Εμφανιζόμενη ανάρτηση

Μετάξυ Φαβιέρου και πλατείας Βάθη

  Ζω κάτω από μία μπουγάδα  που στάζει μονότονα  απ' το διαμέρισμα του τρίτου  Κάτω απ' την παχιά αιθαλομίχλη  και τα κομματάκια ορ...

Πέμπτη 16 Απριλίου 2026

Μετάξυ Φαβιέρου και πλατείας Βάθη

 


Ζω κάτω από μία μπουγάδα 

που στάζει μονότονα 

απ' το διαμέρισμα του τρίτου 

Κάτω απ' την παχιά αιθαλομίχλη 

και τα κομματάκια ορίζοντα 

ανάμεσα στις πολυκατοικίες 

και τις φωνές γειτόνων  

Μέσα σε μια τσιμεντένια θλίψη 

Μεταξύ Φαβιέρου και πλατείας Βάθη 

Ένα επώνυμο που ψάχνει συντροφιά 

χτυπώντας τα ξένα κουδούνια 

ή μερικές φορές ελπίζοντας 

ότι τα περιστέρια στο μπαλκόνι μου 

θα μεταφέρουν ίλιγγο 

από τα φτερά τους  

στη ζωή μου 


-Τι θέλετε; ....δε σας ακούω.

Ποιος σας έδωσε το θάρρος 

να χτυπάτε δίχως άδεια ξένες ησυχίες; 

Α μη χτυπάτε τις πόρτες τα μεσημέρια 

Μη παρακαλώ  

Μη χτυπάτε στα κουδούνια ονόματα 

που υποφέρουν από αμνησία 

Κανένας ένοχος για τη δική σας ερημιά 

δεν κρύβει το μαχαίρι του 

κάτω από ένα επώνυμο 

Κι αλίμονο σβήστε για τα καλά 

Σκουπίστε ολότελα απ' τα χέρια σας 

τ' απομεινάρια ή τα ψεύτικα χτυπήματα φτερών


Κ. Τσιαχρής 

Κυριακή 29 Μαρτίου 2026

Αυτο-ύπνωση


 

Σαν κοίταξε την κοιμισμένη πολιτεία 

Έκοψε πάλι τα φτερά απ' την αλογόμυγα ο Σωκράτης 

Ό,τι κι αν άγγιζε 

μυαλό ή μαξιλάρι 

γίνονταν ροχαλητό 

Και σκέφτηκε την πολιτεία 

πόσα  κιλά βουβών ανθρώπων  

σήκωνε στους ώμους 

πόσα κιλά υπνοστεντόν ετοίμαζε

και έβαζε κρυφά στο στόμα  των παιδιών της 

Και ξανασκέφτηκε 

Τι να παλεύω τώρα με τσιμπήματα και κεντριά 

Τι να παλεύω με φτερά από τσιγαρόχαρτο 

Ο ύπνος πέτρωσε για τα καλά σε αυτά τα σώματα 

Ούτε με ηλεκτροσόκ δεν ξαναγίνουνται αίμα και θερμότητα  

Όχι , η φιλοσοφία δε νικάει 

αυτό που μας νυστάζει 

Ύστερα έπεσε κι εκείνος με λαχτάρα 

στο ζεστό κρεβάτι 

Εκτίνοντας την τιμωρία του 

Σκεπτόμενος 

Τι κώνειο τι χασμουρητό! 

Το ίδιο είναι 



Κ. Τσιαχρής 

Κυριακή 15 Μαρτίου 2026

Πλανόδιοι καλλιτέχνες

 


