1.
1.Παλιότερα , κύριοι
βουλευτές, νόμιζα ότι ένας φιλήσυχος πολίτης ήταν αδύνατο να εμπλακεί σε δικαστικές περιπέτειες και να έχει τέτοιες
σκοτούρες. Τώρα όμως έχω κατηγορηθεί κι
έχω πέσει στα δίχτυα φαύλων συκοφαντών τόσο
απρόσμενα, ώστε κατά κάποιο τρόπο μου φαίνεται ότι κι αυτοί που δεν
έχουν ακόμη γεννηθεί πρέπει ήδη να φοβούνται για όσα θα τους συμβούν στο μέλλον. Διότι οι άνθρωποι που
ανήκουν σε αυτό το σινάφι, δε διστάζουν να σύρουν στα δικαστήρια και εκείνους που ποτέ στη ζωή τους δεν αδίκησαν και εκείνους που έχουν διαπράξει ένα σωρό από
εγκλήματα.
2.Και τόσο δύσκολος έχει εξελιχθεί για μένα όλος αυτός ο
δικαστικός αγώνας , ώστε πρώτα με
μήνυσαν ότι ξερίζωσα την ελιά από το
χωράφι . Συγκέντρωναν μάλιστα πληροφορίες
αναζητώντας εκείνους που αγόρασαν τους καρπούς των ιερών ελαιόδεντρων. Επειδή όμως δεν μπόρεσαν
με αυτό τον τρόπο να αποδείξουν ότι εγώ
υπέπεσα σε κάποιο αδίκημα, τώρα ισχυρίζονται ότι κατέστρεψα τον περίβολο της ιερής ελιάς , θαρρώντας πως εγώ πολύ
δύσκολα θα μπορέσω να αντικρούσω αυτή την κατηγορία , ενώ οι ίδιοι θα’
χουν το ελεύθερο να εκτοξεύουν όποιες συκοφαντίες θέλουν.
3.Και πρέπει για χάρη της πατρίδας μου και της περιουσίας μου, αφού ακούσω προσεκτικά
την κατηγορία μαζί με εσάς που θα
βγάλετε την ετυμηγορία, να αγωνιστώ ενάντια στις μηχανορραφίες που αυτός,
ερχόμενος εδώ, έχει καταστρώσει. Όμως θα προσπαθήσω από την αρχή να σας διαφωτίσω σχετικά με την υπόθεση.
4.Το χωράφι αυτό ήταν
περιουσία του Πείσανδρου, αλλά όταν δημεύτηκαν τα υπάρχοντά του, ο Απολλόδωρος από τα Μέγαρα το έλαβε ως δωρεά
από τον δήμο και στο εξής το
καλλιεργούσε, ενώ λίγο πριν από τους Τριάκοντα ο Αντικλής , αφού το αγόρασε από κείνον, το
νοίκιασε σε κάποιον άλλο. Εγώ πάλι,όταν πια επικράτησε η ειρήνη, το αγόρασα από τον Αντικλή.
5.Νομίζω , λοιπόν κύριοι
βουλευτές, ότι καθήκον μου είναι να αποδείξω ότι, όταν το χωράφι
περιήλθε στην κατοχή μου, δεν υπήρχε σ’αυτό μήτε ελιά μήτε ιερός περίβολος . Γιατί πιστεύω ότι
ακόμη κι αν υπήρχαν παλιότερα
μέσα σε αυτό πολλές ελιές, θα ήταν άδικο να τιμωρηθώ. Διότι αν δεν
ξεριζώθηκαν εξαιτίας μου, δεν είναι
πρέπον να δικαστώ ως ένοχος για ξένα αδικήματα.
6.Από την άλλη,
όλοι γνωρίζετε καλά ότι ο πόλεμος έγινε
πρόξενος πολλών άλλων συμφορών, και ότι
οι πιο μακρινές περιοχές λεηλατούνταν από τους Σπαρτιάτες, ενώ οι κοντινότερες
ρημάζονταν από τους οικείους μας. Επομένως, θα ήταν δίκαιο να τιμωρηθώ εγώ τώρα
για τη λαίλαπα που έπεσε
στην πόλη εκείνη την εποχή; Και
επιπλέον και αυτό το χωράφι, αφού
δημεύτηκε στον πόλεμο, έμενε απούλητο περισσότερα από τρία χρόνια .
7.Κι ούτε παράξενο θα ήταν αν τότε έκοβαν τα ιερά ελαιόδεντρα, τη στιγμή που ούτε τα δικά μας δεν μπορούσαμε να
διαφυλάξουμε. Γνωρίζετε εξάλλου, κύριοι
βουλευτές, όσοι μάλιστα καταγίνεστε με τέτοια ζητήματα, ότι εκείνο τον καιρό
υπήρχαν πολλές πυκνές εκτάσεις με
ιδιωτικές και ιερές ελιές, από τις οποίες οι περισσότερες τώρα έχουν κοπεί
και η
γη έχει αποψιλωθεί. Και παρόλο που τα ίδια πρόσωπα τις κατείχαν και στον
καιρό της ειρήνης και στον
καιρό του πολέμου, δεν έχετε τη
διάθεση να τους τιμωρήσετε, εφόσον τις έκοψαν άλλοι
8.Και συνεπάγεται ότι αν απαλλάσσετε από την ενοχή αυτούς που
καλλιεργούσαν όλη αυτή τη χρονική
περίοδο τις εκτάσεις αυτές , τότε πρέπει βέβαια μην επιβάλετε καμία ποινή και
σε αυτούς που τις αγόρασαν τον καιρό της
ειρήνης
9.Αλλά , κύριοι βουλευτές, αν και μπορώ να σας εξιστορήσω πολλά για τα παλιότερα,
θαρρώ πως είναι αρκετά όσα ειπώθηκαν. Όταν λοιπόν εγώ πήρα το χωράφι , δεν
πέρασαν πέντε μέρες και το εκμίσθωσα στον Καλλίστρατο, όταν άρχοντας ήταν ο
Πυθόδωρος.
10.Αυτός το καλλιέργησε
για δύο χρόνια , χωρίς να αποκτήσει ούτε δικό του ούτε ιερό ελαιόδεντρο
ούτε περίβολο. Το τρίτο έτος αυτός εδώ ο Δημήτριος δούλεψε σε αυτό για μια
χρονιά. Το τέταρτο έτος το εκμίσθωσα στον Αλκία, τον απελεύθερο του Αντισθένη,
ο οποίος έχει πεθάνει. Και έπειτα για τρία χρόνια με το ίδιο καθεστώς το νοίκιασε ο Πρωτέας. Κι ανεβείτε
εδώ στο βήμα οι μάρτυρες.
