Εμφανιζόμενη ανάρτηση

Ανεκπλήρωτη Υπόσχεση

  Ένας αέρας που δεν είν' αέρας  Και μια φωτιά που δεν αφήνει τέφρα  Είπες θα σπάσουμε τα φρένα  Μα το νοιωσα πως ήσουν κλέφτρα  Άρπαζες...

Σάββατο 15 Αυγούστου 2026

Ανεκπλήρωτη Υπόσχεση

 


Ένας αέρας που δεν είν' αέρας 

Και μια φωτιά που δεν αφήνει τέφρα 

Είπες θα σπάσουμε τα φρένα 

Μα το νοιωσα πως ήσουν κλέφτρα 


Άρπαζες σχέδια με το μάτι 

Κι η υπόσχεση σου αφηνιασμένη 

Κατέρρεε σαν αμμοπαλάτι 

και με τραβούσε από το γένι


Ω τι ωραία να τάζεις κήπους 

Λεμονανθούς στην παγωνιά μου 

Και πως δεν πρόσεξα τη γάτα 

Μέσα στο σώριασμα της άμμου 


Από άλλο κόσμο κι άλλο στήθος 

Έβγαινε τέτοιο νιαουρητό 

Είχε στα νύχια άγριο θάρρος 

Που θα πρεπε ν' αφουγκραστώ 


Όχι δεν ήσουν συ για ζάρι

Είχες μονάχα μια πλευρά 

Είτε σε κύλαα στο χορτάρι 

Είτε σε πέταα στα ψηλά 

Έκαιγες πάντα το παιχνίδι  

Με το χαμόγελο φονιά 


Κώστας Τσιαχρής 

Λύσίας «Περί τοῦ σηκοῦ άπολογίας» σε μετάφραση του Κώστα Τσιαχρή

 





1.      

 

1.Παλιότερα  , κύριοι βουλευτές, νόμιζα ότι ένας φιλήσυχος πολίτης ήταν αδύνατο να εμπλακεί  σε δικαστικές περιπέτειες και να έχει τέτοιες σκοτούρες. Τώρα όμως  έχω κατηγορηθεί κι έχω πέσει στα δίχτυα φαύλων συκοφαντών τόσο  απρόσμενα, ώστε κατά κάποιο τρόπο μου φαίνεται ότι κι αυτοί που δεν έχουν ακόμη γεννηθεί πρέπει  ήδη να  φοβούνται για όσα θα  τους συμβούν στο μέλλον. Διότι οι άνθρωποι που ανήκουν σε αυτό το σινάφι, δε διστάζουν να σύρουν στα δικαστήρια  και εκείνους που  ποτέ στη ζωή τους δεν αδίκησαν  και εκείνους που έχουν διαπράξει ένα σωρό από εγκλήματα.

2.Και τόσο δύσκολος έχει εξελιχθεί για μένα όλος αυτός ο δικαστικός αγώνας , ώστε  πρώτα με μήνυσαν  ότι ξερίζωσα την ελιά από το χωράφι . Συγκέντρωναν μάλιστα πληροφορίες  αναζητώντας  εκείνους που  αγόρασαν τους καρπούς των  ιερών ελαιόδεντρων. Επειδή όμως δεν μπόρεσαν με αυτό τον τρόπο να αποδείξουν  ότι εγώ υπέπεσα σε κάποιο αδίκημα, τώρα ισχυρίζονται ότι κατέστρεψα τον περίβολο  της ιερής ελιάς  , θαρρώντας πως  εγώ πολύ  δύσκολα θα μπορέσω να αντικρούσω αυτή την κατηγορία , ενώ οι ίδιοι θα’ χουν το ελεύθερο να εκτοξεύουν όποιες συκοφαντίες θέλουν.

3.Και  πρέπει για  χάρη της πατρίδας μου και της  περιουσίας μου, αφού ακούσω  προσεκτικά  την κατηγορία  μαζί με εσάς που θα βγάλετε την ετυμηγορία, να αγωνιστώ ενάντια στις μηχανορραφίες που αυτός, ερχόμενος εδώ, έχει καταστρώσει. Όμως θα προσπαθήσω από την αρχή να σας  διαφωτίσω σχετικά με την υπόθεση.

4.Το  χωράφι αυτό ήταν περιουσία του Πείσανδρου, αλλά όταν δημεύτηκαν τα υπάρχοντά του, ο  Απολλόδωρος από τα Μέγαρα το έλαβε ως δωρεά από τον δήμο και στο εξής  το καλλιεργούσε, ενώ λίγο πριν από τους Τριάκοντα ο  Αντικλής , αφού το αγόρασε από κείνον, το νοίκιασε σε κάποιον άλλο. Εγώ πάλι,όταν πια επικράτησε  η ειρήνη, το αγόρασα από τον  Αντικλή.

5.Νομίζω , λοιπόν κύριοι  βουλευτές, ότι  καθήκον  μου είναι να αποδείξω ότι, όταν το χωράφι περιήλθε στην κατοχή μου, δεν υπήρχε σ’αυτό μήτε ελιά μήτε  ιερός περίβολος . Γιατί  πιστεύω ότι  ακόμη κι αν υπήρχαν παλιότερα  μέσα σε αυτό πολλές ελιές, θα ήταν άδικο να τιμωρηθώ. Διότι αν δεν ξεριζώθηκαν  εξαιτίας μου, δεν είναι πρέπον  να δικαστώ ως ένοχος  για ξένα αδικήματα.

6.Από  την άλλη, όλοι  γνωρίζετε καλά ότι ο πόλεμος έγινε πρόξενος πολλών άλλων συμφορών, και  ότι οι πιο μακρινές περιοχές λεηλατούνταν από τους Σπαρτιάτες, ενώ οι κοντινότερες ρημάζονταν από τους οικείους μας. Επομένως, θα ήταν δίκαιο να τιμωρηθώ εγώ τώρα για τη  λαίλαπα  που έπεσε   στην πόλη εκείνη την εποχή; Και  επιπλέον  και αυτό το χωράφι, αφού δημεύτηκε στον πόλεμο, έμενε απούλητο περισσότερα από τρία χρόνια .

7.Κι ούτε παράξενο θα ήταν αν τότε έκοβαν τα  ιερά ελαιόδεντρα, τη στιγμή που  ούτε τα δικά μας δεν μπορούσαμε να διαφυλάξουμε. Γνωρίζετε  εξάλλου, κύριοι βουλευτές, όσοι μάλιστα καταγίνεστε με τέτοια ζητήματα, ότι εκείνο τον καιρό υπήρχαν  πολλές πυκνές εκτάσεις με ιδιωτικές και ιερές ελιές, από τις οποίες οι περισσότερες τώρα έχουν κοπεί και  η  γη έχει αποψιλωθεί. Και παρόλο που τα ίδια πρόσωπα τις κατείχαν  και στον  καιρό  της ειρήνης και στον καιρό  του πολέμου, δεν έχετε τη διάθεση  να  τους τιμωρήσετε, εφόσον  τις έκοψαν άλλοι

8.Και συνεπάγεται ότι αν απαλλάσσετε από την ενοχή αυτούς που καλλιεργούσαν   όλη αυτή τη χρονική περίοδο τις εκτάσεις αυτές , τότε πρέπει βέβαια μην επιβάλετε καμία ποινή και σε αυτούς  που τις αγόρασαν τον καιρό της ειρήνης

9.Αλλά , κύριοι βουλευτές, αν και μπορώ  να σας εξιστορήσω πολλά για τα παλιότερα, θαρρώ πως είναι αρκετά όσα ειπώθηκαν. Όταν λοιπόν εγώ πήρα το χωράφι , δεν πέρασαν πέντε μέρες και το εκμίσθωσα στον Καλλίστρατο, όταν άρχοντας ήταν ο Πυθόδωρος.

10.Αυτός το καλλιέργησε   για δύο χρόνια , χωρίς να αποκτήσει ούτε δικό του ούτε ιερό ελαιόδεντρο ούτε περίβολο. Το τρίτο έτος αυτός εδώ ο Δημήτριος δούλεψε σε αυτό για μια χρονιά. Το τέταρτο έτος το εκμίσθωσα στον Αλκία, τον απελεύθερο του Αντισθένη, ο οποίος έχει πεθάνει. Και έπειτα για τρία χρόνια  με το ίδιο καθεστώς  το νοίκιασε ο Πρωτέας. Κι  ανεβείτε  εδώ στο βήμα οι  μάρτυρες.

11.ΜΑΡΤΥΡΕΣ

12.Εγώ λοιπόν, κύριοι βουλευτές, τον προηγούμενο καιρό, αν κάποιοι ισχυρίζονταν ότι είμαι ικανός και λεπτολόγος  κι ότι δεν γίνεται να κάνω τίποτε τυχαία  και ασυλλόγιστα,  θα αγανακτούσα, πιστεύοντας ότι πρόκειται για υπερβολικές εκτιμήσεις , αταίριαστες  με τον χαρακτήρα μου.Τώρα όμως θα ήθελα όλοι σας να έχετε αυτή τη γνώμη για μένα, για να αντιληφθείτε  ότι  εγώ, αν πράγματι σκάρωνα κάτι τέτοιο, θα σκεφτόμουν καλά και  ποιο κέρδος θα αποκόμιζε αυτός που ξερίζωσε την ελιά και ποια τιμωρία θα υφίστατο ο ένοχος και τι θα πετύχαινα, αν  ενεργούσα παρασκηνιακά, και  τι θα πάθαινα από εσάς, αν με ξεμπροστιάζατε.

13.Γιατί όλοι οι άνθρωποι  οδηγούνται σε τέτοιες πράξεις όχι λόγω  αποκοτιάς, αλλά εξαιτίας του κέρδους. Και είναι λογικό  και εσείς να σκέφτεστε έτσι  και οι αντίδικοι να διατυπώνουν τις κατηγορίες πάνω σε αυτή τη γραμμή, αποδεικνύοντας  δηλαδή ποιο όφελος είχαν οι ένοχοι.

14.Αυτός όμως δεν μπορεί να αποδείξει ούτε ότι τάχα αναγκάστηκα  να σκαρώσω τέτοια δουλειά εξαιτίας της φτώχειας μου, ούτε ότι το  χωράφι  έχανε την αξία του από  τον ιερό περίβολο ούτε ότι ήταν εμπόδιο για τις κληματαριές  ούτε ότι ήταν κοντά σε   κάποιο σπίτι ούτε ότι εγώ δεν είχα συνείδηση ότι  θα έμπαινα σε περιπέτειες μαζί σας  , αν έκανα κάτι τέτοιο. Το αντίθετο. Θα μπορούσα  να σας παρουσιάσω αναλυτικά  πολλές σοβαρές  κυρώσεις εναντίον μου

15.Και πρώτα ( με συκοφαντεί) ότι με το που ξημέρωνε  απομάκρυνα τον περίβολο ,σα να  μην έπρεπε  να  κρύψω κάτι τέτοιο  από όλους , αλλά  να το γνωρίζουν όλοι  οι Αθηναίοι. Και  αν ήταν αυτό το πράγμα μόνο  ντροπιαστικό, ίσως κάποιος από τους  περαστικούς δε θα του έδινε σημασία . Τώρα όμως ήμουν αντιμέτωπος με τον κίνδυνο  όχι απλώς να ντροπιαστώ αλλά να τιμωρηθώ με τη βαρύτερη ποινή.

16.Πώς λοιπόν δε θα ήμουν ο πιο αξιοθρήνητος απ΄ τους ανθρώπους , αν τους υπηρέτες μου αδυνατούσα πια, εφόσον θα ήξεραν τέτοιο πράγμα, να τους διαφεντεύω ως  δούλους , αλλά θα μπορούσαν να με διαφεντεύουν εκείνοι για την υπόλοιπη ζωή μου; Ώστε, ακόμη κι αν διέπρατταν τα φοβερότερα αδικήματα σε βάρος μου, δε θα μπορούσα να τους τιμωρήσω. Γιατί θα γνώριζα καλά ότι θα είχαν  οι ίδιοι  τη δυνατότητα  και να με εκδικηθούν και να διεκδικήσουν την ελευθερία τους , αφού  με καταγγείλουν.