Απ' τον παράδρομο θα έφταναν πιο γρήγορα 

Χωρίς χιλιόμετρα ουρές 

Σβησίματα της μηχανής, βρισιές και νεύρα 

Και μήτε λόγος για πανάκριβα διόδια 

Και για κολλημένες ώρες 

Κάτω από τον ήλιο του μεσημεριού 

Θα έφταναν στην εξορία πιο γρήγορα 

Κι οι αλυσίδες γύρω από τα χέρια τους 

Θα έμοιαζαν με Μάρτηδες

Με κόκκινο από αίμα κι άσπρο από ελπίδα 

Άνθρωποι που κλάταρε η φωνή τους 

πάνω στο τραγούδι 

Ή καλλιτέχνες που έπεσε η γραμματική 

απ' το στόμα τους σα χαλασμένο δόντι 

Απ' τον παράδρομο φαινόταν καθαρά ο παράδεισος 

Τα σκουριασμένα κάγκελα 

Η ματιά του δεσμοφύλακα 

που κόρδωνε τις τρίχες 

Οι ατέλειωτοι μονόλογοι 

με ακροατές τους ποντικούς 

Και κάπου κλειδωμένη 

στο βαθύτερο κελί η τέχνη 

Πέρα από τον κόσμο Πέρα απ' το ωραίο 

Πέρα από τον κεντρικό αυτοκινητόδρομο 

Που έβγαζε ως την αιώνια ευτυχία 

Κ . Τσιαχρής 

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2026

Σύμπλεγμα της Ηλέκτρας

 



Όσο δε γίνεται 

να απαρνηθεί τον Βόρειο Πόλο η πυξίδα 

Το ίδιο δεν μπορεί να στρέψει την βελόνα της 

αλλού η ζωή μου 

Με μια έλξη ερωτική 

θα δείχνει πάντα σταθερά 

την όψη του πατέρα της 

Του φόβου 


Κ.Τσιαχρης 


Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

Νεκροταφείο αυτοκινήτων

 


Μέσα στη λάβρα του μεσημεριού σε μια μάντρα 

Στέκουν απομεινάρια από μοτοσικλέτες 

στραπατσαρισμένα φορτηγά και βαν 

Οι γερανοί συνέχεια ξεφορτώνουν κι άλλα 

Ολοένα κι άλλα ...

Έναν  μεγάλο    όχλο  από ρόδες 

πάνω στον ανθό των γηρατειών τους

Κι έχουν αυτά τα παλιοσίδερα  

μια φλύαρη βουβαμάρα 

Σου κοκκαλώνουνε  το σάλιο μες στο στόμα 

Σε παγώνουν 

Πρώην λιμουζίνες,  τρίκυκλα,  ταξί 

Μια μάζα από χιλιόμετρα που  κείτονται νεκρά 

Χωρίς να ξαναγίνουνε ποτέ ταξίδι 

Και κάπου κάπου ακούγονται τριξίματα  

Σα να συνωμοτούν οι λαμαρίνες μεταξύ τους 

ή να κλαίνε για το πλιάτσικο 

που γίνεται στον θάνατο τους 

από  γυρολόγους μεταχειρισμένων  ανταλλακτικών 


Κ. Τσιαχρής 


Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2025

Κρίση αυτογνωσίας

 


Τώρα εξηγούνται όλα 

Το σφυρί στο στόμα 

Οι τσακισμένες λέξεις 

Ένα επεισόδιο φαρυγγίτιδας 

Που έμελλε να αφήσει βραχνιασμένες 

Δύο μεγάλες μου ελπίδες :

Τον εγωισμό μου και την περηφάνια 

Πόσο με στενεύει η γλώσσα των ανθρώπων 

Ο ,τι λέω κουτσαίνει αντί να τρέχει 

Και κανένας φθόγγος 

δε μου φτάνει 

από καταβολής ανθρώπων 

για να πάρει νόημα και σάρκα 

πάνω στο χαρτί 

η ερημιά που νιώθω 


Όταν είμαι έξω απ'τη φωνή σας

Πώς λυτρώνομαι 

Κι ας με περνάτε πάντα για μουγγό

ή για καναρίνι με κομμένη γλώσσα 

Είμαι ο κήρυκας 

μιας αδυσώπητης σιωπής 


Κ. Τσιαχρής 

Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2025

Χαρτοπαικτική λέσχη


Από τους εαυτούς 

Που έκρυβα για χρόνια στο μανίκι μου

Θα σου πετάξω  εκείνον 

Που σαν Άσσος ξέρει να κερδίζει την παρτίδα 

Όμως μη φοβηθείς 

Πόνταρε την καρδιά και το μυαλό σου 

Πάνω στην τσόχα θα λυθούν απόψε διαφορές αιώνων 

Τραύματα και ζωές 

που μεταφέρουμε κι οι δυο μας από άλλες εποχές 

Για να  μιλήσουμε ανοιχτά 

με τη φωνή προγόνων και τη γκίνια απογόνων 


Κι αν μείνουμε ταπί από παρόν 

Όλο και κάποια δύναμη 

που τρέφει τη διχόνοια 

Θα μας δανείσει χρόνο 

για να κλέψουμε άλλη μια φορά 

ο ένας τον Βαλέ του άλλου 


Κ. Τσιαχρής 


Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2025

Φωτοσύνθεση


 