11.ΜΑΡΤΥΡΕΣ
12.Εγώ λοιπόν, κύριοι βουλευτές, τον προηγούμενο καιρό, αν
κάποιοι ισχυρίζονταν ότι είμαι ικανός και λεπτολόγος κι ότι δεν γίνεται να κάνω τίποτε τυχαία και ασυλλόγιστα, θα αγανακτούσα, πιστεύοντας ότι πρόκειται για
υπερβολικές εκτιμήσεις , αταίριαστες με
τον χαρακτήρα μου.Τώρα όμως θα ήθελα όλοι σας να έχετε αυτή τη γνώμη για μένα,
για να αντιληφθείτε ότι εγώ, αν πράγματι σκάρωνα κάτι τέτοιο, θα
σκεφτόμουν καλά και ποιο κέρδος θα
αποκόμιζε αυτός που ξερίζωσε την ελιά και ποια τιμωρία θα υφίστατο ο ένοχος και
τι θα πετύχαινα, αν ενεργούσα
παρασκηνιακά, και τι θα πάθαινα από
εσάς, αν με ξεμπροστιάζατε.
13.Γιατί όλοι οι άνθρωποι
οδηγούνται σε τέτοιες πράξεις όχι λόγω
αποκοτιάς, αλλά εξαιτίας του κέρδους. Και είναι λογικό και εσείς να σκέφτεστε έτσι και οι αντίδικοι να διατυπώνουν τις
κατηγορίες πάνω σε αυτή τη γραμμή, αποδεικνύοντας δηλαδή ποιο όφελος είχαν οι ένοχοι.
14.Αυτός όμως δεν μπορεί να αποδείξει ούτε ότι τάχα
αναγκάστηκα να σκαρώσω τέτοια δουλειά
εξαιτίας της φτώχειας μου, ούτε ότι το
χωράφι έχανε την αξία του
από τον ιερό περίβολο ούτε ότι ήταν
εμπόδιο για τις κληματαριές ούτε ότι
ήταν κοντά σε κάποιο σπίτι ούτε ότι εγώ
δεν είχα συνείδηση ότι θα έμπαινα σε
περιπέτειες μαζί σας , αν έκανα κάτι
τέτοιο. Το αντίθετο. Θα μπορούσα να σας
παρουσιάσω αναλυτικά πολλές σοβαρές κυρώσεις εναντίον μου
15.Και πρώτα ( με συκοφαντεί) ότι με το που ξημέρωνε απομάκρυνα τον περίβολο ,σα να μην έπρεπε
να κρύψω κάτι τέτοιο από όλους , αλλά να το γνωρίζουν όλοι οι Αθηναίοι. Και αν ήταν αυτό το πράγμα μόνο ντροπιαστικό, ίσως κάποιος από τους περαστικούς δε θα του έδινε σημασία . Τώρα
όμως ήμουν αντιμέτωπος με τον κίνδυνο
όχι απλώς να ντροπιαστώ αλλά να τιμωρηθώ με τη βαρύτερη ποινή.
16.Πώς λοιπόν δε θα ήμουν ο πιο αξιοθρήνητος απ΄ τους
ανθρώπους , αν τους υπηρέτες μου αδυνατούσα πια, εφόσον θα ήξεραν τέτοιο πράγμα,
να τους διαφεντεύω ως δούλους , αλλά θα
μπορούσαν να με διαφεντεύουν εκείνοι για την υπόλοιπη ζωή μου; Ώστε, ακόμη κι
αν διέπρατταν τα φοβερότερα αδικήματα σε βάρος μου, δε θα μπορούσα να τους
τιμωρήσω. Γιατί θα γνώριζα καλά ότι θα είχαν
οι ίδιοι τη δυνατότητα και να με εκδικηθούν και να διεκδικήσουν την
ελευθερία τους , αφού με καταγγείλουν.
17.Από την άλλη πλευρά , αν είχα σκεφτεί να
μη δώσω καμία σημασία στους
υπηρέτες, πώς θα τολμούσα , αν και είχαν νοικιάσει το χωράφι τόσοι πολλοί και όλοι γνώριζαν, να απομακρύνω τον περίβολο για αμελητέο κέρδος , εφόσον μάλιστα δε θα υπήρχε καμία απαλλαγή
λόγω παρέλευσης του χρόνου για ένα τέτοιο επικίνδυνο έργο, ενώ όλοι όσοι
εργάζονταν στο χωράφι έπρεπε να προσέχουν να μην πάθει τίποτε ο περίβολος ,
ώστε αν κάποιος τους κατηγορούσε, να μπορούν να αναφέρουν σε ποιον τον
παρέδωσαν; Τώρα όμως είναι φανερό ότι και εμένα με απαλλάσσουν από
την ενοχή και τους εαυτούς
τους καθιστούν συνενόχους, αν βέβαια λένε ψέματα.
18.Έστω όμως ότι τα
έπραξα όλα αυτά. Πώς θα μπορούσα να πείσω όλους τους περαστικούς ή τους
γείτονες , οι οποίοι όχι μόνο γνωρίζουν ο ένας για τον άλλο αυτά που
ο καθένας μπορεί να δει, αλλά που ζητούν να πληροφορηθούν ακόμη κι εκείνα που σπεύδουμε
να τα κρύψουμε, για να μη τα μάθει κανένας;
Κι απ’ αυτούς βέβαια άλλοι τυχαίνει να είναι φιλικοί κι άλλοι εχθρικοί
απέναντι στις υποθέσεις μου.
19.Αυτούς έπρεπε να παρουσιάσει εκείνος ως μάρτυρες και όχι απλώς να
προβαίνει σε τόσο αμφιλεγόμενες
κατηγορίες. Αυτός που ισχυρίζεται ότι εγώ τάχα επέβλεπα, ενώ οι υπηρέτες
μου κατέστρεφαν τα υπολείμματα του
περίβολου κι ο αμαξάς φόρτωνε και
μετέφερε γρήγορα τα ξύλα μακριά.
20.Αλήθεια, τότε έπρεπε Νικόμαχε να καλέσεις τους περαστικούς
ως μάρτυρες και να ρίξεις φως στην υπόθεση. Και σε μένα τότε δε θα άφηνες καμία δυνατότητα να
απολογηθώ κι εσύ ο ίδιος, αν ήμουν
εχθρός σου,με αυτό τον τρόπο θα μπορούσες να με εκδικηθείς. Κι αν πάλι
νοιαζόσουν για το καλό της πόλης, έχοντας αυτά τα αποδεικτικά στοιχεία, δε θα
περνιόσουν για συκοφάντης.
21.Κι αν επιπλέον ήθελες να κερδίσεις κάτι, τότε θα
αποκτούσες περισσότερα. Γιατί καθώς η υπόθεση θα ήταν ολοφάνερη, δε θα πίστευα
πως υπάρχει για μένα άλλος δρόμος σωτηρίας από το να σε πείσω. Χωρίς όμως να
έχεις κάνει τίποτε από τα παραπάνω, ζητάς για δικούς σου υπολογισμούς να με
βλάψεις και με κατηγορείς ότι τάχα, εξαιτίας της επιρροής και των χρημάτων
μου, κανείς δεν επιθυμεί να παραστεί ως μάρτυρας όσων ισχυρίζεσαι.