17.Από την άλλη πλευρά , αν είχα  σκεφτεί να  μη δώσω καμία σημασία  στους υπηρέτες, πώς θα τολμούσα , αν και είχαν νοικιάσει το χωράφι  τόσοι πολλοί και όλοι  γνώριζαν, να απομακρύνω τον περίβολο  για αμελητέο κέρδος  , εφόσον μάλιστα δε θα υπήρχε καμία απαλλαγή λόγω παρέλευσης του χρόνου για ένα τέτοιο επικίνδυνο έργο, ενώ όλοι όσοι εργάζονταν στο χωράφι έπρεπε να προσέχουν να μην πάθει τίποτε ο περίβολος , ώστε αν κάποιος τους κατηγορούσε, να μπορούν να αναφέρουν σε ποιον τον παρέδωσαν;  Τώρα όμως  είναι φανερό ότι και εμένα με απαλλάσσουν από την ενοχή  και  τους εαυτούς  τους καθιστούν συνενόχους, αν βέβαια λένε ψέματα. 

18.Έστω όμως ότι  τα έπραξα όλα αυτά. Πώς θα μπορούσα να πείσω όλους τους περαστικούς ή τους γείτονες , οι οποίοι όχι μόνο γνωρίζουν ο ένας για τον άλλο  αυτά που  ο καθένας μπορεί να δει, αλλά που ζητούν να  πληροφορηθούν ακόμη κι εκείνα που σπεύδουμε να τα κρύψουμε, για να μη τα μάθει κανένας;  Κι απ’ αυτούς βέβαια άλλοι τυχαίνει να είναι φιλικοί κι άλλοι εχθρικοί απέναντι στις υποθέσεις μου.

19.Αυτούς έπρεπε να παρουσιάσει  εκείνος ως μάρτυρες και όχι απλώς να προβαίνει σε τόσο αμφιλεγόμενες  κατηγορίες. Αυτός που ισχυρίζεται ότι εγώ τάχα επέβλεπα, ενώ οι υπηρέτες μου κατέστρεφαν  τα υπολείμματα του περίβολου  κι ο αμαξάς φόρτωνε και μετέφερε γρήγορα τα ξύλα μακριά.

20.Αλήθεια, τότε έπρεπε Νικόμαχε να καλέσεις τους περαστικούς ως μάρτυρες και να ρίξεις φως στην υπόθεση. Και σε μένα  τότε δε θα άφηνες καμία δυνατότητα να απολογηθώ  κι εσύ ο ίδιος, αν ήμουν εχθρός σου,με αυτό τον τρόπο θα μπορούσες να με εκδικηθείς. Κι αν πάλι νοιαζόσουν για το καλό της πόλης, έχοντας αυτά τα αποδεικτικά στοιχεία, δε θα περνιόσουν για  συκοφάντης.

21.Κι αν επιπλέον ήθελες να κερδίσεις κάτι, τότε θα αποκτούσες περισσότερα. Γιατί καθώς η υπόθεση θα ήταν ολοφάνερη, δε θα πίστευα πως υπάρχει για μένα άλλος δρόμος σωτηρίας από το να σε πείσω. Χωρίς όμως να έχεις κάνει τίποτε από τα παραπάνω, ζητάς για δικούς σου υπολογισμούς να με βλάψεις  και με κατηγορείς ότι  τάχα, εξαιτίας της επιρροής και των χρημάτων μου, κανείς δεν επιθυμεί να παραστεί ως μάρτυρας όσων ισχυρίζεσαι.

22.Και βέβαια, αν τότε που λες ότι με είδες να ξεριζώνω την ιερή ελιά, έφερνες τους εννέα άρχοντες ή κάποιους άλλους  Αρεοπαγίτες, δε θα’χες ανάγκη από άλλους μάρτυρες. Γιατί έτσι θα ήξεραν ότι λες την αλήθεια ακριβώς  εκείνοι που θα αποφάσιζαν για την υπόθεση.

23.Και  βρίσκομαι αντιμέτωπος με φοβερή  δοκιμασία, επειδή , αν έφερνε  μάρτυρες, θα είχε την αξίωση να τους εμπιστευτείτε  κιόλας, καθώς όμως δεν έχει μάρτυρες, νομίζει ότι πρέπει να με βλάψει  και  με αυτό τον τρόπο. Και δεν απορώ καθόλου με αυτόν. Διότι δε θα δυσκολευτεί  ως συκοφάντης βέβαια να  σκαρφιστεί  τέτοιες  κακολογίες , αφού δεν έχει μάρτυρες. Ζητώ όμως από σας να μην έχετε την ίδια γνώμη με αυτόν

24.Γνωρίζετε ασφαλώς ότι στην πεδιάδα υπάρχουν πολλά ιερά ελαιόδεντρα και  ότι πολλά επίσης  έχουν καεί   στα άλλα χωράφια μου, τα οποία αν βεβαίως  ήθελα, θα ήταν πολύ πιο ασφαλές και να τα ξεριζώσω και να τα κόψω  και να καλλιεργήσω έπειτα την περιοχή  , για να φανεί όσο  το  δυνατόν λιγότερο το αδίκημα, καθώς ήταν  πολλά. 

25.Τώρα όμως νοιάζομαι για αυτά  όπως ακριβώς  για την πατρίδα  και την υπόλοιπη περιουσία μου , επειδή θαρρώ πως   διατρέχω κίνδυνο ως προς  και τα δύο αυτά ζητήματα. Σχετικά λοιπόν με αυτά  θα παρουσιάσω  ως  μάρτυρες  εσάς τους ίδιους, οι οποίοι είστε επιφορτισμένοι με την επιμέλειά τους  κάθε μήνα και  κάθε χρόνο μου στέλνετε ειδικούς ελεγκτές. Από αυτούς κανένας  μέχρι τώρα δε μου έκοψε  πρόστιμο, επειδή καλλιεργώ τις περιοχές γύρω από τα ιερά ελαιόδεντρα.

26.Και βέβαια δεν ισχύει ότι  νοιάζομαι  τόσο πολύ για τα μικρά πρόστιμα, ενώ δεν  υπολογίζω καθόλου τους κινδύνους για τη ζωή μου. Και  δίνω την εντύπωση ότι ενδιαφέρομαι τόσο πολύ για τις πολλές  ελιές , που ευκολότερα θα μπορούσα να τις ρημάξω,  ενώ για τη μοναδική ιερή ελιά , που ήταν αδύνατο να την ξεριζώσω στα κρυφά, τώρα δικάζομαι, επειδή τάχα την πείραξα.

27.Και πότε ήταν καλύτερα για μένα , κύριοι βουλευτές, να διαπράξω παρανομία, στην περιόδο της δημοκρατίας ή όταν επιβλήθηκε το καθεστώς των Τριάκοντα; Και  δεν εννοώ ότι τότε  είχα τη δυνατότητα  ή  ότι τώρα έχω συκοφαντηθεί, αλλά ότι όποιος ήθελε μπορούσε να αδικήσει πιο εύκολα τότε παρά τώρα.  Θα σας αποδείξω  λοιπόν ότι  εκείνη την εποχή  δε   διέπραξα ούτε τέτοιο ούτε  οποιοδήποτε άλλο έγκλημα.

28.Πώς λοιπόν, αν δεν ήμουν ο πιο κακόβουλος για τον εαυτό του από όλους τους ανθρώπους, θα επιχειρούσα ,τη στιγμή που  εσείς δείχνετε τέτοια  επιμέλεια, να ξεριζώσω την ιερή ελιά από αυτή την περιοχή, στην οποία δεν υπάρχει κανένα δέντρο παρά μόνο ο ιερός περίβολος μιας ελιάς, όπως διατείνεται αυτός, και όλη   την περιοχή την περικυκλώνει  δρόμος και στις δύο πλευρές του  κατοικούν  γείτονες , ενώ είναι αφύλακτη και  ορατή  από  παντού; Αλήθεια, ποιος θα αποτολμούσε να επιχειρήσει τέτοιο πράγμα  με αυτά τα δεδομένα;

29.Και μου προκαλεί φοβερή εντύπωση  από τη μία πλευρά εσείς , στους οποίους ανατέθηκε από την πόλη η  συνεχής επίβλεψη των ιερών ελαιόδεντρων, να μη μου  έχετε επιβάλει ποτέ ως τώρα  πρόστιμο με την κατηγορία ότι  εκτελούσα παράνομες εργασίες  ούτε να με έχετε σύρει στα δικαστήρια με το σκεπτικό ότι κατέστρεψα κάποια ελιά, ενώ αυτός  ο  οποίος ούτε τυχαίνει να εκτελεί  εκεί κοντά κάποια γεωργική εργασία  ούτε έχει  επιλεγεί  ως επιθεωρητής ούτε έχει την κατάλληλη ηλικία ώστε να γνωρίζει περί τέτοιων θεμάτων, να έχει υποβάλει έγγραφη καταγγελία εναντίον μου ότι ξερίζωσα την ιερή ελιά από το χωράφι.

30.Σας  παρακαλώ λοιπόν να μη θεωρείτε τις συκοφαντίες αυτού του είδους εγκυρότερες  από τα γεγονότα  μήτε  να ανεχτείτε  να ξεστομίζουν οι εχθροί μου τέτοια λόγια για  πράγματα  για τα οποία  έχετε δική σας γνώμη, λαμβάνοντας υπόψη σας και αυτά που ειπώθηκαν και τη συμπεριφορά μου στον υπόλοιπο δημόσιο βίο μου.

31.Διότι εγώ όλα όσα μου ανέθεταν  με μεγαλύτερη προθυμία τα  διεκπεραίωνα  από όσο με ανάγκαζε η πόλη, αφού  και τριήραρχος διετέλεσα και χρήματα συνεισέφερα σε ώρα πολέμου και χορηγός υπήρξα και με μεγαλύτερη γενναιοδωρία  από οποιονδήποτε πολίτη ανέλαβα τις υπόλοιπες λειτουργίες.

32.Και  φυσικά, αν έκανα  αυτά με μέτριο τρόπο και χωρίς προθυμία, δεν υπήρχε περίπτωση να  μπω σε δικαστικές  περιπέτειες  με το ενδεχόμενο να εξοριστώ ή να διακινδυνεύσω  την υπόλοιπη περιουσία μου  , αλλά περισσότερα θα είχα αποκτήσει, χωρίς να διαπράττω κάποια  αδικία  ούτε να θέτω τη ζωή μου σε κίνδυνο. Αν όμως έκανα αυτά που μου καταλογίζει αυτός, τίποτε απολύτως δε θα κέρδιζα και τον εαυτό μου   σε μπελάδες θα έβαζα.

33.Επομένως, όλοι θα παραδεχτείτε ότι είναι πιο δίκαιο τις σοβαρότερες αποδείξεις να τις χρησιμοποιείτε  για τα σοβαρότερα ζητήματα και να θεωρείτε περισσότερο αξιόπιστα αυτά που με τις μαρτυρίες της επιβεβαιώνει όλη η πόλη παρά τις  κατηγορίες που μόνος του αυτός διατυπώνει.

34.Επιπλέον, κύριοι βουλευτές, εξετάστε το  ζήτημα και από άλλες πλευρές. Διότι έχοντας μάρτυρες πήγα σ΄αυτόν και του είπα ότι έχω ακόμη στην κατοχή μου όλους τους υπηρέτες που είχα αποκτήσει, όταν παρέλαβα το χωράφι, και είμαι πρόθυμος, αν το επιθυμούσε, να του παραδώσω κάποιον για να τον εξετάσει ο ίδιος, επειδή θεώρησα ότι ο έλεγχος αυτού του είδους θα ήταν ισχυρότερος από τα δικά του επιχειρήματα και τις δικές μου πράξεις.