Κάθε πρωί τοποθετώ το μίσος μου 

σ' ένα γλαστράκι κάτω από τον ήλιο 

Και πως περηφανεύομαι  

να βλέπω να θεριεύει 

να κερδίζει τόπο 

ανάμεσα στα καλλωπιστικά 

Να πρασινίζει από ζωή 

Συνθέτοντας τη μυστική φωνή του 

με τις ρίζες άλλων αισθημάτων 

Πιο κομψών 

Πιο τρυφερών 

Κι είμαι περιχαρής 

που  τ' απογεύματα  το κόβω 

πριν ανθίσει 

Το φιλώ και το  καρφώνω 

άγουρο κι ολόδροσο ακόμη 

στο αυτί  ή στο ντεκολτέ 

ακόμη μιας αβάσταχτης  ημέρας 


Κ. Τσιαχρής 

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2025

Ετών 55






Είμαι ένας κυνηγός πενηντακάμποσων ζωών 

που λιώνουνε μαζί με τις σταγόνες 

από τα κεράκια μιας γενέθλιας τούρτας 

Μ' ένα φύσημα γερό 

Θα σβήσουν επιτέλους 

όλα μου τα ποιήματα 

Και θα τα βρουν πρωί πρωί 

καψαλισμένα 

αναμνήσεις μαυρισμένες  

από φόβο, αίνιγμα ή σιωπή 

επάνω στα φαράσια τους οι καθαρίστριες 

Απορημένες θα σηκώσουν 

Θα διαβάσουν απ' τις στάχτες 

τις πενηντακάμποσες ζωές 

Κι όσο θα σκίζει πιο βαθιά ο ήλιος την ημέρα 

όσο θα πέφτει πιο βαρύς ο ουρανός στην πόλη 

Θα ανεβαίνει απ' τη γραφή μου ένας κρότος 

Ένα σπάσιμο παλιών 

και πλέον ξεχαρβαλωμένων κόσμων 


Κ. Τσιαχρής 

Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2025

Σχέδιο πρόληψης φυσικών καταστροφών

 


Άγρυπνος όλο το βράδυ 

Να' ναι τυραννία το μαξιλάρι 

Το κρεβάτι ολονύχτιος θρήνος 

Γύρω μου ωραίοι Δράκουλες 

που ξύπνησαν 

απ' το βαθύ τους λήθαργο 

και μου γυρεύουν αίμα 

να ποτίσουν τη γενιά τους 

Μπαινοβγαίνω 

σαν προφήτης μες στο στόμα σου 

μια μύγα ενοχλητική 

πάνω σε βολεμένους στοχασμούς 

Να πάρω ή να μην πάρω το μαχαίρι; 

Να μουσκέψω ή να στεγνώσω το μεδούλι μου από σένα; 

Αν για δευτερόλεπτα με παίρνει ο ύπνος 

Μη γελιέσαι 

Μέσα στις κουβέρτες στήνω εξορίες  

Αυτοκρατορίες εκτός συνόρων 

για τις επικίνδυνες φωνές 

Δόκανα πάνω σε άλλα δόκανα 

Για κείνο το θεριό τον Έρωτα 

που ξέρει να μυρίζεται 

αδύναμες καρδιές 

Και σήμερα ή αύριο ή το πολύ τον άλλο αιώνα 

Θα το πιάσουν από τα φτερά οι άνθρωποι 

Και θα του ξεριζώσουν 

μια για πάντα τη λαλιά  


Κ.Τσιαχρής 

Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2025

Αντηχήσεις

 