22.Και βέβαια, αν τότε που λες ότι με είδες να ξεριζώνω την
ιερή ελιά, έφερνες τους εννέα άρχοντες ή κάποιους άλλους Αρεοπαγίτες, δε θα’χες ανάγκη από άλλους
μάρτυρες. Γιατί έτσι θα ήξεραν ότι λες την αλήθεια ακριβώς εκείνοι που θα αποφάσιζαν για την υπόθεση.
23.Και βρίσκομαι
αντιμέτωπος με φοβερή δοκιμασία, επειδή
, αν έφερνε μάρτυρες, θα είχε την αξίωση
να τους εμπιστευτείτε κιόλας, καθώς όμως
δεν έχει μάρτυρες, νομίζει ότι πρέπει να με βλάψει και με
αυτό τον τρόπο. Και δεν απορώ καθόλου με αυτόν. Διότι δε θα δυσκολευτεί ως συκοφάντης βέβαια να σκαρφιστεί
τέτοιες κακολογίες , αφού δεν
έχει μάρτυρες. Ζητώ όμως από σας να μην έχετε την ίδια γνώμη με αυτόν
24.Γνωρίζετε ασφαλώς ότι στην πεδιάδα υπάρχουν πολλά ιερά
ελαιόδεντρα και ότι πολλά επίσης έχουν καεί
στα άλλα χωράφια μου, τα οποία αν βεβαίως ήθελα, θα ήταν πολύ πιο ασφαλές και να τα
ξεριζώσω και να τα κόψω και να
καλλιεργήσω έπειτα την περιοχή , για να
φανεί όσο το δυνατόν λιγότερο το αδίκημα, καθώς ήταν πολλά.
25.Τώρα όμως νοιάζομαι για αυτά όπως ακριβώς
για την πατρίδα και την υπόλοιπη
περιουσία μου , επειδή θαρρώ πως
διατρέχω κίνδυνο ως προς και τα
δύο αυτά ζητήματα. Σχετικά λοιπόν με αυτά
θα παρουσιάσω ως μάρτυρες
εσάς τους ίδιους, οι οποίοι είστε επιφορτισμένοι με την επιμέλειά
τους κάθε μήνα και κάθε χρόνο μου στέλνετε ειδικούς ελεγκτές.
Από αυτούς κανένας μέχρι τώρα δε μου
έκοψε πρόστιμο, επειδή καλλιεργώ τις
περιοχές γύρω από τα ιερά ελαιόδεντρα.
26.Και βέβαια δεν ισχύει ότι
νοιάζομαι τόσο πολύ για τα μικρά
πρόστιμα, ενώ δεν υπολογίζω καθόλου τους
κινδύνους για τη ζωή μου. Και δίνω την
εντύπωση ότι ενδιαφέρομαι τόσο πολύ για τις πολλές ελιές , που ευκολότερα θα μπορούσα να τις
ρημάξω, ενώ για τη μοναδική ιερή ελιά ,
που ήταν αδύνατο να την ξεριζώσω στα κρυφά, τώρα δικάζομαι, επειδή τάχα την
πείραξα.
27.Και πότε ήταν καλύτερα για μένα , κύριοι βουλευτές, να
διαπράξω παρανομία, στην περιόδο της δημοκρατίας ή όταν επιβλήθηκε το καθεστώς
των Τριάκοντα; Και δεν εννοώ ότι
τότε είχα τη δυνατότητα ή ότι
τώρα έχω συκοφαντηθεί, αλλά ότι όποιος ήθελε μπορούσε να αδικήσει πιο εύκολα
τότε παρά τώρα. Θα σας αποδείξω λοιπόν ότι
εκείνη την εποχή δε διέπραξα ούτε τέτοιο ούτε οποιοδήποτε άλλο έγκλημα.
28.Πώς λοιπόν, αν δεν ήμουν ο πιο κακόβουλος για τον εαυτό
του από όλους τους ανθρώπους, θα επιχειρούσα ,τη στιγμή που εσείς δείχνετε τέτοια επιμέλεια, να ξεριζώσω την ιερή ελιά από αυτή
την περιοχή, στην οποία δεν υπάρχει κανένα δέντρο παρά μόνο ο ιερός περίβολος
μιας ελιάς, όπως διατείνεται αυτός, και όλη
την περιοχή την περικυκλώνει
δρόμος και στις δύο πλευρές του
κατοικούν γείτονες , ενώ είναι
αφύλακτη και ορατή από
παντού; Αλήθεια, ποιος θα αποτολμούσε να επιχειρήσει τέτοιο πράγμα με αυτά τα δεδομένα;
29.Και μου προκαλεί φοβερή εντύπωση από τη μία πλευρά εσείς , στους οποίους
ανατέθηκε από την πόλη η συνεχής
επίβλεψη των ιερών ελαιόδεντρων, να μη μου
έχετε επιβάλει ποτέ ως τώρα
πρόστιμο με την κατηγορία ότι
εκτελούσα παράνομες εργασίες ούτε
να με έχετε σύρει στα δικαστήρια με το σκεπτικό ότι κατέστρεψα κάποια ελιά, ενώ
αυτός ο
οποίος ούτε τυχαίνει να εκτελεί
εκεί κοντά κάποια γεωργική εργασία
ούτε έχει επιλεγεί ως επιθεωρητής ούτε έχει την κατάλληλη ηλικία
ώστε να γνωρίζει περί τέτοιων θεμάτων, να έχει υποβάλει έγγραφη καταγγελία
εναντίον μου ότι ξερίζωσα την ιερή ελιά από το χωράφι.
30.Σας παρακαλώ λοιπόν
να μη θεωρείτε τις συκοφαντίες αυτού του είδους εγκυρότερες από τα γεγονότα μήτε
να ανεχτείτε να ξεστομίζουν οι
εχθροί μου τέτοια λόγια για
πράγματα για τα οποία έχετε δική σας γνώμη, λαμβάνοντας υπόψη σας
και αυτά που ειπώθηκαν και τη συμπεριφορά μου στον υπόλοιπο δημόσιο βίο μου.
31.Διότι εγώ όλα όσα μου ανέθεταν με μεγαλύτερη προθυμία τα διεκπεραίωνα
από όσο με ανάγκαζε η πόλη, αφού
και τριήραρχος διετέλεσα και χρήματα συνεισέφερα σε ώρα πολέμου και
χορηγός υπήρξα και με μεγαλύτερη γενναιοδωρία
από οποιονδήποτε πολίτη ανέλαβα τις υπόλοιπες λειτουργίες.
