Συγύρισε τα πάντα
Πρώτα τους σοβάδες
Ύστερα τα ετοιμόρροπα πορτρέτα
Τελευταίο τον μπουφέ με τ' ασημένια κηροπήγια
Που έμοιαζαν με τέρατα
όπως καθρεφτίζονταν στον τοίχο
Όλα πια ανέδιδαν
την πάστρα ενός προσώπου
που ξεμπερδεψε με τους λογαριασμούς του
Κι ήσυχα ακουμπισμένος
στη γλυκιά αλαζονεία
Συλλογίζονταν τα λάφυρα
ενός πολέμου κερδισμένου
με τις πλάτες άλλων.
Εαυτών βαθιά κρυμμένων
στα καλύτερα κομμάτια του μυαλού του
Χτύπησε η πόρτα
"Τόσο γρήγορα; Δε σας περίμενα
Μα ούτε ένα προμήνυμα ;
Μια αόριστη υπόσχεση ότι έρχεται το τέλος;"
Ο άλλος χαμογέλασε
"Βιαστειτε.Η βάρκα περιμένει .
Δύσκολος καιρός για χρέη
σε δεύτερες ζωές.
Μην αμελήσετε την πληρωμή.
Το νόμισμα"
Και κοίταζε με νόημα
μια τη σπάθα
μια τους άλλους επιβάτες
Που συγύριζαν μιαν άδεια θέση
στη σκοτεινιασμένη βάρκα
Κ. Τσιαχρής
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου