθόγγος
δε μου φτάνει
από καταβολής ανθρώπων
για να πάρει νόημα και σάρκα
πάνω στο χαρτί
η ερημιά που νιώθω
Όταν είμαι έξω απ'τη φωνή σας
Πώς λυτρώνομαι
Κι ας με περνάτε πάντα για μουγγό
ή για καναρίνι με κομμένη γλώσσα
Είμαι ο κήρυκας
μιας αδυσώπητης σιωπής
Κ. Τσιαχρής
Από τους εαυτούς
Που έκρυβα για χρόνια στο μανίκι μου
Θα σου πετάξω εκείνον
Που σαν Άσσος ξέρει να κερδίζει την παρτίδα
Όμως μη φοβηθείς
Πόνταρε την καρδιά και το μυαλό σου
Πάνω στην τσόχα θα λυθούν απόψε διαφορές αιώνων
Τραύματα και ζωές
που μεταφέρουμε κι οι δυο μας από άλλες εποχές
Για να μιλήσουμε ανοιχτά
με τη φωνή προγόνων και τη γκίνια απογόνων
Κι αν μείνουμε ταπί από παρόν
Όλο και κάποια δύναμη
που τρέφει τη διχόνοια
Θα μας δανείσει χρόνο
για να κλέψουμε άλλη μια φορά
ο ένας τον Βαλέ του άλλου
Κ. Τσιαχρής
Κάθε πρωί τοποθετώ το μίσος μου
σ' ένα γλαστράκι κάτω από τον ήλιο
Και πως περηφανεύομαι
να βλέπω να θεριεύει
να κερδίζει τόπο
ανάμεσα στα καλλωπιστικά
Να πρασινίζει από ζωή
Συνθέτοντας τη μυστική φωνή του
με τις ρίζες άλλων αισθημάτων
Πιο κομψών
Πιο τρυφερών
Κι είμαι περιχαρής
που τ' απογεύματα το κόβω
πριν ανθίσει
Το φιλώ και το καρφώνω
άγουρο κι ολόδροσο ακόμη
στο αυτί ή στο ντεκολτέ
ακόμη μιας αβάσταχτης ημέρας
Κ. Τσιαχρής
Είμαι ένας κυνηγός πενηντακάμποσων ζωών
που λιώνουνε μαζί με τις σταγόνες
από τα κεράκια μιας γενέθλιας τούρτας
Μ' ένα φύσημα γερό
Θα σβήσουν επιτέλους
όλα μου τα ποιήματα
Και θα τα βρουν πρωί πρωί
καψαλισμένα
αναμνήσεις μαυρισμένες
από φόβο, αίνιγμα ή σιωπή
επάνω στα φαράσια τους οι καθαρίστριες
Απορημένες θα σηκώσουν
Θα διαβάσουν απ' τις στάχτες
τις πενηντακάμποσες ζωές
Κι όσο θα σκίζει πιο βαθιά ο ήλιος την ημέρα
όσο θα πέφτει πιο βαρύς ο ουρανός στην πόλη
Θα ανεβαίνει απ' τη γραφή μου ένας κρότος
Ένα σπάσιμο παλιών
και πλέον ξεχαρβαλωμένων κόσμων
Κ. Τσιαχρής
Άγρυπνος όλο το βράδυ
Να' ναι τυραννία το μαξιλάρι
Το κρεβάτι ολονύχτιος θρήνος
Γύρω μου ωραίοι Δράκουλες
που ξύπνησαν
απ' το βαθύ τους λήθαργο
και μου γυρεύουν αίμα
να ποτίσουν τη γενιά τους
Μπαινοβγαίνω
σαν προφήτης μες στο στόμα σου
μια μύγα ενοχλητική
πάνω σε βολεμένους στοχασμούς
Να πάρω ή να μην πάρω το μαχαίρι;
Να μουσκέψω ή να στεγνώσω το μεδούλι μου από σένα;
Αν για δευτερόλεπτα με παίρνει ο ύπνος
Μη γελιέσαι
Μέσα στις κουβέρτες στήνω εξορίες
Αυτοκρατορίες εκτός συνόρων
για τις επικίνδυνες φωνές
Δόκανα πάνω σε άλλα δόκανα
Για κείνο το θεριό τον Έρωτα
που ξέρει να μυρίζεται
αδύναμες καρδιές
Και σήμερα ή αύριο ή το πολύ τον άλλο αιώνα
Θα το πιάσουν από τα φτερά οι άνθρωποι
Και θα του ξεριζώσουν
μια για πάντα τη λαλιά
Κ.Τσιαχρής