32.Και φυσικά, αν
έκανα αυτά με μέτριο τρόπο και χωρίς
προθυμία, δεν υπήρχε περίπτωση να μπω σε
δικαστικές περιπέτειες με το ενδεχόμενο να εξοριστώ ή να
διακινδυνεύσω την υπόλοιπη περιουσία
μου , αλλά περισσότερα θα είχα
αποκτήσει, χωρίς να διαπράττω κάποια
αδικία ούτε να θέτω τη ζωή μου σε
κίνδυνο. Αν όμως έκανα αυτά που μου καταλογίζει αυτός, τίποτε απολύτως δε θα
κέρδιζα και τον εαυτό μου σε μπελάδες
θα έβαζα.
33.Επομένως, όλοι θα παραδεχτείτε ότι είναι πιο δίκαιο τις
σοβαρότερες αποδείξεις να τις χρησιμοποιείτε
για τα σοβαρότερα ζητήματα και να θεωρείτε περισσότερο αξιόπιστα αυτά που
με τις μαρτυρίες της επιβεβαιώνει όλη η πόλη παρά τις κατηγορίες που μόνος του αυτός διατυπώνει.
34.Επιπλέον, κύριοι βουλευτές, εξετάστε το ζήτημα και από άλλες πλευρές. Διότι έχοντας
μάρτυρες πήγα σ΄αυτόν και του είπα ότι έχω ακόμη στην κατοχή μου όλους τους
υπηρέτες που είχα αποκτήσει, όταν παρέλαβα το χωράφι, και είμαι πρόθυμος, αν το
επιθυμούσε, να του παραδώσω κάποιον για να τον εξετάσει ο ίδιος, επειδή θεώρησα
ότι ο έλεγχος αυτού του είδους θα ήταν ισχυρότερος από τα δικά του επιχειρήματα
και τις δικές μου πράξεις.
35.Αυτός όμως αρνήθηκε με τον ισχυρισμό ότι οι δούλοι δεν
είναι καθόλου αξιόπιστοι. Εγώ όμως κρίνω ότι είναι παράδοξο οι υπηρέτες που ελέγχονται να κατηγορούν τον εαυτό τους, ξέροντας καλά
ότι έτσι θα πεθάνουν, ενώ για τους αφέντες τους, που από φυσικού τους τους
εχθρεύονται, να προτιμούν να ανέχονται
να τους ελέγχουν βασανιστικά παρά
να τους κατηγορήσουν και να απαλλαγούν έτσι από τα βάσανα που τους
βρήκαν.
36.Και είναι φανερό σε όλους, όπως πιστεύω, κύριοι βουλευτές,
ότι αν δεν παρέδιδα τους ανθρώπους αυτούς στον Νικόμαχο, κατόπιν αιτήματός του,
θα έδινα την εντύπωση ότι υπάρχει κάποια σκιά
στη συνείδησή μου .Εφόσον όμως
εκείνος δεν ήθελε να τους παραλάβει,
ενώ εγώ ήμουν πρόθυμος να τους παραδώσω,
είναι δίκαιο και για αυτόν να έχετε την
ίδια γνώμη, αφού άλλωστε και ο κίνδυνος δεν είναι ίδιος και για τους δύο.
37.Διότι αν οι
υπηρέτες έλεγαν όσα επιθυμεί αυτός,
εγώ δε θα μπορούσα καν να απολογηθώ. Αν όμως δε συμφωνούσαν μαζί του, αυτός ούτε που θα κρινόταν ένοχος ούτε που θα’ ταν αντιμέτωπος με κάποια κύρωση. Συνεπώς, πολύ περισσότερο ήταν
ανάγκη αυτός να τους παραλάβει παρά εγώ να τους παραδώσω. Εγώ
λοιπόν τόσο μεγάλη προθυμία έδειχνα, επειδή νόμιζα ότι με συμφέρει και
με βασανιστικούς ελέγχους και με μάρτυρες και με αποδείξεις να πληροφορηθείτε
εσείς την αλήθεια για την υπόθεση.
38.Πρέπει όμως να σκεφτείτε, κύριοι βουλευτές, ποιους από τους δύο πρέπει να εμπιστεύεστε περισσότερο, αυτούς που έχουν καταθέσει υπέρ
τους πολλοί μάρτυρες ή αυτόν που δεν
τόλμησε κανείς να τον υπερασπιστεί, και
ποιο από τα δύο είναι περισσότερο λογικό : να λέει ψέματα αυτός χωρίς
να διατρέχει κανένα κίνδυνο ή εγώ να προχωρήσω σε μία τέτοια πράξη όντας
αντιμέτωπος με τόσο μεγάλο κίνδυνο, και τι από τα δύο νομίζετε για αυτόν :ότι
ενεργεί υπέρ της πόλεως ή ότι με
κατηγορεί με συκοφαντίες;
39.Κατά τη γνώμη μου,όμως, αντιλαμβάνεστε ότι ο Νικόμαχος,
αφού παρασύρθηκε από τους εχθρούς μου, διεξάγει εναντίον μου αυτή τη δίκη, όχι
επειδή ελπίζει ότι θα αποδείξει την ενοχή
μου, αλλά επειδή προσδοκεί ότι θα λάβει από μένα χρήματα. Γιατί όσο περισσότερο οι άνθρωποι αυτού του είδους αισθάνονται ένοχοι και ανίκανοι να αντιμετωπίσουν
αυτές τις δίκες , τόσο περισσότερο τις αποφεύγουν όλοι τους.
40.Εγώ όμως, κύριοι βουλευτές, δε σκεφτόμουν έτσι, αλλά από
την ώρα που με κατηγόρησε, παρουσιάστηκα
εδώ, για να με αντιμετωπίσετε κατά τη βούλησή σας, και στο πλαίσιο αυτής της δίκης δεν είχα συνδιαλλαγή με κανέναν από τους εχθρούς μου, οι οποίοι με
διαβάλλουν με μεγαλύτερη ευχαρίστηση από
εκείνη που αισθάνονται , όταν επαινούν τους εαυτούς τους. Εξάλλου, κανείς δεν
επιχείρησε ποτέ ως τώρα να με βλάψει φανερά αυτοπροσώπως , απλώς στέλνουν
εναντίον μου τέτοιους ανθρώπους τους οποίους δικαιολογημένα εσείς αδυνατείτε να
εμπιστευτείτε.
41.Όμως ο πιο αξιολύπητος απ’όλους θα γίνω , αν εξοριστώ
άδικα ,άτεκνος και μόνος, με το σπίτι μου ερημωμένο, με μια μητέρα που θα γίνει η φτωχότερη όλων, στερημένος από τέτοια
πατρίδα για τόσο επαίσχυντες κατηγορίες, ενώ έχω λάβει μέρος σε πολλές ναυμαχίες για την
υπεράσπισή της και πολλές μάχες έχω δώσει και συμπεριφέρθηκα με κόσμιο τρόπο
και στην περίοδο της δημοκρατίας και στην αντίστοιχη της ολιγαρχίας.