Το αληθινά καλλίφωνο πουλί 

Δεν τιτιβίζει δυνατά 

Για να το ακούσουν ως τα πέρατα του δάσους 

Σκάβει προσηλωμένο με τη μύτη του 

βαθιά μέσα στη μουσική 

μελοποιώντας το σκοτάδι

Πιάνει τις νότες απ' τα κέρατα 

Ανεβοκατεβαίνει το πεντάγραμμο 

Ολάκερα μερόνυχτα 

Τσακίζει τη σιωπή στη μέση 

κι απ'τον πόνο και το κάταγμα 

υφαίνει μελωδία 

Κι όπως από σοφία 

παραμένει στο κατώτερο κλαδί 

Σ' ένα παρατημένο ξέφωτο μέσα στο δάσος 

Το κελάηδημά του 

κατεβαίνει ορμητικό απο το λαιμό 

Και πλημμυρίζει τις βελανιδιές 

που ανάμεσα σε χίλια άλλα κελαηδήματα 

ακούν εκστατικά 

Την πιο γαλήνια μουσική 

ν' αντιλαλεί μέσα στο δάσος 

δυνατότερα από κεραυνός 


Κ. Τσιαχρής 

Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2025

Πρωτάθλημα οξυγόνου

 



Σε μια σακούλα  μαύρη για σκουπίδια 

Παραγεμίζω και στριμώχνω 

ό,τι φανταστείς 

Πράματα με αξία κι άλλα που δεν είναι 

Ούτε να τα φτύνεις 

Και προπάντων με περίσσιο φόβο 

Ολόγυρα κοιτάζω μη σκιστεί το νάιλον 

μη χυθεί  στο χώμα κάτι απ'  το σωρό 

Ώσπου κι ο ίδιος μπαίνω μέσα 

Μη με χάσω 

Σφίγγω με τα χέρια το κορδόνι 

ανάμεσα σε πεθαμένους στίχους 

σ´ ένα χάος από χαρτούρα 

κι αναμνηστικά σε  αμνησία

Κι έτσι σφραγισμένος από μέσα 

λες και μ' επισκέπτεται ο Λιαντίνης 

μ' ένα μάθημα έντιμου θανάτου 

Λογαριάζεται και λογαριάζομαι  χαμένος 

μεταξύ πραγμάτων που δε μ' έμαθαν 

και δεν τα ξέρω 

Κοιταζόμαστε με μίσος 

Ποιος θ' ανοίξει παραπάνω τα πνευμόνια 

Ποιος θα κάμει τη βαθύτερη ανάσα 

Σε πρωτάθλημα οξυγόνου 

Που ολοένα και τελειώνουν τα ψωμιά του 


Κ. Τσιαχρής 

Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2025

Ιππώναξ, Μιμνῆ κατωμόχανε (απόδοση:Κώστας Τσιαχρής)

 


Μιμνῆ κατωμόχανε , μηκέτι γράψηις

ὄπφιν ἐν πολυζύγωι τοίχωι τριήρεος

φεύγοντα   ἀπ᾽ ἐμβόλου πρὸς κυβερνήτην·

αὕτη γὰρ ἔσται συμφορή τε καὶ κληδών,

νικύρτα καὶ σάβαννι, τῶι κυβερνήτηι,

ἢν αὐτὸν ὄπφις τὠντικνήμιον δάκηι.

…………………………….

Α  δολερέ  Μιμνή  μη ζωγραφίσεις φίδι

μη βάλεις  ερπετό

στα πλαϊνά   του καραβιού  με   τα πολλά κουπιά

που λες και σέρπει από το έμβολο

και πάει στον τιμονιέρη

Άνθρωπε  κακορίζικε

Δουλόσπαρμα

Τι συμφορά μεγάλη

Τι προμήνυμα κακό του τιμονιέρη

έτσι και κάνει το ερπετό 

και τον  δαγκώσει στην περόνη

 

…………………………………………..

Κατωμόχανος=   κακομήχανος =αυτός που σκέφτεται άσχημα, ο πανούργος

ὂπφις=ὂφις , το φίδι

πολύζυγος=που έχει πολλά καθίσματα ή κουπιά

κληδών =φήμη, οιωνός

νικύρτα και σάββανι = δουλοπρεπής άνθρωπος

τώντικνήμιον =τό ἀντικνήμιον


……………………………………..