35.Αυτός όμως αρνήθηκε με τον ισχυρισμό ότι οι δούλοι δεν είναι καθόλου αξιόπιστοι. Εγώ όμως κρίνω ότι είναι παράδοξο οι υπηρέτες  που ελέγχονται   να κατηγορούν τον εαυτό τους, ξέροντας καλά ότι έτσι θα πεθάνουν, ενώ για τους αφέντες τους, που από φυσικού τους τους εχθρεύονται, να προτιμούν  να ανέχονται να τους ελέγχουν  βασανιστικά παρά να  τους κατηγορήσουν  και να απαλλαγούν έτσι από τα βάσανα που τους βρήκαν.

36.Και είναι φανερό σε όλους, όπως πιστεύω, κύριοι βουλευτές, ότι αν δεν παρέδιδα τους ανθρώπους αυτούς στον Νικόμαχο, κατόπιν αιτήματός του, θα έδινα την εντύπωση ότι υπάρχει κάποια σκιά  στη συνείδησή μου .Εφόσον  όμως εκείνος δεν ήθελε  να τους παραλάβει, ενώ  εγώ ήμουν πρόθυμος να τους παραδώσω, είναι δίκαιο και για αυτόν  να έχετε την ίδια γνώμη, αφού άλλωστε και ο κίνδυνος δεν είναι  ίδιος και για τους δύο.

37.Διότι  αν  οι  υπηρέτες έλεγαν όσα επιθυμεί αυτός,  εγώ δε θα μπορούσα καν να απολογηθώ. Αν όμως  δε συμφωνούσαν μαζί του,  αυτός ούτε που  θα κρινόταν ένοχος ούτε  που θα’ ταν αντιμέτωπος με  κάποια κύρωση. Συνεπώς, πολύ περισσότερο ήταν ανάγκη αυτός να τους παραλάβει παρά εγώ να τους παραδώσω.  Εγώ  λοιπόν τόσο μεγάλη προθυμία έδειχνα, επειδή νόμιζα ότι με συμφέρει και με βασανιστικούς ελέγχους και με μάρτυρες και με αποδείξεις να πληροφορηθείτε εσείς την αλήθεια  για την υπόθεση.

38.Πρέπει όμως να σκεφτείτε, κύριοι βουλευτές, ποιους  από τους δύο πρέπει να εμπιστεύεστε  περισσότερο, αυτούς που έχουν καταθέσει υπέρ τους πολλοί μάρτυρες ή  αυτόν που δεν τόλμησε κανείς να τον υπερασπιστεί, και  ποιο από τα δύο είναι περισσότερο λογικό : να λέει ψέματα αυτός  χωρίς  να διατρέχει κανένα κίνδυνο ή εγώ να προχωρήσω σε μία τέτοια πράξη όντας αντιμέτωπος με τόσο μεγάλο κίνδυνο, και τι από τα δύο νομίζετε για αυτόν :ότι ενεργεί  υπέρ της πόλεως ή ότι με κατηγορεί με συκοφαντίες;

39.Κατά τη γνώμη μου,όμως, αντιλαμβάνεστε ότι ο Νικόμαχος, αφού παρασύρθηκε από τους εχθρούς μου, διεξάγει εναντίον μου αυτή τη δίκη, όχι επειδή ελπίζει ότι θα αποδείξει την ενοχή  μου, αλλά επειδή προσδοκεί ότι θα λάβει από μένα χρήματα. Γιατί  όσο περισσότερο οι άνθρωποι  αυτού του είδους  αισθάνονται ένοχοι και ανίκανοι να αντιμετωπίσουν αυτές τις δίκες , τόσο περισσότερο τις αποφεύγουν όλοι τους.

40.Εγώ όμως, κύριοι βουλευτές, δε σκεφτόμουν έτσι, αλλά από την ώρα που  με κατηγόρησε, παρουσιάστηκα εδώ, για να με αντιμετωπίσετε κατά τη βούλησή σας, και στο πλαίσιο  αυτής της δίκης δεν είχα συνδιαλλαγή  με κανέναν από τους εχθρούς μου, οι οποίοι με διαβάλλουν με μεγαλύτερη  ευχαρίστηση από εκείνη που αισθάνονται , όταν επαινούν τους εαυτούς τους. Εξάλλου, κανείς δεν επιχείρησε ποτέ ως τώρα να με βλάψει φανερά αυτοπροσώπως , απλώς στέλνουν εναντίον μου τέτοιους ανθρώπους τους οποίους δικαιολογημένα εσείς αδυνατείτε να εμπιστευτείτε.

41.Όμως ο πιο αξιολύπητος απ’όλους θα γίνω , αν εξοριστώ άδικα ,άτεκνος και μόνος, με το σπίτι μου ερημωμένο, με μια μητέρα που θα  γίνει η φτωχότερη όλων, στερημένος από   τέτοια  πατρίδα για τόσο επαίσχυντες κατηγορίες, ενώ έχω  λάβει μέρος σε πολλές ναυμαχίες για την υπεράσπισή της και πολλές μάχες έχω δώσει και συμπεριφέρθηκα με κόσμιο τρόπο και στην περίοδο της δημοκρατίας και στην αντίστοιχη της ολιγαρχίας.

42.Αλλά βέβαια, κύριοι βουλευτές, δεν ξέρω γιατί πρέπει να κάνω τέτοιες αναφορές απ΄αυτό  εδώ το βήμα. Σας απέδειξα ότι δεν υπήρχε ιερός περίβολος μέσα στο χωράφι και μάρτυρες σας έφερα και αποδείξεις. Αυτά έχοντας κατά νου πρέπει να αποφασίσετε για την υπόθεση και να ζητήσετε να μάθετε απ’αυτόν για ποιο λόγο , ενώ ήταν δυνατό να με αποκαλύψει επ’αυτοφόρω,ύστερα από τόσο καιρό κίνησε εναντίον μου τόσο σοβαρή  δίκη 

43.και  γιατί , ενώ δεν παρουσίασε κανένα μάρτυρα, έχει την απαίτηση να εμπιστευτείτε τους ισχυρισμούς του, αν και έχει τη δυνατότητα να αποδείξει πως είμαι ένοχος  με βάση τα ίδια τα γεγονότα και  γιατί ,ενώ εγώ του παραχωρούσα  όλους τους υπηρέτες μου, που όπως λέει ήταν παρόντες,  δεν ήθελε να παραλάβει.

Κώστας Τσιαχρής 

ΑΡΧΑΙΟ  ΚΕΙΜΕΝΟ

1.Πρότερον μέν, ὦ βουλή, ἐνόμιζον ἐξεῖναι τῷ βουλομένῳ, ἡσυχίαν ἄγοντι, μήτε δίκας ἔχειν μήτε πράγματα· νυνὶ δὲ οὕτως ἀπροσδοκήτως αἰτίαις καὶ πονηροῖς συκοφάνταις περιπέπτωκα, ὥστ᾽ εἴ πως οἷόν τε, δοκεῖ μοι δεῖν καὶ τοὺς μὴ γεγονότας ἤδη δεδιέναι περὶ τῶν  μελλόντων ἔσεσθαι· διὰ γὰρ τοὺς τοιούτους οἱ κίνδυνοι [οἱ] κοινοὶ γίγνονται καὶ τοῖς μηδὲν ἀδικοῦσι καὶ τοῖς πολλὰ ἡμαρτηκόσιν.

2.Οὕτω δ᾽ ἄπορος ὁ ἀγών μοι καθέστηκεν, ὥστε ἀπεγράφην τὸ μὲν πρῶτον ἐλάαν ἐκ τῆς γῆς ἀφανίζειν, καὶ πρὸς τοὺς ἐωνημένους τοὺς καρποὺς τῶν μοριῶν πυνθανόμενοι προσῇσαν· ἐπειδὴ δ᾽ ἐκ τούτου τοῦ τρόπου ἀδικοῦντά με οὐδὲν εὑρεῖν ἐδυνήθησαν, νυνί με σηκόν ‹φασιν› ἀφανίζειν, οἰόμενοι ἐμοὶ μὲν ταύτην τὴν αἰτίαν ἀπορωτάτην εἶναι ἀπελέγξαι, αὐτοῖς δὲ ἐξεῖναι μᾶλλον ὅ τι ἂν βούλωνται λέγειν.

3.Καὶ δεῖ με, περὶ ὧν οὗτος ἐπιβεβουλευκὼς ἥκει, ἅμ᾽ ὑμῖν τοῖς διαγνωσομένοις περὶ τοῦ πράγματος ἀκούσαντα καὶ περὶ τῆς πατρίδος καὶ περὶ τῆς οὐσίας ἀγωνίσασθαι. ὅμως δὲ πειράσομαι ἐξ ἀρχῆς ὑμᾶς διδάξαι.

4.Ἦν μὲν γὰρ τοῦτο Πεισάνδρου τὸ χωρίον, δημευθέντων δὲ τῶν ὄντων ἐκείνου Ἀπολλόδωρος ὁ Μεγαρεὺς δωρεὰν παρὰ τοῦ δήμου λαβὼν τὸν μὲν ἄλλον χρόνον ἐγεώργει, ὀλίγῳ δὲ πρὸ τῶν τριάκοντα Ἀντικλῆς παρ᾽ αὐτοῦ πριάμενος ἐξεμίσθωσεν· ἐγὼ δὲ παρ᾽ Ἀντικλέους εἰρήνης οὔσης ὠνοῦμαι.

5.Ἡγοῦμαι τοίνυν, ὦ βουλή, ἐμὸν ἔργον ἀποδεῖξαι, ὡς, ἐπειδὴ τὸ χωρίον ἐκτησάμην, οὔτ᾽ ἐλάα οὔτε σηκὸς ἐνῆν ἐν αὐτῷ. νομίζω γὰρ τοῦ μὲν προτέρου χρόνου, οὐδ᾽ εἰ πολλαὶ ἐνῆσαν μοριαί, οὐκ ἂν δικαίως ζημιοῦσθαι· εἰ γὰρ μὴ δι᾽ ἡμᾶς εἰσιν ἠφανισμέναι, οὐδὲν προσήκει περὶ τῶν ἀλλοτρίων ἁμαρτημάτων ὡς ἀδικοῦντας κινδυνεύειν.

6.Πάντες γὰρ ἐπίστασθε ὅτι ‹ὁ› πόλεμος καὶ ἄλλων πολλῶν αἴτιος κακῶν γεγένηται, καὶ τὰ μὲν πόρρω ὑπὸ Λακεδαιμονίων ἐτέμνετο, τὰ δ᾽ ἐγγὺς ὑπὸ τῶν φίλων διηρπάζετο· ὥστε πῶς ἂν δικαίως ὑπὲρ τῶν ‹τότε› τῇ πόλει γεγενημένων συμφορῶν ἐγὼ νυνὶ δίκην διδοίην; ἄλλως τε καὶ τοῦτο τὸ χωρίον ἐν τῷ πολέμῳ δημευθὲν ἄπρατον ἦν πλεῖν ἢ τρία ἔτη.

7.Οὐ θαυμαστὸν δ᾽εἰ τότε τὰς μοριὰς ἐξέκοπτον, ἐν ᾧ οὐδὲ τὰ ἡμέτερ᾽ αὐτῶν φυλάττειν ἐδυνάμεθα. ἐπίστασθε δέ, ὦ βουλή, ὅσοι μάλιστα τῶν τοιούτων ἐπιμέλεσθε, πολλὰ ἐν ἐκείνῳ τῷ χρόνῳ δασέα ὄντα ἰδίαις καὶ μοριαῖς ἐλάαις, ὧν νῦν τὰ πολλὰ ἐκκέκοπται καὶ ἡ γῆ ψιλὴ γεγένηται· καὶ τῶν αὐτῶν καὶ ἐν τῇ εἰρήνῃ καὶ ἐν τῷ πολέμῳ κεκτημένων οὐκ ἀξιοῦτε παρ᾽ αὐτῶν, ἑτέρων ἐκκοψάντων, δίκην λαμβάνειν.

8.Καίτοι εἰ τοὺς διὰ παντὸς τοῦ χρόνου γεωργοῦντας τῆς αἰτίας ἀφίετε, ἦ που χρὴ τούς γ᾽ ἐν τῇ εἰρήνῃ πριαμένους ἀφ᾽ ὑμῶν ἀζημίους γενέσθαι.