42.Αλλά βέβαια, κύριοι βουλευτές, δεν ξέρω γιατί πρέπει να
κάνω τέτοιες αναφορές απ΄αυτό εδώ το
βήμα. Σας απέδειξα ότι δεν υπήρχε ιερός περίβολος μέσα στο χωράφι και μάρτυρες
σας έφερα και αποδείξεις. Αυτά έχοντας κατά νου πρέπει να αποφασίσετε για την
υπόθεση και να ζητήσετε να μάθετε απ’αυτόν για ποιο λόγο , ενώ ήταν δυνατό να
με αποκαλύψει επ’αυτοφόρω,ύστερα από τόσο καιρό κίνησε εναντίον μου τόσο
σοβαρή δίκη
43.και γιατί , ενώ δεν
παρουσίασε κανένα μάρτυρα, έχει την απαίτηση να εμπιστευτείτε τους ισχυρισμούς
του, αν και έχει τη δυνατότητα να αποδείξει πως είμαι ένοχος με βάση τα ίδια τα γεγονότα και γιατί ,ενώ εγώ του παραχωρούσα όλους τους υπηρέτες μου, που όπως λέει ήταν
παρόντες, δεν ήθελε να παραλάβει.
Κώστας Τσιαχρής
ΑΡΧΑΙΟ ΚΕΙΜΕΝΟ
1.Πρότερον μέν, ὦ βουλή, ἐνόμιζον ἐξεῖναι τῷ βουλομένῳ, ἡσυχίαν
ἄγοντι, μήτε δίκας ἔχειν μήτε πράγματα· νυνὶ δὲ οὕτως ἀπροσδοκήτως αἰτίαις καὶ
πονηροῖς συκοφάνταις περιπέπτωκα, ὥστ᾽ εἴ πως οἷόν τε, δοκεῖ μοι δεῖν καὶ τοὺς
μὴ γεγονότας ἤδη δεδιέναι περὶ τῶν
μελλόντων ἔσεσθαι· διὰ γὰρ τοὺς τοιούτους οἱ κίνδυνοι [οἱ] κοινοὶ
γίγνονται καὶ τοῖς μηδὲν ἀδικοῦσι καὶ τοῖς πολλὰ ἡμαρτηκόσιν.
2.Οὕτω δ᾽ ἄπορος ὁ ἀγών μοι καθέστηκεν, ὥστε ἀπεγράφην τὸ μὲν
πρῶτον ἐλάαν ἐκ τῆς γῆς ἀφανίζειν, καὶ πρὸς τοὺς ἐωνημένους τοὺς καρποὺς τῶν
μοριῶν πυνθανόμενοι προσῇσαν· ἐπειδὴ δ᾽ ἐκ τούτου τοῦ τρόπου ἀδικοῦντά με οὐδὲν
εὑρεῖν ἐδυνήθησαν, νυνί με σηκόν ‹φασιν› ἀφανίζειν, οἰόμενοι ἐμοὶ μὲν ταύτην τὴν
αἰτίαν ἀπορωτάτην εἶναι ἀπελέγξαι, αὐτοῖς δὲ ἐξεῖναι μᾶλλον ὅ τι ἂν βούλωνται
λέγειν.
3.Καὶ δεῖ με, περὶ ὧν οὗτος ἐπιβεβουλευκὼς ἥκει, ἅμ᾽ ὑμῖν τοῖς
διαγνωσομένοις περὶ τοῦ πράγματος ἀκούσαντα καὶ περὶ τῆς πατρίδος καὶ περὶ τῆς
οὐσίας ἀγωνίσασθαι. ὅμως δὲ πειράσομαι ἐξ ἀρχῆς ὑμᾶς διδάξαι.
4.Ἦν μὲν γὰρ τοῦτο Πεισάνδρου τὸ χωρίον, δημευθέντων δὲ τῶν ὄντων
ἐκείνου Ἀπολλόδωρος ὁ Μεγαρεὺς δωρεὰν παρὰ τοῦ δήμου λαβὼν τὸν μὲν ἄλλον χρόνον
ἐγεώργει, ὀλίγῳ δὲ πρὸ τῶν τριάκοντα Ἀντικλῆς παρ᾽ αὐτοῦ πριάμενος ἐξεμίσθωσεν·
ἐγὼ δὲ παρ᾽ Ἀντικλέους εἰρήνης οὔσης ὠνοῦμαι.
5.Ἡγοῦμαι τοίνυν, ὦ βουλή, ἐμὸν ἔργον ἀποδεῖξαι, ὡς, ἐπειδὴ τὸ
χωρίον ἐκτησάμην, οὔτ᾽ ἐλάα οὔτε σηκὸς ἐνῆν ἐν αὐτῷ. νομίζω γὰρ τοῦ μὲν
προτέρου χρόνου, οὐδ᾽ εἰ πολλαὶ ἐνῆσαν μοριαί, οὐκ ἂν δικαίως ζημιοῦσθαι· εἰ γὰρ
μὴ δι᾽ ἡμᾶς εἰσιν ἠφανισμέναι, οὐδὲν προσήκει περὶ τῶν ἀλλοτρίων ἁμαρτημάτων ὡς
ἀδικοῦντας κινδυνεύειν.
6.Πάντες γὰρ ἐπίστασθε ὅτι ‹ὁ› πόλεμος καὶ ἄλλων πολλῶν αἴτιος
κακῶν γεγένηται, καὶ τὰ μὲν πόρρω ὑπὸ Λακεδαιμονίων ἐτέμνετο, τὰ δ᾽ ἐγγὺς ὑπὸ τῶν
φίλων διηρπάζετο· ὥστε πῶς ἂν δικαίως ὑπὲρ τῶν ‹τότε› τῇ πόλει γεγενημένων
συμφορῶν ἐγὼ νυνὶ δίκην διδοίην; ἄλλως τε καὶ τοῦτο τὸ χωρίον ἐν τῷ πολέμῳ
δημευθὲν ἄπρατον ἦν πλεῖν ἢ τρία ἔτη.
7.Οὐ θαυμαστὸν δ᾽εἰ τότε τὰς μοριὰς ἐξέκοπτον, ἐν ᾧ οὐδὲ τὰ ἡμέτερ᾽
αὐτῶν φυλάττειν ἐδυνάμεθα. ἐπίστασθε δέ, ὦ βουλή, ὅσοι μάλιστα τῶν τοιούτων ἐπιμέλεσθε,
πολλὰ ἐν ἐκείνῳ τῷ χρόνῳ δασέα ὄντα ἰδίαις καὶ μοριαῖς ἐλάαις, ὧν νῦν τὰ πολλὰ ἐκκέκοπται
καὶ ἡ γῆ ψιλὴ γεγένηται· καὶ τῶν αὐτῶν καὶ ἐν τῇ εἰρήνῃ καὶ ἐν τῷ πολέμῳ
κεκτημένων οὐκ ἀξιοῦτε παρ᾽ αὐτῶν, ἑτέρων ἐκκοψάντων, δίκην λαμβάνειν.