Στον  παραπάνω Ίαμβο, ο  σατιρικός  Ιαμβογράφος Ιππώναξ ( 6ος αιώνας π.Χ.) , από την Έφεσο, απευθύνεται με σκωπτική διάθεση σε ένα ζωγράφο της εποχής ,τον Μιμνή, από τον οποίο ζητά να μη ζωγραφίσει πάνω σε μία τριήρη  ένα φίδι, που θα άρχιζε από το έμβολο της πλώρης και θα έφτανε μέχρι το σημείο στο οποίο θα βρισκόταν ο τιμονιέρης.Σύμφωνα με τον Πλίνιο, το απόσπασμα σατιρίζει τα καινούργια επαγγέλματα που αναδύθηκαν από την εμπορική επανάσταση που έφερε ο  δεύτερος αποικισμός.

Κ.Τσιαχρής

 

 


Σάββατο 30 Αυγούστου 2025

Ίβυκος , Οἳ κ]αί Δαρδανίδα Πριάμοιο :απόδοση Κώστας Τσιαχρής

 



Οἳ κ]αί Δαρδανίδα Πριάμοιο μέγ’

ἂστυ περικλεές ὂλβιον

ήνάρον Ἂργοθεν όρνύμενοι

Ζη]νὸς μεγάλοιο βουλαῖς

 

ξα]νθᾶς Ἑλένας περὶ εἴδει

δῆ]ριν πολύυμνον ἔχ[ο]ντες

πό]λεμον κατὰ δακρ[υό]εντα,

Πέρ]γαμον δ᾽ ἀνέ[β]α ταλαπείριο[ν ἄ]τα

χρυ]σοέθειραν δ[ι]ὰ Κύπριδα.

 

νῦ]ν δέ μοι οὔτε ξειναπάταν Π[άρι]ν

ἔστ’] ἐπιθύμιον οὔτε τανί[σφ]υρ[ον

ὑμ]νῆν Κασσάνδραν

Πρι]άμοιό τε παίδας ἄλλου[ς

 

Τρο]ίας θ᾽ ὑψιπύλοιο ἁλώσι[μο]ν

ἆμ]αρ ἀνώνυμον· οὐδ’ ἐπ̣[ανέρχομαι

ἡρ]ώων ἀρετὰν

17ὑπ]εράφανον οὕς τε κοίλα[ι

 

νᾶες] πολυγόμφοι ἐλεύσα[ν

Τροί]αι κακόν, ἥρωας ἐσ̣θ̣[λούς·

τῶν] μὲν κρείων Ἀγαμέ[μνων

ἆ]ρχε Πλεισθ[ενί]δας βασιλ[εὺ]ς ἀγὸς ἀνδρῶν

Ἀτρέος ἐσ[θλοῦ] πάις ἐκ π̣[ατρό]ς·

 

καὶ τὰ μὲ[ν ἂν] Μοίσαι σεσοφ[ισμ]έναι

εὖ Ἑλικωνίδ[ες] ἐμβαίεν λόγ̣[ωι·

θνατὸς δ᾽ οὔ κ[ε]ν ἀνὴρ

διερὸ[ς] τὰ ἕκαστα εἴποι

 

ναῶν ὅ[σσος ἀρι]θμός ἀπ᾽ Αὐλίδος

Αἰγαῖον δ[ιὰ πό]ντον ἀπ᾽ Ἄργεος

ἠλύθο̣[ν ἐς Τροία]ν

ἱπποτρόφο[ν. ἐν δ]ὲ φώτες

 

χ]αλκάσπ[ιδες υἷ]ες Ἀχα[ι]ῶν

τ]ῶν μὲν πρ[οφ]ερέστατος α[ἰ]χμᾶι

ἷξε]ν πόδ[ας ὠ]κὺς Ἀχιλλεὺς

καὶ μέ]γας Τ[ελαμ]ώνιος ἄλκι[μος Αἴας

. . . . . .]. ατ[. . . . . . .]γ̣υρος.