9.Ἀλλὰ γάρ, ὦ βουλή, περὶ μὲν τῶν πρότερον γεγενημένων πολλὰ ἔχων εἰπεῖν ἱκανὰ νομίζω τὰ εἰρημένα· ἐπειδὴ δ᾽ ἐγὼ παρέλαβον τὸ χωρίον, πρὶν ἡμέρας πέντε γενέσθαι, ἀπεμίσθωσα Καλλιστράτῳ, ἐπὶ Πυθοδώρου ἄρχοντος·

10.Ὃς δύο ἔτη ἐγεώργησεν, οὔτε ἰδίαν ἐλάαν οὔτε μοριὰν οὔτε σηκὸν παραλαβών. τρίτῳ δὲ ἔτει Δημήτριος οὑτοσὶ ἠργάσατο ἐνιαυτόν· τῷ δὲ τετάρτῳ Ἀλκίᾳ Ἀντισθένους ἀπελευθέρῳ ἐμίσθωσα, ὃς τέθνηκε· κᾆτα τρία ἔτη ὁμοίως καὶ Πρωτέας ἐμισθώσατο. Καί μοι δεῦρ᾽ ἴτε, μάρτυρες.

ΜΑΡΤΥΡΕΣ

11.Ἐπειδὴ τοίνυν ὁ χρόνος οὗτος ἐξήκει, αὐτὸς γεωργῶ. φησὶ δὲ ὁ κατήγορος ἐπὶ Σουνιάδου ἄρχοντος σηκὸν ὑπ᾽ ἐμοῦ ἐκκεκόφθαι. ὑμῖν δὲ μεμαρτυρήκασιν οἱ πρότερον ἐργαζόμενοι καὶ πολλὰ ἔτη παρ᾽ ἐμοῦ μεμισθωμένοι μὴ εἶναι σηκὸν ἐν τῷ χωρίῳ. καίτοι πῶς ἄν τις φανερώτερον ἐξελέγξειε ψευδόμενον τὸν κατήγορον; οὐ γὰρ οἷόν τε, ἃ πρότερον μὴ ἦν, ταῦτα τὸν ὕστερον ἐργαζόμενον ἀφανίζειν.

12.Ἐγὼ τοίνυν, ὦ βουλή, ἐν μὲν τῷ τέως χρόνῳ, ὅσοι με φάσκοιεν δεινὸν εἶναι καὶ ἀκριβῆ καὶ οὐδὲν ἂν εἰκῇ καὶ ἀλογίστως ποιῆσαι, ἠγανάκτουν ἄν, ἡγούμενος μᾶλλον λέγεσθαι ‹ἢ› ὥς μοι προσῆκε· νῦν δὲ πάντας ἂν ὑμᾶς βουλοίμην περὶ ἐμοῦ ταύτην τὴν γνώμην ἔχειν, ἵνα ἡγῆσθέ με σκοπεῖν ‹ἂν›, εἴπερ τοιούτοις ἔργοις ἐπεχείρουν, καὶ ὅ τι κέρδος ἐγίγνετό τῷ ἀφανίσαντι καὶ ἥτις ζημία τῷ ποιήσαντι, καὶ τί ἂν λαθὼν διεπραξάμην καὶ τί ἂν φανερὸς γενόμενος ὑφ᾽ ὑμῶν ἔπασχον.

13.Πάντες γὰρ ἄνθρωποι τὰ τοιαῦτα οὐχ ὕβρεως ἀλλὰ κέρδους ἕνεκα ποιοῦσι· καὶ ὑμᾶς εἰκὸς οὕτω σκοπεῖν, καὶ τοὺς ἀντιδίκους ἐκ τούτων τὰς κατηγορίας ποιεῖσθαι, ἀποφαίνοντας ἥτις ὠφέλεια τοῖς ἀδικήσασιν ἐγίγνετο.

14.Οὗτος μέντοι οὐκ ἂν ἔχοι ἀποδεῖξαι οὔθ᾽ ὡς ὑπὸ πενίας ἠναγκάσθην τοιούτοις ἔργοις ἐπιχειρεῖν, οὔθ᾽ ὡς τὸ χωρίον μοι διεφθείρετο τοῦ σηκοῦ ὄντος, οὔθ᾽ ὡς ἀμπέλοις ἐμποδὼν ἦν, οὔθ᾽ ὡς οἰκίας ἐγγύς, οὔθ᾽ ὡς ἐγὼ ἄπειρος τῶν παρ᾽ ὑμῖν κινδύνων, εἴ τι τοιοῦτον ἔπραττον. πολλὰς ‹γὰρ› ἂν καὶ μεγάλας ἐμαυτῷ ζημίας γιγνομένας ἀποφήναιμι·

15.Ὃς πρῶτον μὲν μεθ᾽ ἡμέραν ἐξέκοπτον τὸν σηκόν, ὥσπερ οὐ πάντας λαθεῖν δέον, ἀλλὰ πάντας Ἀθηναίους εἰδέναι. καὶ εἰ μὲν αἰσχρὸν ἦν μόνον τὸ πρᾶγμα, ἴσως ἄν τις τῶν παριόντων ἠμέλησε· νῦν δ᾽ οὐ περὶ αἰσχύνης ἀλλὰ τῆς μεγίστης ζημίας ἐκινδύνευον.

16.Πῶς δ᾽ οὐκ ἂν ἦ ἀθλιώτατος ἀνθρώπων ἁπάντων, εἰ τοὺς ἐμαυτοῦ θεράποντας μηκέτι δούλους ἔμελλον ἕξειν ἀλλὰ δεσπότας τὸν λοιπὸν βίον, τοιοῦτον ἔργον συνειδότας; ὥστε εἰ καὶ τὰ μέγιστα εἰς ἐμὲ ἐξημάρτανον, οὐκ ἂν οἷόν τ᾽ ἦν δίκην με παρ᾽ αὐτῶν λαμβάνειν· εὖ γὰρ ἂν ᾔδη ὅτι ἐπ᾽ ἐκείνοις ἦν καὶ ἐμὲ τιμωρήσασθαι καὶ αὐτοῖς μηνύσασιν ἐλευθέροις γενέσθαι.

17.Ἒτι τοίνυν, εἰ τῶν οἰκετῶν παρέστη μοι μηδὲν φροντίζειν, πῶς ἂν ἐτόλμησα τοσούτων μεμισθωμένων καὶ ἁπάντων συνειδότων ἀφανίσαι τὸν σηκὸν βραχέος μὲν κέρδους ἕνεκα, προθεσμίας δὲ οὐδεμιᾶς οὔσης τῷ κινδύνῳ τοῖς εἰργασμένοις ἅπασι τὸ χωρίον ὁμοίως προσῆκον εἶναι σῶν τὸν σηκόν, ἵν᾽ εἴ τις αὐτοὺς ᾐτιᾶτο, εἶχον ἀνενεγκεῖν ὅτῳ παρέδοσαν; νῦν δὲ καὶ ἐμὲ ἀπολύσαντες φαίνονται, καὶ σφᾶς αὐτούς, εἴπερ ψεύδονται, μετόχους τῆς αἰτίας καθιστάντες.

18.Εἰ τοίνυν καὶ ταῦτα παρεσκευασάμην, πῶς ἂν οἷός τ᾽ ἦν πάντας πεῖσαι τοὺς παριόντας, ἢ τοὺς γείτονας, οἳ οὐ μόνον ἀλλήλων ταῦτ᾽ ἴσασιν ἃ πᾶσιν ὁρᾶν ἔξεστιν, ἀλλὰ καὶ περὶ ὧν ἀποκρυπτόμεθα μηδένα εἰδέναι ‹ἐπειγόμενοι›, καὶ περὶ ἐκείνων πυνθάνονται; ἐμοὶ τοίνυν τούτων οἱ μὲν φίλοι οἱ δὲ διάφοροι περὶ τῶν ἐμῶν τυγχάνουσιν ὄντες·

19.Οὓς ἐχρῆν τοῦτον παρασχέσθαι μάρτυρας, καὶ μὴ μόνον οὕτως τολμηρὰς κατηγορίας ποιεῖσθαι· ὅς φησιν ὡς ἐγὼ μὲν παρειστήκη, οἱ δ᾽ οἰκέται ἐξέτεμνον τὰ πρέμνα, ἀναθέμενος δὲ ὁ βοηλάτης ᾤχετο ἀπάγων τὰ ξύλα.

20.Καίτοι, ὦ Νικόμαχε, χρῆν σε τότε καὶ παρακαλεῖν τοὺς παριόντας μάρτυρας, καὶ φανερὸν ποιεῖν τὸ πρᾶγμα· καὶ ἐμοὶ μὲν οὐδεμίαν ἂν ἀπολογίαν ὑπέλιπες, αὐτὸς δέ, εἰ μέν σοι ἐχθρὸς ἦ, ἐν τούτῳ τῷ τρόπῳ ἦσθα ἄν με τετιμωρημένος, εἰ δὲ τῆς πόλεως ἕνεκα ἔπραττες, οὕτως ἐξελέγξας οὐκ ἂν ἐδόκεις εἶναι συκοφάντης,

21.Εἰ δὲ κερδαίνειν ἐβούλου, τότ᾽ ἂν πλεῖστον ἔλαβες· φανεροῦ γὰρ ὄντος τοῦ πράγματος οὐδεμίαν ἄλλην ἡγούμην ἂν εἶναί μοι σωτηρίαν ἢ σὲ πεῖσαι. τούτων τοίνυν οὐδὲν ποιήσας διὰ τοὺς σοὺς λόγους ἀξιοῖς με ἀπολέσθαι, καὶ κατηγορεῖς ὡς ὑπὸ τῆς ἐμῆς δυνάμεως καὶ τῶν ἐμῶν χρημάτων οὐδεὶς ἐθέλει σοι μαρτυρεῖν.

22.Καίτοι εἰ ‹ὅτε› φής μ᾽ ἰδεῖν τὴν μοριὰν ἀφανίζοντα τοὺς ἐννέα ἄρχοντας ἐπήγαγες ἢ ἄλλους τινὰς τῶν ἐξ Ἀρείου πάγου, οὐκ ἂν ἑτέρων ἔδει σοι μαρτύρων· οὕτω γὰρ ἄν σοι συνῄδεσαν ἀληθῆ λέγοντι, οἵπερ καὶ διαγιγνώσκειν ἔμελλον περὶ τοῦ πράγματος.

23.Δεινότατα οὖν πάσχω, ὅτ᾽ εἰ μὲν παρέσχετο μάρτυρας, τούτοις ἂν ἠξίου πιστεύειν, ἐπειδὴ δὲ οὐκ εἰσὶν αὐτῷ, ἐμοὶ καὶ ταύτην [τὴν] ζημίαν οἴεται χρῆναι γενέσθαι. καὶ τούτου μὲν οὐ θαυμάζω· οὐ γὰρ δήπου συκοφαντῶν ἅμα τοιούτων τε λόγων ἀπορήσει καὶ μαρτύρων· ὑμᾶς δ᾽ οὐκ ἀξιῶ τὴν αὐτὴν τούτῳ γνώμην ἔχειν.

24.Έπίστασθε γὰρ ἐν τῷ πεδίῳ πολλὰς μοριὰς οὔσας καὶ πυρκαϊὰς ἐν τοῖς ἄλλοις τοῖς ἐμοῖς χωρίοις, ἅς, εἴπερ ἐπεθύμουν, πολὺ ἦν ἀσφαλέστερον καὶ ἀφανίσαι καὶ ἐκκόψαι καὶ ἐπεργάσασθαι, ὅσῳπερ ἧττον τὸ ἀδίκημα πολλῶν οὐσῶν ἔμελλε δῆλον ἔσεσθαι.

25.Νῦν δ᾽ οὕτως αὐτὰς περὶ πολλοῦ ποιοῦμαι ὥσπερ ‹καὶ τὴν πατρίδα› καὶ τὴν ἄλλην οὐσίαν, ἡγούμενος περὶ ἀμφοτέρων τούτων εἶναί μοι τὸν κίνδυνον. αὐτοὺς τοίνυν ὑμᾶς τούτων μάρτυρας παρέξομαι, ἐπιμελομένους μὲν ἑκάστου μηνός, ἐπιγνώμονας δὲ πέμποντας καθ᾽ ἕκαστον ἐνιαυτόν· ὧν οὐδεὶς πώποτ᾽ ἐζημίωσέ μ᾽ ὡς ἐργαζόμενον τὰ περὶ τὰς μοριὰς χωρία.