8.Καίτοι εἰ τοὺς διὰ παντὸς τοῦ χρόνου γεωργοῦντας τῆς αἰτίας
ἀφίετε, ἦ που χρὴ τούς γ᾽ ἐν τῇ εἰρήνῃ πριαμένους ἀφ᾽ ὑμῶν ἀζημίους γενέσθαι.
9.Ἀλλὰ γάρ, ὦ βουλή, περὶ μὲν τῶν πρότερον γεγενημένων πολλὰ ἔχων
εἰπεῖν ἱκανὰ νομίζω τὰ εἰρημένα· ἐπειδὴ δ᾽ ἐγὼ παρέλαβον τὸ χωρίον, πρὶν ἡμέρας
πέντε γενέσθαι, ἀπεμίσθωσα Καλλιστράτῳ, ἐπὶ Πυθοδώρου ἄρχοντος·
10.Ὃς δύο ἔτη ἐγεώργησεν, οὔτε ἰδίαν ἐλάαν οὔτε μοριὰν οὔτε
σηκὸν παραλαβών. τρίτῳ δὲ ἔτει Δημήτριος οὑτοσὶ ἠργάσατο ἐνιαυτόν· τῷ δὲ τετάρτῳ
Ἀλκίᾳ Ἀντισθένους ἀπελευθέρῳ ἐμίσθωσα, ὃς τέθνηκε· κᾆτα τρία ἔτη ὁμοίως καὶ
Πρωτέας ἐμισθώσατο. Καί μοι δεῦρ᾽ ἴτε, μάρτυρες.
ΜΑΡΤΥΡΕΣ
11.Ἐπειδὴ τοίνυν ὁ χρόνος οὗτος ἐξήκει, αὐτὸς γεωργῶ. φησὶ δὲ
ὁ κατήγορος ἐπὶ Σουνιάδου ἄρχοντος σηκὸν ὑπ᾽ ἐμοῦ ἐκκεκόφθαι. ὑμῖν δὲ
μεμαρτυρήκασιν οἱ πρότερον ἐργαζόμενοι καὶ πολλὰ ἔτη παρ᾽ ἐμοῦ μεμισθωμένοι μὴ
εἶναι σηκὸν ἐν τῷ χωρίῳ. καίτοι πῶς ἄν τις φανερώτερον ἐξελέγξειε ψευδόμενον τὸν
κατήγορον; οὐ γὰρ οἷόν τε, ἃ πρότερον μὴ ἦν, ταῦτα τὸν ὕστερον ἐργαζόμενον ἀφανίζειν.
12.Ἐγὼ τοίνυν, ὦ βουλή, ἐν μὲν τῷ τέως χρόνῳ, ὅσοι με
φάσκοιεν δεινὸν εἶναι καὶ ἀκριβῆ καὶ οὐδὲν ἂν εἰκῇ καὶ ἀλογίστως ποιῆσαι, ἠγανάκτουν
ἄν, ἡγούμενος μᾶλλον λέγεσθαι ‹ἢ› ὥς μοι προσῆκε· νῦν δὲ πάντας ἂν ὑμᾶς
βουλοίμην περὶ ἐμοῦ ταύτην τὴν γνώμην ἔχειν, ἵνα ἡγῆσθέ με σκοπεῖν ‹ἂν›, εἴπερ
τοιούτοις ἔργοις ἐπεχείρουν, καὶ ὅ τι κέρδος ἐγίγνετό τῷ ἀφανίσαντι καὶ ἥτις
ζημία τῷ ποιήσαντι, καὶ τί ἂν λαθὼν διεπραξάμην καὶ τί ἂν φανερὸς γενόμενος ὑφ᾽
ὑμῶν ἔπασχον.
13.Πάντες γὰρ ἄνθρωποι τὰ τοιαῦτα οὐχ ὕβρεως ἀλλὰ κέρδους ἕνεκα
ποιοῦσι· καὶ ὑμᾶς εἰκὸς οὕτω σκοπεῖν, καὶ τοὺς ἀντιδίκους ἐκ τούτων τὰς
κατηγορίας ποιεῖσθαι, ἀποφαίνοντας ἥτις ὠφέλεια τοῖς ἀδικήσασιν ἐγίγνετο.
14.Οὗτος μέντοι οὐκ ἂν ἔχοι ἀποδεῖξαι οὔθ᾽ ὡς ὑπὸ πενίας ἠναγκάσθην
τοιούτοις ἔργοις ἐπιχειρεῖν, οὔθ᾽ ὡς τὸ χωρίον μοι διεφθείρετο τοῦ σηκοῦ ὄντος,
οὔθ᾽ ὡς ἀμπέλοις ἐμποδὼν ἦν, οὔθ᾽ ὡς οἰκίας ἐγγύς, οὔθ᾽ ὡς ἐγὼ ἄπειρος τῶν παρ᾽
ὑμῖν κινδύνων, εἴ τι τοιοῦτον ἔπραττον. πολλὰς ‹γὰρ› ἂν καὶ μεγάλας ἐμαυτῷ
ζημίας γιγνομένας ἀποφήναιμι·
15.Ὃς πρῶτον μὲν μεθ᾽ ἡμέραν ἐξέκοπτον τὸν σηκόν, ὥσπερ οὐ
πάντας λαθεῖν δέον, ἀλλὰ πάντας Ἀθηναίους εἰδέναι. καὶ εἰ μὲν αἰσχρὸν ἦν μόνον
τὸ πρᾶγμα, ἴσως ἄν τις τῶν παριόντων ἠμέλησε· νῦν δ᾽ οὐ περὶ αἰσχύνης ἀλλὰ τῆς
μεγίστης ζημίας ἐκινδύνευον.
16.Πῶς δ᾽ οὐκ ἂν ἦ ἀθλιώτατος ἀνθρώπων ἁπάντων, εἰ τοὺς ἐμαυτοῦ
θεράποντας μηκέτι δούλους ἔμελλον ἕξειν ἀλλὰ δεσπότας τὸν λοιπὸν βίον, τοιοῦτον
ἔργον συνειδότας; ὥστε εἰ καὶ τὰ μέγιστα εἰς ἐμὲ ἐξημάρτανον, οὐκ ἂν οἷόν τ᾽ ἦν
δίκην με παρ᾽ αὐτῶν λαμβάνειν· εὖ γὰρ ἂν ᾔδη ὅτι ἐπ᾽ ἐκείνοις ἦν καὶ ἐμὲ
τιμωρήσασθαι καὶ αὐτοῖς μηνύσασιν ἐλευθέροις γενέσθαι.