 

.. . . . . . . κάλλι]στος ἀπ᾽ Ἄργεος

. . . . . . . Κυάνι]ππ[ο]ς ἐς Ἴλιον

. . . . . . . . . . . . . . . .]

. . . . . . . . . . . . . . .]. [.].

 

.. . . . . . . . . . . . . . .]και  Ζεύξιππος ὃν ά   χρυσεόστροφ[ος

Ὕλλις ἐγήνατο, τῶι δ᾽ [ἄ]ρα Τρωίλον

ὡσεὶ χρυσὸν ὀρει-

χάλκωι τρὶς ἄπεφθο[ν] ἤδη

 

Τρῶες Δ[α]ναοί τ᾽ ἐρό[ε]σσαν

μορφὰν μάλ᾽ ἐίσκον ὅμοιον.

τοῖς μὲν πέδα κάλλεος αἰὲν

καὶ σύ, Πολύκρατες, κλέος ἄφθιτον ἑξεῖς

ὡς κατ᾽ ἀοιδὰν καὶ ἐμὸν κλέος.

……………………………………………………………………………….

 

Αυτοί του Δαρδανίδη Πρίαμου

την ξακουστή την πόλη

τη μακάρια και  τρανή  

λεηλάτησαν  ορμώντας απ΄το Άργος

Έτσι ήταν η βουλή του Δία του παντοδύναμου

 

Και σήκωσαν  πολυτραγουδισμένη αμάχη 

για την ομορφιά της ξανθωπής  Ελένης  

πόλεμο  πολυδάκρυτο

κι η συμφορά καβάλησε τη ρημαγμένη  Πέργαμο

έργο της ξανθομάλλας Αφροδίτης

 

Μα τώρα ούτε τον Πάρη

που τους όρκους της φιλοξενίας πάτησε

ούτε τη λεπταστράγαλη Κασάνδρα

να υμνήσω  πια ποθώ

ούτε  και τα υπόλοιπα βλαστάρια του Πριάμου

 

Μήτε την αποφράδα  μέρα που  κουρσεύτηκαν

της Τροίας τα κάστρα τα ψηλά

Κι ούτε ξανάρχομαι στην υπερήφανη αρετή

γενναίων ηρώων που τους έφεραν

τα βαθουλά  και καλοκάρφωτα  καράβια ,

συμφορά της Τροίας

 

Τούτους  τους κυβερνούσε ο Αγαμέμνονας

το γένος  του Πλεισθένη,

Βασιλογιός από  πατέρα ευγενικό

τον δυνατό Ατρέα .

 

Αυτά μονάχα του Ελικώνα οι Μούσες

που τα μελέτησαν από παλιά καλά

μέσα σε λόγια θα μπορούσαν να περάσουν

Κανείς  θνητός  

δε θα μπορούσε να τα μολογήσει ένα ένα

 

Πόσα καράβια  Αργίτικα έφτασαν  

στο αλογοτρόφο Ίλιο

απ’την Αυλίδα  σκίζοντας το πέλαγο  του Αιγέα  

Άντρες με ασπίδες  χάλκινες

των Αχαιών οι γόνοι

στο Ίλιο πάτησαν το πόδι τους

κι απ’ολους πρώτος στο κοντάρι

ο γοργοπόδης  Αχιλλέας κι ο μέγας γιος του Τελαμώνα

ο αντρειωμένος Αίας

 

[…]  

Και του Άργους ο ομορφότερος ο  Κυάνιππος

κι ο Ζεύξιππος που η Ύλλιδα

με τα χρυσά φορέματα τον γέννησε

Κι αυτού την ομορφιά οι Τρώες  κι οι Δαναοί

τη σύγκριναν  μ’ εκείνη του Τρωίλου ,

όπως συγκρίνουν τον ορείχαλκο  

με πεντακάθαρο χρυσάφι

 

Όμοια  σε εσύ με τούτους,  Πολυκράτη

δόξα παντοτινή θα λάβεις  για την ομορφιά σου ,

όπως κι  εγώ για τούτο το τραγούδι

 

Απόδοση :Κώστας  Τσιαχρής 

…………………………………………………………………………………

 