26.Καίτοι οὐ δήπου τὰς μὲν μικρὰς ζημίας οὕτω περὶ πολλοῦ ποιοῦμαι, τοὺς δὲ περὶ τοῦ σώματος κινδύνους οὕτω περὶ οὐδενὸς ἡγοῦμαι· καὶ τὰς μὲν πολλὰς ἐλάας, εἰς ἃς ἐξῆν μᾶλλον ἐξαμαρτάνειν, οὕτω θεραπεύων φαίνομαι, τὴν δὲ ‹μίαν› μοριάν, ἣν οὐχ οἷόν τ᾽ ἦν λαθεῖν ἐξορύξαντα, ὡς ἀφανίζων νυνὶ κρίνομαι.

27.Πότερον δέ μοι κρεῖττον ἦν, ὦ βουλή, δημοκρατίας οὔσης παρανομεῖν ἢ ἐπὶ τῶν τριάκοντα; καὶ οὐ λέγω ὡς τότε δυνάμενος ἢ ὡς νῦν διαβεβλημένος, ἀλλ᾽ὡς τῷ βουλομένῳ τότε μᾶλλον ἐξὸν ἀδικεῖν ἢ νυνί. ἐγὼ τοίνυν οὐδ᾽ ἐν ἐκείνῳ τῷ χρόνῳ οὔτε τοιοῦτο οὔτε ἄλλο οὐδὲν κακὸν ποιήσας φανήσομαι.

28.Πῶς δ᾽ ἄν, εἰ μὴ πάντων ἀνθρώπων ἐμαυτῷ κακονούστατος ἦ, ὑμῶν οὕτως ἐπιμελομένων ἐκ τούτου τὴν μοριὰν ἀφανίζειν ἐπεχείρησα τοῦ χωρίου, ἐν ᾧ δένδρον μὲν οὐδὲ ἕν ἐστι, μιᾶς δὲ ἐλάας σηκός, ὡς οὗτός φησιν, ἦν, κυκλόθεν δὲ ὁδὸς περιέχει, ἀμφοτέρωθεν δὲ γείτονες περιοικοῦσιν, ἄερκτον δὲ καὶ πανταχόθεν κάτοπτόν ἐστιν; ὥστε τίς ἂν ἀπετόλμησε, τούτων οὕτως ἐχόντων, ἐπιχειρῆσαι τοιούτῳ πράγματι;

29.Δεινὸν δέ μοι δοκεῖ εἶναι ὑμᾶς μέν, οἷς ὑπὸ τῆς πόλεως τὸν ἅπαντα χρόνον προστέτακται τῶν μοριῶν ἐλαῶν ἐπιμέλεσθαι, μήθ᾽ ὡς ἐπεργαζόμενον πώποτε ζημιῶσαί ‹με› μήθ᾽ ὡς ἀφανίσαντα εἰς κίνδυνον καταστῆσαι, τοῦτον δ᾽ ὃς οὔτε γεωργῶν ἐγγὺς τυγχάνει οὔτ᾽ ἐπιμελητὴς ᾑρημένος οὔθ᾽ ἡλικίαν ἔχων εἰδέναι περὶ τῶν τοιούτων, ἀπογράψαι με ἐκ τῆς γῆς μοριὰν ἀφανίζειν.

30.Ἐγὼ τοίνυν δέομαι ὑμῶν μὴ τοὺς τοιούτους λόγους πιστοτέρους ἡγήσασθαι τῶν ἔργων, μηδὲ περὶ ὧν αὐτοὶ σύνιστε, ταῦτ᾽ ἀνασχέσθαι τῶν ἐμῶν ἐχθρῶν λεγόντων, ἐνθυμουμένους καὶ ἐκ τῶν εἰρημένων καὶ ἐκ τῆς ἄλλης πολιτείας.

31.Ἐγὼ γὰρ τὰ ἐμοὶ προστεταγμένα ἅπαντα προθυμότερον πεποίηκα ‹ἢ› ὡς ὑπὸ τῆς πόλεως ἠναγκαζόμην, καὶ τριηραρχῶν καὶ εἰσφορὰς εἰσφέρων καὶ χορηγῶν καὶ τἆλλα λῃτουργῶν οὐδενὸς ἧττον πολυτελῶς τῶν πολιτῶν.

32.Καίτοι ταῦτα μὲν μετρίως ποιῶν ἀλλὰ μὴ προθύμως οὔτ᾽ ἂν περὶ φυγῆς οὔτ᾽ ἂν περὶ τῆς ἄλλης οὐσίας ἠγωνιζόμην, πλείω δ᾽ ἂν ἐκεκτήμην, οὐδὲν ἀδικῶν οὐδ᾽ ἐπικίνδυνον ἐμαυτῷ καταστήσας τὸν βίον· ταῦτα δὲ πράξας, ἃ οὗτός μου κατηγορεῖ, ἐκέρδαινον μὲν οὐδέν, ἐμαυτὸν δ᾽ εἰς κίνδυνον καθίστην.

33.Καίτοι πάντες ἂν ὁμολογήσαιτε δικαιότερον εἶναι τοῖς μεγάλοις χρῆσθαι τεκμηρίοις περὶ τῶν μεγάλων, καὶ πιστότερα ἡγεῖσθαι περὶ ὧν ἅπασα ἡ πόλις μαρτυρεῖ, μᾶλλον ἢ περὶ ὧν μόνος οὗτος κατηγορεῖ.

34.Ἔτι τοίνυν, ὦ βουλή, ἐκ τῶν ἄλλων σκέψασθε. μάρτυρας γὰρ ἔχων αὐτῷ προσῆλθον, λέγων ὅτι μοι πάντες ‹ἔτι› εἰσὶν οἱ θεράποντες, οὓς ἐκεκτήμην ἐπειδὴ παρέλαβον τὸ χωρίον, καὶ ἕτοιμός εἰμι, εἴ τινα βούλοιτο, παραδοῦναι βασανίζειν, ἡγούμενος οὕτως ἂν τὸν ἔλεγχον ἰσχυρότερον γενέσθαι τῶν τούτου λόγων καὶ τῶν ἔργων τῶν ἐμῶν.

35.Οὗτος δ᾽ οὐκ ἤθελεν, οὐδὲν φάσκων πιστὸν εἶναι τοῖς θεράπουσιν. ἐμοὶ δὲ δοκεῖ ‹δεινὸν› εἶναι, εἰ περὶ αὑτῶν μὲν οἱ βασανιζόμενοι κατηγοροῦσιν, εὖ εἰδότες ὅτι ἀποθανοῦνται, περὶ δὲ τῶν δεσποτῶν, οἷς πεφύκασι κακονούστατοι, μᾶλλον ἂν ἕλοιντο ἀνέχεσθαι βασανιζόμενοι ἢ κατειπόντες ἀπηλλάχθαι τῶν παρόντων κακῶν.

36.Καὶ μὲν δή, ὦ βουλή, φανερὸν οἶμαι εἶναι πᾶσιν ὅτι, εἰ Νικομάχου ἐξαιτοῦντος τοὺς ἀνθρώπους μὴ παρεδίδουν, ἐδόκουν ἂν ἐμαυτῷ συνειδέναι· ἐπειδὴ τοίνυν ἐμοῦ παραδιδόντος οὗτος παραλαβεῖν οὐκ ἤθελε, δίκαιον καὶ περὶ τούτου τὴν αὐτὴν γνώμην ἔχειν, ἄλλως τε καὶ τοῦ κινδύνου οὐκ ἴσου ἀμφοτέροις ὄντος.

37.Περὶ ἐμοῦ μὲν γὰρ εἰ ἔλεγον ἃ οὗτος ἐβούλετο, οὐδ᾽ ἂν ἀπολογήσασθαί μοι ἐξεγένετο· τούτῳ δ᾽ εἰ μὴ ὡμολόγουν, οὐδεμιᾷ ζημίᾳ ἔνοχος ἦν. ὥστε πολὺ μᾶλλον τοῦτον παραλαμβάνειν ἐχρῆν ἢ ἐμὲ παραδοῦναι προσῆκεν. ἐγὼ τοίνυν εἰς τοῦτο προθυμίας ἀφικόμην, ἡγούμενος μετ᾽ ἐμοῦ εἶναι καὶ ἐκ βασάνων καὶ ἐκ μαρτύρων καὶ ἐκ τεκμηρίων ὑμᾶς περὶ τοῦ πράγματος τἀληθῆ πυθέσθαι.

38.Ἐνθυμεῖσθαι δὲ χρή, ὦ βουλή, ποτέροις χρὴ πιστεύειν μᾶλλον, οἷς πολλοὶ μεμαρτυρήκασιν ἢ ᾧ μηδεὶς τετόλμηκε, καὶ πότερον εἰκὸς μᾶλλον τοῦτον ἀκινδύνως ψεύδεσθαι ἢ μετὰ τοσούτου κινδύνου τοιοῦτον ἐμὲ ἔργον ἐργάσασθαι, καὶ πότερον οἴεσθε αὐτὸν ὑπὲρ τῆς πόλεως βοηθεῖν ἢ συκοφαντοῦντα αἰτιᾶσθαι;

39.Ἐγὼ μὲν ‹γὰρ ἐγνωκέναι› ὑμᾶς ἡγοῦμαι ὅτι Νικόμαχος ὑπὸ τῶν ἐχθρῶν πεισθεὶς τῶν ἐμῶν τοῦτον τὸν ἀγῶνα ἀγωνίζεται, οὐχ ὡς ἀδικοῦντα ἐλπίζων ἀποδείξειν, ἀλλ᾽ ὡς ἀργύριον παρ᾽ ἐμοῦ λήψεσθαι προσδοκῶν. ὅσῳ γὰρ ‹οἱ› τοιοῦτοί εἰσιν ἐπαιτιώτατοι καὶ ἀπορώτατοι τῶν κινδύνων, τοσούτῳ πάντες αὐτοὺς φεύγουσι μάλιστα.

40.Ἐγὼ δέ, ὦ βουλή, οὐκ ἠξίουν, ἀλλ᾽ ἐπειδήπερ με ᾐτιάσατο, παρέσχον ἐμαυτὸν ὅ τι βούλεσθε χρῆσθαι, καὶ τούτου ἕνεκα τοῦ κινδύνου οὐδενὶ ἐγὼ τῶν ἐχθρῶν διηλλάγην, οἳ ἐμὲ ἥδιον κακῶς λέγουσιν ἢ σφᾶς αὐτοὺς ἐπαινοῦσι. καὶ φανερῶς μὲν οὐδεὶς πώποτε ἐμὲ αὐτὸς ἐπεχείρησε ποιῆσαι κακὸν οὐδέν, τοιούτους δὲ ἐπιπέμπουσί μοι, οἷς ὑμεῖς οὐκ ἂν δικαίως πιστεύοιτε.

41.Πάντων γὰρ ἀθλιώτατος ἂν γενοίμην, εἰ φυγὰς ἀδίκως καταστήσομαι, ἄπαις μὲν ὢν καὶ μόνος, ἐρήμου δὲ τοῦ οἴκου γενομένου, μητρὸς δὲ πάντων ἐνδεοῦς ‹οὔσης›, πατρίδος δὲ τοιαύτης ἐπ᾽ αἰσχίσταις στερηθεὶς αἰτίαις, πολλὰς μὲν ναυμαχίας ὑπὲρ αὐτῆς νεναυμαχηκώς, πολλὰς δὲ μάχας μεμαχημένος, κόσμιον δ᾽ ἐμαυτὸν καὶ ἐν δημοκρατίᾳ καὶ ἐν ὀλιγαρχίᾳ παρασχών.