17.Ἒτι τοίνυν, εἰ τῶν οἰκετῶν παρέστη μοι μηδὲν φροντίζειν, πῶς
ἂν ἐτόλμησα τοσούτων μεμισθωμένων καὶ ἁπάντων συνειδότων ἀφανίσαι τὸν σηκὸν
βραχέος μὲν κέρδους ἕνεκα, προθεσμίας δὲ οὐδεμιᾶς οὔσης τῷ κινδύνῳ τοῖς εἰργασμένοις
ἅπασι τὸ χωρίον ὁμοίως προσῆκον εἶναι σῶν τὸν σηκόν, ἵν᾽ εἴ τις αὐτοὺς ᾐτιᾶτο,
εἶχον ἀνενεγκεῖν ὅτῳ παρέδοσαν; νῦν δὲ καὶ ἐμὲ ἀπολύσαντες φαίνονται, καὶ σφᾶς
αὐτούς, εἴπερ ψεύδονται, μετόχους τῆς αἰτίας καθιστάντες.
18.Εἰ τοίνυν καὶ ταῦτα παρεσκευασάμην, πῶς ἂν οἷός τ᾽ ἦν
πάντας πεῖσαι τοὺς παριόντας, ἢ τοὺς γείτονας, οἳ οὐ μόνον ἀλλήλων ταῦτ᾽ ἴσασιν
ἃ πᾶσιν ὁρᾶν ἔξεστιν, ἀλλὰ καὶ περὶ ὧν ἀποκρυπτόμεθα μηδένα εἰδέναι ‹ἐπειγόμενοι›,
καὶ περὶ ἐκείνων πυνθάνονται; ἐμοὶ τοίνυν τούτων οἱ μὲν φίλοι οἱ δὲ διάφοροι
περὶ τῶν ἐμῶν τυγχάνουσιν ὄντες·
19.Οὓς ἐχρῆν τοῦτον παρασχέσθαι μάρτυρας, καὶ μὴ μόνον οὕτως
τολμηρὰς κατηγορίας ποιεῖσθαι· ὅς φησιν ὡς ἐγὼ μὲν παρειστήκη, οἱ δ᾽ οἰκέται ἐξέτεμνον
τὰ πρέμνα, ἀναθέμενος δὲ ὁ βοηλάτης ᾤχετο ἀπάγων τὰ ξύλα.
20.Καίτοι, ὦ Νικόμαχε, χρῆν σε τότε καὶ παρακαλεῖν τοὺς
παριόντας μάρτυρας, καὶ φανερὸν ποιεῖν τὸ πρᾶγμα· καὶ ἐμοὶ μὲν οὐδεμίαν ἂν ἀπολογίαν
ὑπέλιπες, αὐτὸς δέ, εἰ μέν σοι ἐχθρὸς ἦ, ἐν τούτῳ τῷ τρόπῳ ἦσθα ἄν με
τετιμωρημένος, εἰ δὲ τῆς πόλεως ἕνεκα ἔπραττες, οὕτως ἐξελέγξας οὐκ ἂν ἐδόκεις
εἶναι συκοφάντης,
21.Εἰ δὲ κερδαίνειν ἐβούλου, τότ᾽ ἂν πλεῖστον ἔλαβες· φανεροῦ
γὰρ ὄντος τοῦ πράγματος οὐδεμίαν ἄλλην ἡγούμην ἂν εἶναί μοι σωτηρίαν ἢ σὲ πεῖσαι.
τούτων τοίνυν οὐδὲν ποιήσας διὰ τοὺς σοὺς λόγους ἀξιοῖς με ἀπολέσθαι, καὶ
κατηγορεῖς ὡς ὑπὸ τῆς ἐμῆς δυνάμεως καὶ τῶν ἐμῶν χρημάτων οὐδεὶς ἐθέλει σοι
μαρτυρεῖν.
22.Καίτοι εἰ ‹ὅτε› φής μ᾽ ἰδεῖν τὴν μοριὰν ἀφανίζοντα τοὺς ἐννέα
ἄρχοντας ἐπήγαγες ἢ ἄλλους τινὰς τῶν ἐξ Ἀρείου πάγου, οὐκ ἂν ἑτέρων ἔδει σοι
μαρτύρων· οὕτω γὰρ ἄν σοι συνῄδεσαν ἀληθῆ λέγοντι, οἵπερ καὶ διαγιγνώσκειν ἔμελλον
περὶ τοῦ πράγματος.
23.Δεινότατα οὖν πάσχω, ὅτ᾽ εἰ μὲν παρέσχετο μάρτυρας,
τούτοις ἂν ἠξίου πιστεύειν, ἐπειδὴ δὲ οὐκ εἰσὶν αὐτῷ, ἐμοὶ καὶ ταύτην [τὴν]
ζημίαν οἴεται χρῆναι γενέσθαι. καὶ τούτου μὲν οὐ θαυμάζω· οὐ γὰρ δήπου συκοφαντῶν
ἅμα τοιούτων τε λόγων ἀπορήσει καὶ μαρτύρων· ὑμᾶς δ᾽ οὐκ ἀξιῶ τὴν αὐτὴν τούτῳ
γνώμην ἔχειν.
24.Έπίστασθε γὰρ ἐν τῷ πεδίῳ πολλὰς μοριὰς οὔσας καὶ πυρκαϊὰς
ἐν τοῖς ἄλλοις τοῖς ἐμοῖς χωρίοις, ἅς, εἴπερ ἐπεθύμουν, πολὺ ἦν ἀσφαλέστερον καὶ
ἀφανίσαι καὶ ἐκκόψαι καὶ ἐπεργάσασθαι, ὅσῳπερ ἧττον τὸ ἀδίκημα πολλῶν οὐσῶν ἔμελλε
δῆλον ἔσεσθαι.
25.Νῦν δ᾽ οὕτως αὐτὰς περὶ πολλοῦ ποιοῦμαι ὥσπερ ‹καὶ τὴν
πατρίδα› καὶ τὴν ἄλλην οὐσίαν, ἡγούμενος περὶ ἀμφοτέρων τούτων εἶναί μοι τὸν
κίνδυνον. αὐτοὺς τοίνυν ὑμᾶς τούτων μάρτυρας παρέξομαι, ἐπιμελομένους μὲν ἑκάστου
μηνός, ἐπιγνώμονας δὲ πέμποντας καθ᾽ ἕκαστον ἐνιαυτόν· ὧν οὐδεὶς πώποτ᾽ ἐζημίωσέ
μ᾽ ὡς ἐργαζόμενον τὰ περὶ τὰς μοριὰς χωρία.