ὂρνυμαι=ορμώ, εξορμώ

έναίρω=φθείρω, καταστρέφω

δῆρις=αγώνας, συμπλοκή

ταλαπείριος =ταλαίπωρος

χρυσοέθειρ= ο χρυσομάλλης

ἂτα=ἂτη

ξειναπάτης=αυτός που καταπατά τους νόμους της φιλοξενίας

τανίσφυρος=που έχει λεπτούς αστραγάλους

ὑψίπυλος=που έχει ψηλές πύλες

άνώνυμος=απερίγραπτος

πολύγομφος=καλοκαρφωμένος

κρείων=κυβερνήτης, άρχοντας, δεσπότης

Μοῖσαι=οι Μούσες

σοφίζομαι=μελετώ

διερός=ζωηρός, ακμαίος, ζωντανός

αίχμή=το δόρυ , ο πόλεμος

ἂπεφθος=καθαρός

ἐρόεις=θελκτικός, χαριτωμένος

ἐίσκω=παρομοιάζω

πεδά =μαζί 

 

Λίγα λόγια για το ποίημα 

Ο  «Ύμνος στον Πολυκράτη» του Ίβυκου είναι ένα ποίημα, το οποίο δε σώθηκε στην ακέραια μορφή του, παρά μόνο αποσπασματικά. Σύμφωνα με το λεξικό της Σούδας, το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται ο Ίβυκος είναι ο τύραννος της Σάμου, Πολυκράτης, ο οποίος κυβέρνησε το νησί από το 538 μέχρι το 522 π.Χ. Ωστόσο, η νεότερη φιλολογική έρευνα αμφισβητεί την ταυτότητα του προσώπου στο οποίο αφιερώνεται το ποίημα, βασιζόμενη σε ορισμένα αξιόλογα επιχειρήματα, εκ των οποίων τα δύο ισχυρότερα είναι τα ακόλουθα: 1. Ο Ίβυκος καταγόταν από το Ρήγιο της Κάτω Ιταλίας και επισκέφθηκε τη Σάμο από το  564 μέχρι το 560 π.Χ. , όταν ο Πολυκράτης δεν ήταν τύραννος. 2. Η σύγκριση ενός ηλικιωμένου ατόμου, όπως ο Πολυκράτης της Σάμου,  με νεανικές μορφές, οι οποίες συμμετείχαν στον πόλεμο της Τροίας, φαίνεται αφύσικη. Πιο συνηθισμένη νόρμα ήταν εξύμνηση νεαρών ατόμων με αναφορά  σε άνδρες της ίδιας ηλικίας. Συνεπώς, είναι πολύ πιθανό ο Πολυκράτης του ποιήματος να μην είναι ο τύραννος της Σάμου, αλλά κάποιο άλλο πρόσωπο, στο οποίο αφιερώνει το ποίημα του ο Ίβυκος.

Κ.Τσιαχρής  


Παρασκευή 29 Αυγούστου 2025

ΣΗΜΩΝΙΔΗΣ Ο ΑΜΟΡΓΙΝΟΣ , Ὦ παῖ , τέλος μέν Ζεὺς ἔχει βαρύκτυπος : Σε απόδοση από τον Κώστα Τσιαχρή

 


Ὦ παῖ , τέλος μέν Ζεὺς ἔχει βαρύκτυπος

πάντων ὅσ᾽ ἐστὶ καὶ τίθησ᾽ ὅκηι θέλει,

νοῦς δ᾽ οὐκ ἐπ᾽ ἀνθρώποισιν, ἀλλ᾽ ἐπήμεροι

ἃ δὴ βοτὰ ζόουσιν, οὐδὲν εἰδότες

ὅκως ἕκαστον ἐκτελευτήσει θεός.

ἐλπὶς δὲ πάντας κἀπιπειθείη τρέφει

ἄπρηκτον ὁρμαίνοντας· οἱ μὲν ἡμέρην

μένουσιν ἐλθεῖν, οἱ δ᾽ ἐτέων περιτροπάς·

νέωτα δ᾽ οὐδεὶς ὅστις οὐ δοκεῖ βροτῶν

Πλούτωι τε κἀγαθοῖσιν ἵξεσθαι φίλος.