42.Ἀλλὰ γάρ, ὦ βουλή, ταῦτα μὲν ἐνθάδε οὐκ οἶδ᾽ ὅ τι δεῖ λέγειν· ἀπέδειξα δ᾽ ὑμῖν ὡς οὐκ ἐνῆν σηκὸς ἐν τῷ χωρίῳ, καὶ μάρτυρας παρεσχόμην καὶ τεκμήρια. ἃ χρὴ μεμνημένους διαγιγνώσκειν περὶ τοῦ πράγματος, καὶ ἀξιοῦν παρὰ τούτου πυθέσθαι ὅτου ἕνεκα, ἐξὸν ἐπ᾽ αὐτοφώρῳ ἐλέγξαι, τοσούτῳ χρόνῳ ὕστερον εἰς τοσοῦτόν με κατέστησεν ἀγῶνα,

43.καὶ μάρτυρα οὐδένα παρασχόμενος ἐκ τῶν λόγων ζητεῖ πιστὸς γενέσθαι, ἐξὸν αὐτοῖς τοῖς ἔργοις ἀδικοῦντα ἀποδεῖξαι, καὶ ἐμοῦ ἅπαντας διδόντος τοὺς θεράποντας, οὕς φησι παραγενέσθαι, παραλαβεῖν οὐκ ἤθελεν.


Η ελιά ως θρησκευτικό και οικονομικό σύμβολο της αθηναϊκής ευημερίας και ο λόγος του Λυσία «Περί τοῦ σηκοῦ άπολογίας»

 



Γράφει ο Κώστας Τσιαχρής

       Ένας από τους πιο ενδιαφέροντες για την τεχνική του  επιχειρηματολογείν λόγους του Λυσία είναι εκείνος που εκφωνήθηκε λίγο μετά τον πελοποννησιακό πόλεμο, κατά πάσα πιθανότητα το  395/394 π.Χ. και φέρει τον τίτλο «Περί τοῦ σηκοῦ άπολογίας»  και εκτός των άλλων μας παρέχει σημαντικές πληροφορίες για το νομικό πλαίσιο που αφορούσε την προστασία των «μοριών», των ιερών δηλαδή ελαιόδεντρων που, όπως προκύπτει από τις αρχαίες πηγές,  φύονταν σε διάφορες περιοχές της Αττικής και η συγκομιδή των καρπών τους ακολουθούσε συγκεκριμένους κανόνες που υπάκουαν στο παραπάνω πλαίσιο. Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δοθεί στη λέξη «σηκός» που απαντά στον τίτλο του λόγου. Η βασική σημασία της λέξης ήταν:  περιφραγμένος ή περιτειχισμένος  χώρος, περίβολος ακόμη και για τα ζώα, με σημασία όπως μαντρί, στάβλος, ιδιαίτερα για την εκτροφή αρνιών, κατσικιών και μοσχαριών, ακόμη και  φωλιά,: (Οδύσσεια 9.219, 10.412). Από τη βασική αυτή σημασία προήλθε και η θρησκευτική απόχρωση του όρου: ιερός περίβολος, ενώ στην αρχιτεκτονική ο όρος  απέδιδε τον κύριο εσωτερικό χώρο ενός ναού, μέσα στον οποίο βρισκόταν και το άγαλμα της εκάστοτε θεότητας. Άρα, η λέξη κατάντησε να σημαίνει περίβολος που προστατεύει ένα ιερό αντικείμενο. Ενδιαφέρουσες είναι εδώ οι αναφορές κάποιων αρχαίων συγγραφέων με βάση : σηκὸν νομίζειν τὸ τεῖχος (Πλάτων, Θεαίτητος 174e), σηκόν  δράκοντος (=φωλιά του δράκοντα)  (Ευριπίδης, Φοίνισσαι 1010), οἱ πέρδικες δύο ποιοῦνται τῶν ᾠῶν σηκούς (Αριστοτέλης, Περί ζῴων ἱστορίαι 564a21). Στην περίπτωση των ιερών ελαιόδεντρων, σηκός ονομαζόταν ο περίβολος που χτιζόταν, για να τα οριοθετεί , να τα καθιστά αντικείμενο ιδιαίτερης προσοχής και να προστατεύει. Σταδιακά, η λέξη χρησιμοποιούνταν, για να δηλώσει και την έννοια του κορμού των ελαιόδεντρων (Lin Foxhall, Olive Cultivation in Ancient Greece: Seeking the Ancient Economy ,Oxford University Press, 2007).

    Όσον αφορά τις «μορίες», η ιερότητα με την οποία περιβλήθηκαν οι συγκεκριμένες ελιές ανάγεται κατά πάσα πιθανότητα στον μύθο του «άγῶνος» μεταξύ  Αθηνάς και Ποσειδώνα για την προστασία  και την κατοχή της πόλης των Αθηνών, ο οποίος μέσω των δώρων που πρόσφεραν στους  Αθηναίους  οι δύο θεοί  αντανακλά τη «διαμάχη» ανάμεσα στο υγρό και στο γήινο στοιχείο για την ευημερία της πόλης. Η Αθηνά κέρδισε τον αγώνα προσφέροντας στους Αθηναίους το ιερό δέντρο, την ελιά, η οποία φύτρωσε στην Ακρόπολη και από την οποία προήλθαν έπειτα ως «μόρια» οι υπόλοιπες ιερές ελιές που καλλιεργούνταν και σε άλλες περιοχές της πόλης.  Ο Σοφοκλής, επίσης, στον Οἰδίποδα ἐπί Κολωνῷ τονίζει την ιδιαίτερη θρησκευτική σημασία που είχαν τα ιερά ελαιόδεντρα κάνοντας  αναφορά στον «Μόριο» Δία (στ. 694-706) Ωστόσο, η καλλιέργεια των «μοριών»  είχε αποκτήσει, εκτός από τη θρησκευτική, και  μία ιδιαίτερη κοινωνική και πολιτική διάσταση, συνυφασμένη φυσικά με τη θρησκευτική, καθώς το λάδι το οποίο συλλεγόταν από αυτές προοριζόταν ως έπαθλο για τους νικητές των Παναθηναίων. Μας πληροφορεί σχετικά με αυτό ο  Αριστοτέλης: «καί τὸ ἔλαιον τοῖς ἀθληταῖς ἀποδιδόασιν. τοῦτο δὲ συλλέγεται ἀπὸ τῶν ἱερῶν ἐλαιῶν»( Ἀριστοτέλους, Ἀθηναίων Πολιτεία 60). Συνεπώς, οι «μορίες»  τελούσαν υπό καθεστώς κρατικής επίβλεψης, ακόμη κι αν καλλιεργούνταν σε ιδιωτικές εκτάσεις. Ο δε Λυσίας μας πληροφορεί ότι υπήρχαν δύο είδη ελαιόδεντρων, οι ιδιωτικές και οι  «μορίες» (ὃς δύο ἔτη ἐγεώργησεν, οὔτε ἰδίαν ἐλάαν οὔτε μοριὰν). Ο κάτοχος, ωστόσο, του αγροκτήματος στο οποίο φύτρωνε ένα τέτοιο δέντρο, ήταν υποχρεωμένος να ακολουθεί το ειδικό καθεστώς που όριζε η πόλη για την καλλιέργεια και την εκμετάλλευσή του και αξίζει να τονιστεί ότι αρχικά το δημόσιο πουλούσε τη συγκομιδή, αποκομίζοντας σημαντικά οικονομικά οφέλη(Αριστοτέλης:   πρότερον δ᾽ ἐπώλει τὸν καρπὸν ἡ πόλις•).

    Με τον καιρό επίσης η ιερότητα των «μοριών»  επεκτάθηκε  και στους «σηκούς», στους περιβόλους που τις προστάτευαν. Η καταστροφή μιας ιερής ελιάς και η καταστροφή του σηκού κατέληξαν να έχουν την ίδια βαρύτητα και να αντιμετωπίζονται από κοινού ως σοβαρότατα αδικήματα κατά του δημοσίου (Papazarkadas, Nikolaos, Sacred and Public Land in Ancient Athens, Oxford University Press, 2011, Appendix II, pp. 260–284).

    Ο λόγος του Λυσία «Περί τοῦ σηκοῦ άπολογίας»  πραγματεύεται την περίπτωση ενός εύπορου Αθηναίου κτηματία, ο οποίος κατηγορείται από κάποιον Νικόμαχο ότι αφαίρεσε από το αγρόκτημά του ένα ιερό δέντρο και τον περίβολό του. Ο κατηγορούμενος επιχειρηματολογεί με μεγάλη επιδεξιότητα και ευφυΐα, ανατρέποντας και τα δύο σκέλη της κατηγορίας :την αφαίρεση του ελαιόδεντρου, την καταστροφή του σηκού. Διεισδύει έντεχνα στην προσωπικότητα του κατηγόρου και αποδυναμώνει ένα προς ένα τα βασικά του επιχειρήματα, κατορθώνοντας να αποσείσει κάθε ίχνος ενοχής από τον εαυτό του και σκιαγραφώντας  τον κατήγορο ως αναξιόπιστο, συκοφάντη, ψευδολόγο, υποκινούμενο από κύκλους που επιδιώκουν την οικονομική του εξόντωση. Πιο συγκεκριμένα: 

      Στο  προοίμιο του λόγου  ο  ομιλητής παρουσιάζει τον εαυτό του ως έναν φιλήσυχο πολίτη, ο οποίος εντελώς απροσδόκητα έχει εμπλακεί σε μία σοβαρή δικαστική περιπέτεια, φροντίζοντας να διαβάλλει τους κατηγόρους του ως κοινούς συκοφάντες, οι οποίοι είναι αδίστακτοι και δεν κάνουν καμία διάκριση μεταξύ δικαίων και αδίκων. Χρησιμοποιεί, μάλιστα, μία υπερβολή, τονίζοντας ότι ακόμη και αυτοί που δεν έχουν γεννηθεί ακόμη, θα πρέπει να αισθάνονται ανασφαλείς σε ένα τέτοιο νοσηρό περιβάλλον.  Ακολούθως , παρουσιάζει την  αρχική κατηγορία  «ξερίζωσε μία ιερή ελιά από ένα χωράφι»  και συμπληρώνει ότι οι κατήγοροί του αναζήτησαν τους αγοραστές των καρπών της ελιάς, για να τεκμηριώσουν την εναντίον του κατηγορία, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Έτσι, η  κατηγορία ανανεώθηκε, καθώς τώρα υποστηρίζουν ότι ο  κατηγορούμενος κατέστρεψε τον περίβολο της ιερής ελιάς. Ο ρήτορας  δηλώνει την αποφασιστικότητά του να αγωνιστεί ενάντια στις κατηγορίες που του αποδίδονται ,υποβαθμίζοντας  και χαρακτηρίζοντάς τες ως ραδιουργίες

    Ακολουθεί η διήγηση στην οποία  εμπεριέχεται  και η  απόδειξη. Παρουσιάζεται αρχικά ένα σύντομο ιστορικό  της κατοχής της συγκεκριμένης έκτασης, η οποία πέρασε από αρκετά χέρια (Πείσανδρος, Απολλόδωρος, Αντικλής) μέχρι να φτάσει στον ίδιο. Ισχυρίζεται ότι όταν το χωράφι έγινε περιουσιακό του στοιχείο, δεν υπήρχε σε αυτό ιερή ελιά ούτε «σηκός». Χρησιμοποιεί ένα υποθετικό επιχεἰρημα, δηλώνοντας  ότι αν υπήρχαν ελιές παλιότερα σε αυτό και δεν ξεριζώθηκαν από εκείνον, δε θα ήταν δίκαιο να τιμωρηθεί για ένα αδίκημα που διέπραξε κάποιος άλλος. Ανατρέχει στην περίοδο του Πελοποννησιακού πολέμου και υπενθυμίζει ότι στη διάρκειά του συνέβησαν πολλές καταστροφές στην αθηναϊκή ύπαιθρο, καθώς οι  Σπαρτιάτες ερήμωναν τις περιοχές που βρίσκονταν μακριά από την άλλη, αλλά ταυτόχρονα και πολλοί Αθηναίοι δε δίσταζαν να εκμεταλλευτούν το χάος και να καταπατούν  ή να καταστρέφουν γεωργικές  εκτάσεις . Έτσι, με έξυπνο τρόπο μεταθέτει την ευθύνη για ενδεχόμενες καταστροφές στις γεωργικές εκτάσεις στις συνθήκες του πολέμου και παρουσιάζεται ως θύμα άδικης κατηγορίας. Υποστηρίζει ακόμη ότι το χωράφι που απέκτησε είχε δημευτεί κατά τον πόλεμο και έπειτα έμεινε απούλητο για τρία χρόνια .Έτσι καταλήγει σε μία σειρά από λογικά συμπεράσματα:

1)μέσα στη δίνη του πολέμου ήταν αδύνατο να προστατεύουν τα ιερά ελαιόδεντρα

2)σε πολλές εκτάσεις υπήρχαν τότε ιδιωτικές και ιερές ελιές οι οποίες κόπηκαν. Δε θα ήταν όμως λογικό να θεωρηθούν ένοχοι οι ιδιοκτήτες των χωραφιών, εφόσον οι καταστροφές αυτές έγιναν από άγνωστους δράστες 

3) θα ήταν επίσης παράλογο να επιβληθούν κυρώσεις και σε αυτούς , υπονοώντας και τον εαυτό του, που αγόρασαν αυτές τις εκτάσεις μετά τον πόλεμο

       Συνεχίζοντας, αναφέρει ότι μετά τη αγορά εκμίσθωσε τη γεωργική έκταση πολύ σύντομα ( 5 ημέρες) σε μία σειρά από άλλα πρόσωπα ( Καλλίστρατος, Δημήτριος, Αλκίας, Πρωτέας ), χωρίς να υπάρχει σε αυτή ιερή ελιά ή «σηκός». Αυτά τα πρόσωπα καλούνται ως μάρτυρες προκειμένου να επιβεβαιώσουν τους ισχυρισμούς του. Επικαλείται έπειτα διάφορους χαρακτηρισμούς  που διαδίδουν κάποιοι στην πόλη για το πρόσωπό του , τους οποίους θα πρέπει να λάβουν υπόψη οι βουλευτές ως αποδεικτικό   στοιχείο της αθωότητάς του. Τον χαρακτηρίζουν ικανό άνθρωπο, λεπτολόγο , προσεκτικό στις ενέργειές του ( σε μία δήλωση μετριοπάθειας δηλώνει ότι άλλοτε αυτά θα τα θεωρούσε υπερβολές).Καλεί  λοιπόν τους βουλευτές να σκεφτούν πως θα ήταν δυνατόν ένας άνθρωπος με αυτά τα χαρακτηριστικά να λειτουργήσει απρονόητα, πράττοντας κάτι που δε θα του απέφερε κάποιο όφελος και για το οποίο θα ερχόταν αντιμέτωπος με σοβαρότατες κυρώσεις. Δίνει μάλιστα ιδιαίτερα έμφαση στην έννοια του κέρδους, παρουσιάζοντάς το ως το βασικό κίνητρο των ανθρώπινων παρανομιών, κάτι που στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπήρχε.

       Με αυτό τον τρόπο μεταφέρεται έντεχνα στον κατήγορο, επισημαίνοντας ότι αδυνατεί να  τεκμηριώσει την κατηγορία , καθόσον ο ίδιος : δεν ήταν φτωχός, για να επιδιώκει κάποιο χρηματικό κέρδος, ο «σηκός» δε θα αποτελούσε αιτία που θα μείωνε την αξία του χωραφιού ή θα εμπόδιζε τις καλλιέργειες, δεν υπήρχε εκεί κοντά  κάποιο σπίτι και ο ίδιος είχε απόλυτη επίγνωση των συνεπειών που θα επέφερε η εμπορική εκμετάλλευση  ή η καταστροφή μιας ιερής ελιάς .Ο ισχυρισμός μάλιστα ότι απομάκρυνε τον «σηκό» μέσα στο φως της ημέρας είναι ανυπόστατος και γεννά απορίες: κάποιος που θα επιχειρούσε κάτι ανάλογο θα λάμβανε όλες τις απαραίτητες προφυλάξεις, προκειμένου να μην αντιληφθεί κανένας την παρανομία και ασφαλώς θα επέλεγε διαφορετική ώρα της ημέρας, για να την εκτελέσει, εφόσον μάλιστα η αποκάλυψή του δεν ήταν απλώς ηθικά μεμπτή αλλά νομικά κολάσιμη.

      Επιπλέον, ένας εύπορος κτηματίας όπως εκείνος, θα είχε να αντιμετωπίσει και τους υπηρέτες του, οι οποίοι ασφαλώς θα γνώριζαν πολύ καλά τις απατεωνιές  του αφεντικού τους και θα μπορούσαν κάλλιστα να τον εκβιάσουν. Την υποθετική αυτή  κατάσταση ο κατηγορούμενος τη χαρακτηρίζει  ανυπόφορη, καθώς ένας κύριος θα γινόταν υποχείριο των δούλων του , αδυνατώντας να τους ελέγχει κατά τη βούλησή του. Αλλά ακόμη κι αν αγνοούσε  τους υπηρέτες , θα ήταν αδύνατο να  καταστρέψει τον «σηκό», χωρίς  να  λάβει υπόψη του τους ακόλουθους παράγοντες :

1) όλοι αυτοί που είχαν νοικιάσει το χωράφι θα γνώριζαν την ύπαρξή του, ενώ οι εργάτες θα πρόσεχαν ώστε ο «σηκός» να παραμείνει άθικτος, για να μην κατηγορηθούν οι ίδιοι 

2) το κέρδος θα ήταν ασήμαντο

3) το αδίκημα ήταν τόσο σοβαρό, ώστε  ο νόμος όριζε ότι δεν υπήρχε παραγραφή μετά την παρέλευση κάποιου χρονικού διαστήματος 

      Συνεχίζοντας υποστηρίζει ότι κρίσιμος παράγοντας σε περίπτωση που είχε διαπράξει το αδίκημα, θα ήταν οι περαστικοί και οι γείτονες, οι οποίοι χαρακτηρίζονται από μία φυσική περιέργεια για τις συμπεριφορές και τις πράξεις των άλλων και ασφαλώς με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα μάθαιναν για την παρανομία του κατηγορούμενου  και ορισμένοι από αυτούς θα τον κατέδιδαν. Αυτούς λοιπόν θα μπορούσε να τους αξιοποιήσει ως μάρτυρες ο κατήγορος αντί να καταφεύγει σε  αβάσιμες κατηγορίες, όπως ότι ο ρήτορας επέβλεπε την καταστροφή της ιερής ελιάς, οι δούλοι απομάκρυναν τα απομεινάρια του «σηκού» και κάποιος αμαξάς μετέφερε μακριά από εκεί την ξυλεία. Το γεγονός ότι  ο κατήγορος δεν παρουσίασε τέτοιους μάρτυρες επιβεβαιώνει το ανυπόστατο των κατηγοριών. Στο σημείο αυτό ο  ρήτορας αποκαλύπτει ότι  ο  κατήγορος  ονομάζεται   Νικόμαχος . Ο  Νικόμαχος, λοιπόν, θα μπορούσε να αξιοποιήσει ως μάρτυρες και τους περαστικούς, κάτι που επίσης παρέλειψε. Με αυτό τον τρόπο θα απέφευγε να χαρακτηριστεί ως συκοφάντης , θα αφαιρούσε από τον ρήτορα κάθε υπερασπιστική γραμμή κατά την απολογία του και θα ωφελούσε την πόλη καταδεικνύοντας τον ίδιο ως επικίνδυνο στοιχείο για αυτή. Ωστόσο , η αδυναμία του Νικόμαχου να παρουσιάσει μάρτυρες φανερώνει ξανά  το αληθινό κίνητρο της καταγγελίας, που είναι   το  προσωπικό όφελος και δίνει τη δυνατότητα στον ρήτορα να προβάλει και να αποδυναμώσει  το αντεπιχείρημα του αντιπάλου του (οι μάρτυρες διστάζουν να εμφανιστούν στο δικαστήριο λόγω της επιρροής και των χρημάτων που  διαθέτει ο  ρήτορας).

       Επιπλέον, ο  Νικόμαχος είχε  τη δυνατότητα, σε περίπτωση που αντιλαμβανόταν παράνομες δραστηριότητες στο χωράφι του  κατηγορούμενου, να καλέσει τις αρχές που ήταν αρμόδιες για την επίβλεψη των «σηκών» ( εννέα άρχοντες, μέλη του Αρείου Πάγου). Η έλλειψη  μαρτύρων, ωστόσο, καθιστά τον κατήγορο αναξιόπιστο  και τον ωθεί, όπως υπογραμμίζει ο  κατηγορούμενος, στην ψευδολογία.

       Εδώ θα ήταν χρήσιμο να επισημανθεί ότι  ο Αριστοτέλης σε μία αναφορά που κάνει  στην «Άθηναίων Πολιτεία»  τονίζει ότι «εἴ τις ἐξορύξειεν ἐλαίαν μορίαν ἢ κατάξειεν, ἔκρινεν ἡ ἐξ Ἀρείου πάγου βουλή, καὶ εἴ του καταγνοίη, θανάτῳ τοῦτον ἐζημίουν», επιβεβαιώνοντας ότι η  προστασία  των  ιερών  ελαιόδεντρων, και κατ’επέκταση των «σηκών» περιλαμβανόταν στις αρμοδιότητες του Αρείου Πάγου , ενώ σε άλλο  σημείο  αναφέρει  ότι  ο επώνυμος άρχων συγκέντρωνε μία συγκεκριμένη ποσότητα ελαιόλαδου από  όσους είχαν στην κατοχή τους εκτάσεις στις οποίες  υπήρχαν και ιερά ελαιόδεντρα. Ο Λυσίας  επιβεβαιώνει τη  συναρμοδιότητα  των παραπάνω οργάνων επί του συγκεκριμένου  ζητήματος. Σε ένα σημείο μάλιστα του λόγου ο  κατηγορούμενος απευθύνεται στους δικαστές ( είναι φανερό ότι η δίκη διεξάγεται ενώπιον της Βουλής του Αρείου Πάγου)  και  τους υπενθυμίζει ότι  αποτελούν για εκείνον τον ισχυρότερο μάρτυρα, εφόσον επιβαρύνονται με  τη  μηνιαία  επιθεώρηση  των κτημάτων του και του αποστέλλουν και ειδικό σώμα ελεγκτών   κάθε χρόνο (αὐτοὺς τοίνυν ὑμᾶς τούτων μάρτυρας παρέξομαι, ἐπιμελομένους μὲν ἑκάστου μηνός, ἐπιγνώμονας δὲ πέμποντας καθ᾽ ἕκαστον ἐνιαυτόν) . Η     εμπλοκή λοιπόν  δύο σημαντικότατων  φορέων  εξουσίας , η συγκρότηση  ειδικού σώματος επιθεωρητών και  η αυστηρότητα της ποινής για τους παραβάτες φανερώνουν  ότι το αθηναϊκό κράτος έκρινε ιδιαίτερα σημαντικό το  θέμα της ελαιοπαραγωγής όχι μόνο για θρησκευτικούς αλλά προφανώς και για οικονομικούς-εμπορικούς   λόγους . Μάλιστα, κατά τη  Lin Foxhall, οι  μορίες αποτελούν  «ένα σημείο όπου θρησκεία, ιδιοκτησία γης, κρατικός έλεγχος, αγροτική οικονομία και αθηναϊκή πολιτική εξουσία συναντώνται»   και προσθέτει ότι  πρέπει να υπήρχε ένας αρκετά σημαντικός αριθμός τέτοιων δέντρων που απέφεραν σημαντική ποσότητα ελαιόλαδου, όπως άλλωστε υποστηρίζει και  ο  κατηγορούμενος στην απολογία του (ἐπίστασθε γὰρ ἐν τῷ πεδίῳ πολλὰς μοριὰς οὔσας)  . Αλλά και ο  Αριστοτέλης  αναφέρει ότι κάθε ιδιοκτήτης που είχε στην κατοχή του «μοριά» όφειλε να αποδίδει  στο κράτος «τρία ἡμικοτύλια ἀπὸ τοῦ στελέχους ἑκάστου»

        Ακολουθεί έπειτα ένα  αναλογικό επιχείρημα. Ο ρήτορας υποστηρίζει ότι έχει και άλλα κτήματα με μορίες , αρκετές από τις οποίες μάλιστα έχουν καεί στο παρελθόν. Θα μπορούσε λοιπόν να πράξει και σε αυτές κάτι ανάλογο με αυτό που του καταμαρτυρεί ο κατήγορος. Το γεγονός ωστόσο ότι δεν ξερίζωσε ή δεν έκοψε αυτά τα δέντρα και δεν καλλιέργησε έπειτα την περιοχή, φανερώνει τον σεβασμό του απέναντι στον θεσμό. Η απουσία επίσης  καταγραφής  βεβαιωμένου προστίμου  από τους ειδικούς ελεγκτές του αθηναϊκού κράτους για ενδεχόμενη παρανομία ενισχύει τη νομιμοφροσύνη του ρήτορα.