φθάνει δὲ τὸν μὲν γῆρας ἄζηλον λαβὸν

πρὶν τέρμ᾽ ἵκηται, τοὺς δὲ δύστηνοι βροτῶν

φθείρουσι νοῦσοι, τοὺς δ᾽ Ἄρει δεδμημένους

πέμπει μελαίνης Ἀΐδης ὑπὸ χθονός·

οἱ δ᾽ ἐν θαλάσσηι λαίλαπι κλονεόμενοι

καὶ κύμασιν πολλοῖσι πορφυρῆς ἁλὸς

θνήσκουσιν, εὖτ᾽ ἂν μὴ δυνήσωνται ζόειν·

οἱ δ᾽ ἀγχόνην ἅψαντο δυστήνωι μόρωι

καὐτάγρετοι λείπουσιν ἡλίου φάος.

οὕτω κακῶν ἄπ᾽ οὐδέν, ἀλλὰ μυρίαι

βροτοῖσι κῆρες κἀνεπίφραστοι δύαι

καὶ πήματ᾽ ἐστίν. εἰ δ᾽ ἐμοὶ πιθοίατο,

οὐκ ἂν κακῶν ἐρῶιμεν, οὐδ᾽ ἐπ᾽ ἄλγεσιν

κακοῖς ἔχοντες θυμὸν αἰκιζοίμεθα.

 

…………………………………………………………………

Παιδί μου, ο βροντοχτυπητής ο Δίας 

όλων των υπαρκτών το τέλος κυβερνάει

Κι εκείνος, όπου θέλει,  βάνει σύνορα

Ο νους του σκοτεινός για τους ανθρώπους πάει

 

Ζούμε λιγόχρονοι σα ζώα που βόσκουν

Κι ούτε που ξέρουμε ποιο τέλος ο θεός 

για  τον καθένα σκάβει

Μα η πίστη κι η ελπίδα μας χορταίνουν όλους

και στοχαζόμαστε τ’ απίθανα  

που ο χρόνος ράβει 

 

Άλλοι προσμένουνε τ’ απίθανα να ρθούν σε μία μέρα

κι άλλοι με τις γυροβολιές  των χρόνων

Μα μήτε ένας από τους θνητούς δε σκέφτεται

μη και δε λάβει πλούτη κι όλα τα καλά  

στο διάβα των αιώνων

 

Όμως τον ένα τον προφταίνουνε τα γηρατειά

προτού να φτάσει εκεί που θέλει

κι άλλους τους λιώνουν φοβερές αρρώστιες

τους τρίτους με μαστίγι ο Άρης τους χτυπά

και κάτω απ’τη μαύρη γη τους ξαποστέλλει

 

Άλλοι  μέσα  στα πλήθια κύματα του πορφυρού πελάγου

θαλασσοδέρνονται και  πνίγονται 

ώσπου να βγει η ψυχή  τους

κι άλλοι κακοθανάτισαν με μια θηλιά

κι αποχαιρέτισαν  το φως του ήλιου 

μοναχοί τους

 

Κι από κακά γιομάτοι

μύρια βάσανα κι ανέλπιστες οδύνες 

είμαστε οι θνητοί

Αν όμως κάποιος μ’άκουγε

δε θα μας χαίρονταν οι συμφορές

και το μυαλό μας δε θα το’ τρωγε 

η βαριά  πληγή 

 

Κ. Τσιαχρής

 

…………………………………

ἐπήμεροι=εφήμεροι

βοτὰ= τα ζώα που βόσκουν

κἀπιπειθείη=ἐπιπειθείη = η  πίστη, η προσδοκία

ὁρμαίνοντας> ὁρμαίνω=μελετώ, ερευνώ, στοχάζομαι

νέωτα [επίρρημα] = την επόμενη μέρα

νοῦσοι=νόσοι

δεδμημένους> δάμνημι=δαμάζω

αὐτάγρετοι=από μόνοι τους

κῆρες> κῆρ =όλεθρος

ἀνεπίφραστος = απροσδόκητος

δύη = η συμφορά

πῆμα=κακό , δεινό

αἰκίζομαι=βασανίζομαι