      Κάνοντας  ακολούθως μία αναδρομή στο παρελθόν, αναφέρεται στην περίοδο του καθεστώτος των Τριάκοντα Τυράννων, με σκοπό να αποδείξει ότι υπήρξε ένας νομοταγής πολίτης σε μία περίοδο γενικής ανομίας και αποχαλίνωσης των ηθών, όπου ήταν δυνητικά εύκολο σε οποιονδήποτε πολίτη να παραβιάσει τους νόμους. Και με τον τρόπο αυτό εισάγει εμμέσως ένα επιχείρημα εκ του αδυνάτου: είναι αδύνατον , υπονοεί, ένας άνθρωπος που σε αυτή την περίοδο υπήρξε υπόδειγμα νομιμοφροσύνης να διαπράξει αδίκημα στη σημερινή περίοδο της δημοκρατίας, κατά την οποία οι ελεγκτικοί μηχανισμοί του κράτους λειτουργούν άψογα και οι ποινές για τους παραβάτες είναι εξοντωτικές. Ο άνθρωπος αυτός θα ήταν ο χειρότερος εχθρός του εαυτού του. Η  κατηγορία όμως είναι ανυπόστατη αφού  πέρα από την επίβλεψη των ελεγκτικών αρχών, στο περί οὗ  η κατηγορία  χωράφι του δεν υπάρχει  ιερό δέντρο παρά μόνο ένας περίβολος, υπάρχει περιμετρικά δρόμος, κατοικούν κοντά γείτονες και απουσιάζει κάθε είδους περίφραξη. Συνεπώς, οποιαδήποτε  δραστηριότητα στο  εν λόγω χωράφι θα  ήταν εύκολα ορατή. Επιπλέον, ο κατήγορος δεν ασκεί  γεωργικές εργασίες κοντά στην περιοχή αυτή, είναι πολύ νέος και άπειρος από τέτοια ζητήματα και δεν έχει εκλεγεί ποτέ ως ελεγκτής, ώστε να γνωρίζει τι  ακριβώς συμβαίνει  εκεί.

      Ύστερα μεταβαίνει στον δημόσιο βίο του εξαίροντας   την κοσμιότητα και τη γενναιοδωρία του. Κάνει αναφορά στην οικειοθελή εκπλήρωση των βασικών καθηκόντων του («λειτουργιών») ως εύπορου πολίτη απέναντι στην πόλη (τριηραρχία, χορηγία , συνεισφορά χρημάτων σε έκτακτες συνθήκες), τονίζοντας ότι η πλημμελής άσκηση των υποχρεώσεων   αυτών δε θα επέφερε σοβαρές κυρώσεις στον ίδιο. Με αυτό τον τρόπο παρουσιάζεται στο  ακροατήριο ως έντιμος πολίτης και ένθερμος πατριώτης.

     Ο Νικόμαχος, επιπλέον, είχε τη δυνατότητα να ανακρίνει ο ίδιος τους δούλους του ρήτορα, προκειμένου μέσα από τις μαρτυρίες τους να σχηματίσει σαφή εικόνα για την κατάσταση της γεωργικής έκτασης του τελευταίου. Ο Νικόμαχος, ωστόσο, απέρριψε την προσφορά αυτή με το επιχείρημα της αναξιοπιστίας της μαρτυρίας των δούλων, υπονοώντας ότι θα προστάτευαν εξαιτίας του φόβου τους το αφεντικό τους.  Ο ρήτορας αντικρούει το επιχείρημα με τον ισχυρισμό ότι θα ήταν παράδοξο οι  δούλοι να ελέγχονται ακόμη και με βασανιστήρια αντί να προτιμήσουν να ομολογήσουν την αλήθεια σε βάρος του αφεντικού τους και να απαλλαγούν έτσι από την ασφυκτική πίεση που θα τους ασκούνταν.

       Θα πρέπει να τονιστεί ότι τα βασανιστήρια των δούλων («βάσανος») θεωρούνταν στην αρχαία Αθήνα  μία διαδικασία  επιτρεπτή  στα δικαστήρια, η οποία κατοχύρωνε την αξιοπιστία της κατάθεσης του αφεντικού τους. Υπήρχε  μάλιστα η δυνατότητα σε κάποιον αντίδικο να ζητήσει από τον αντίπαλό του τους δούλους του, για να τους  αναγκάσει να ομολογήσουν την αλήθεια με τη χρήση βασανιστικών μέσων (τροχός, δέσιμο, μαστίγωμα, χρήση φωτιάς κλπ) και σε περίπτωση που αυτός αρνούνταν, κλονιζόταν η εγκυρότητα των ισχυρισμών του ( Ιστορία του ελληνικού έθνους). Δεν επιτρεπόταν, ωστόσο, η θανάτωση δούλου κατά τη διάρκεια της βασανιστικής εξέτασης, διότι στην περίπτωση αυτή εγείρονταν αξιώσεις χρηματικής αποζημίωσης από την πλευρά του ιδιοκτήτη. Ο Λυσίας, μέσω του κατηγορούμενου, μας δίνει μία αρκετά σαφή εικόνα της διαδικασίας του εξαναγκασμού των δούλων σε βασανιστική  εξέταση από τους αντίδικους. Ο κατηγορούμενος συμπληρώνει ότι αν δεν τηρούσε αυτή την υποχρέωση, θα υπονόμευε τη θέση του έναντι του αντιπάλου. Από την άλλη πλευρά, ο Νικόμαχος θα είχε μόνο όφελος από τον βασανισμό των δούλων, διότι αν αυτοί ακολουθούσαν τη δική του επιχειρηματολογία, ο ρήτορας θα περιερχόταν σε δυσμενή θέση. Αν πάλι οι δούλοι διαφωνούσαν με εκείνον, ο Νικόμαχος δε θα υφίστατο  καμία κύρωση. Συνεπώς, όπως συμπεραίνει ο ρήτορας, ο Νικόμαχος θα είχε εξαιρετικά μεγάλο πλεονέκτημα, αν παραλάμβανε τους δούλους που εκείνος του παραχωρούσε πρόθυμα.

      Επανέρχεται  έπειτα στο  αληθινό, κατά τη γνώμη του, κίνητρο της κατηγορίας, που είναι η απόσπαση χρημάτων και  παρουσιάζει τον Νικόμαχο ως εκτελεστικό όργανο άλλων εχθρών του, οι οποίοι αδυνατώντας οι ίδιοι να βγουν στο προσκήνιο και να οδηγήσουν τον ρήτορα στο δικαστήριο, χρησιμοποιούν τον Νικόμαχο. Και φυσικά ο ρήτορας γνωρίζει ότι το συγκεκριμένο επιχείρημα θα φάνταζε  πειστικό  καθόσον ο ίδιος δεν ήταν ένας τυχαίος Αθηναίος, αλλά εύπορος πολίτης, ο οποίος ήταν φυσικό να κινεί τον φθόνο σε πολλούς αντιπάλους του.

      Ακολούθως, σε μία συναισθηματικά φορτισμένη στιγμή της απολογίας του ο ρήτορας επιχειρεί να κερδίσει τη συμπάθεια των δικαστών και του ακροατηρίου προβάλλοντας τον εαυτό του ως υποθετικά αναξιοπαθούντα σε περίπτωση άδικης καταδίκης του. Θα κινδυνεύσει να εξοριστεί, θα χάσει την περιουσία του, η μητέρα του θα περιέλθει σε οικτρή κατάσταση, θα στερηθεί την πατρίδα του, την οποία υπερασπίστηκε με σθένος και αποφασιστικότητα σε κάθε δύσκολη στιγμή.

     Όπως επισημάνθηκε και παραπάνω, στην αναφορά μας στην «Αθηναίων Πολιτεία», η ποινή που μπορούσε να επιβληθεί σε όποιον παραβίαζε το ισχύον νομικό πλαίσιο για τις μορίες  ήταν η θανατική καταδίκη (καὶ εἴ του καταγνοίη, θανάτῳ τοῦτον ἐζημίουν). Συνεπώς, ο ρήτορας δεν υπερβάλλει όταν αναφέρει με σχεδόν δραματικό τόνο τις επιπτώσεις που θα προκαλούσε μία πιθανή καταδίκη του. Από την άλλη πλευρά, αξίζει να παρατηρήσουμε τη σταδιακή χαλάρωση όσον αφορά την αυστηρότητα της ποινής που επέσυρε η παράνομη  εκμετάλλευση ή καταστροφή  των μοριών, καθώς το κείμενο του Αριστοτέλη αναφέρεται σε μία παλιότερη περίοδο της αθηναϊκής πολιτείας. Φαίνεται ότι στην εποχή του Λυσία το νομικό καθεστώς είχε αλλάξει και οι ποινές που επιβάλλονταν ( εξορία, δήμευση περιουσίας)  ήταν σχετικά ελαφρύτερες συγκριτικά με το παρελθόν.

        Στον επίλογο της απολογίας αυτής: ο ρήτορας παρουσιάζεται γεμάτος αυτοπεποίθηση αναφέροντας ότι κατέρριψε και την ανανεωμένη κατηγορία του Νικόμαχου, καθόσον απέδειξε ότι στο χωράφι του δεν υπήρχε ιερός περίβολος. Καλεί τέλος τους δικαστές να ζυγίσουν τα δεδομένα, λαμβάνοντας υπόψη τους τα επιχειρήματα και τις καταθέσεις των μαρτύρων, ενώ ταυτόχρονα αποδυναμώνει τον Νικόμαχο συμπυκνώνοντας τις σημαντικότερες παραλείψεις του στη δικαστική διαδικασία .

       Συνοπτικά, ο Λόγος «Περί τοῦ σηκοῦ άπολογίας»  δίνει τη δυνατότητα στον σύγχρονο  μελετητή και στον αναγνώστη  να συμπληρώσουν   τις γνώσεις που μας παρέχουν τα αρχαιολογικά ευρήματα και άλλες γραπτές πηγές σχετικά με τη ζωτική σημασία που απέδιδαν οι αρχαίοι Αθηναίοι και άλλοι Έλληνες στην ελιά, ως βασική πηγή επιβίωσης σε ένα σχετικά άνυδρο και άγονο έδαφος, ώστε τελικά να την ανάγουν σε μεταφυσικό σύμβολο της ομορφιάς και της δύναμης της ζωής. Δεν είναι τυχαίο μάλιστα ότι ο Σοφοκλής πάλι στον Οἰδίποδα ἐπί Κολωνῷ μέσω του Χορού εγκωμιάζει τόσο όμορφα την ελιά :

 

φύτευμ᾽ ἀχείρωτον αὐτόποιον,

ἐγχέων φόβημα δαΐων,

ὃ τᾷδε θάλλει μέγιστα χώρᾳ,

γλαυκᾶς παιδοτρόφου φύλλον ἐλαίας

 

ένα φυτό  απείραχτο από χέρι ανθρώπου

που μονάχο του  φυτρώνει

σκιάχτρο για του εχθρού τα όπλα

Πιο πολύ απ’αλλού

εδώ σ΄αυτή τη γη βλασταίνει

το σταχτί

το πράσινο το φύλλωμα

της παιδοκόμου ελιάς

(μετάφραση Κ. Τσιαχρής)