26.Καίτοι οὐ δήπου τὰς μὲν μικρὰς ζημίας οὕτω περὶ πολλοῦ
ποιοῦμαι, τοὺς δὲ περὶ τοῦ σώματος κινδύνους οὕτω περὶ οὐδενὸς ἡγοῦμαι· καὶ τὰς
μὲν πολλὰς ἐλάας, εἰς ἃς ἐξῆν μᾶλλον ἐξαμαρτάνειν, οὕτω θεραπεύων φαίνομαι, τὴν
δὲ ‹μίαν› μοριάν, ἣν οὐχ οἷόν τ᾽ ἦν λαθεῖν ἐξορύξαντα, ὡς ἀφανίζων νυνὶ
κρίνομαι.
27.Πότερον δέ μοι κρεῖττον ἦν, ὦ βουλή, δημοκρατίας οὔσης
παρανομεῖν ἢ ἐπὶ τῶν τριάκοντα; καὶ οὐ λέγω ὡς τότε δυνάμενος ἢ ὡς νῦν
διαβεβλημένος, ἀλλ᾽ὡς τῷ βουλομένῳ τότε μᾶλλον ἐξὸν ἀδικεῖν ἢ νυνί. ἐγὼ τοίνυν
οὐδ᾽ ἐν ἐκείνῳ τῷ χρόνῳ οὔτε τοιοῦτο οὔτε ἄλλο οὐδὲν κακὸν ποιήσας φανήσομαι.
28.Πῶς δ᾽ ἄν, εἰ μὴ πάντων ἀνθρώπων ἐμαυτῷ κακονούστατος ἦ, ὑμῶν
οὕτως ἐπιμελομένων ἐκ τούτου τὴν μοριὰν ἀφανίζειν ἐπεχείρησα τοῦ χωρίου, ἐν ᾧ
δένδρον μὲν οὐδὲ ἕν ἐστι, μιᾶς δὲ ἐλάας σηκός, ὡς οὗτός φησιν, ἦν, κυκλόθεν δὲ ὁδὸς
περιέχει, ἀμφοτέρωθεν δὲ γείτονες περιοικοῦσιν, ἄερκτον δὲ καὶ πανταχόθεν
κάτοπτόν ἐστιν; ὥστε τίς ἂν ἀπετόλμησε, τούτων οὕτως ἐχόντων, ἐπιχειρῆσαι
τοιούτῳ πράγματι;
29.Δεινὸν δέ μοι δοκεῖ εἶναι ὑμᾶς μέν, οἷς ὑπὸ τῆς πόλεως τὸν
ἅπαντα χρόνον προστέτακται τῶν μοριῶν ἐλαῶν ἐπιμέλεσθαι, μήθ᾽ ὡς ἐπεργαζόμενον
πώποτε ζημιῶσαί ‹με› μήθ᾽ ὡς ἀφανίσαντα εἰς κίνδυνον καταστῆσαι, τοῦτον δ᾽ ὃς οὔτε
γεωργῶν ἐγγὺς τυγχάνει οὔτ᾽ ἐπιμελητὴς ᾑρημένος οὔθ᾽ ἡλικίαν ἔχων εἰδέναι περὶ
τῶν τοιούτων, ἀπογράψαι με ἐκ τῆς γῆς μοριὰν ἀφανίζειν.
30.Ἐγὼ τοίνυν δέομαι ὑμῶν μὴ τοὺς τοιούτους λόγους
πιστοτέρους ἡγήσασθαι τῶν ἔργων, μηδὲ περὶ ὧν αὐτοὶ σύνιστε, ταῦτ᾽ ἀνασχέσθαι τῶν
ἐμῶν ἐχθρῶν λεγόντων, ἐνθυμουμένους καὶ ἐκ τῶν εἰρημένων καὶ ἐκ τῆς ἄλλης
πολιτείας.
31.Ἐγὼ γὰρ τὰ ἐμοὶ προστεταγμένα ἅπαντα προθυμότερον πεποίηκα
‹ἢ› ὡς ὑπὸ τῆς πόλεως ἠναγκαζόμην, καὶ τριηραρχῶν καὶ εἰσφορὰς εἰσφέρων καὶ
χορηγῶν καὶ τἆλλα λῃτουργῶν οὐδενὸς ἧττον πολυτελῶς τῶν πολιτῶν.
32.Καίτοι ταῦτα μὲν μετρίως ποιῶν ἀλλὰ μὴ προθύμως οὔτ᾽ ἂν
περὶ φυγῆς οὔτ᾽ ἂν περὶ τῆς ἄλλης οὐσίας ἠγωνιζόμην, πλείω δ᾽ ἂν ἐκεκτήμην, οὐδὲν
ἀδικῶν οὐδ᾽ ἐπικίνδυνον ἐμαυτῷ καταστήσας τὸν βίον· ταῦτα δὲ πράξας, ἃ οὗτός
μου κατηγορεῖ, ἐκέρδαινον μὲν οὐδέν, ἐμαυτὸν δ᾽ εἰς κίνδυνον καθίστην.
33.Καίτοι πάντες ἂν ὁμολογήσαιτε δικαιότερον εἶναι τοῖς
μεγάλοις χρῆσθαι τεκμηρίοις περὶ τῶν μεγάλων, καὶ πιστότερα ἡγεῖσθαι περὶ ὧν ἅπασα
ἡ πόλις μαρτυρεῖ, μᾶλλον ἢ περὶ ὧν μόνος οὗτος κατηγορεῖ.
34.Ἔτι τοίνυν, ὦ βουλή, ἐκ τῶν ἄλλων σκέψασθε. μάρτυρας γὰρ ἔχων
αὐτῷ προσῆλθον, λέγων ὅτι μοι πάντες ‹ἔτι› εἰσὶν οἱ θεράποντες, οὓς ἐκεκτήμην ἐπειδὴ
παρέλαβον τὸ χωρίον, καὶ ἕτοιμός εἰμι, εἴ τινα βούλοιτο, παραδοῦναι βασανίζειν,
ἡγούμενος οὕτως ἂν τὸν ἔλεγχον ἰσχυρότερον γενέσθαι τῶν τούτου λόγων καὶ τῶν ἔργων
τῶν ἐμῶν.
35.Οὗτος δ᾽ οὐκ ἤθελεν, οὐδὲν φάσκων πιστὸν εἶναι τοῖς
θεράπουσιν. ἐμοὶ δὲ δοκεῖ ‹δεινὸν› εἶναι, εἰ περὶ αὑτῶν μὲν οἱ βασανιζόμενοι
κατηγοροῦσιν, εὖ εἰδότες ὅτι ἀποθανοῦνται, περὶ δὲ τῶν δεσποτῶν, οἷς πεφύκασι
κακονούστατοι, μᾶλλον ἂν ἕλοιντο ἀνέχεσθαι βασανιζόμενοι ἢ κατειπόντες ἀπηλλάχθαι
τῶν παρόντων κακῶν.
36.Καὶ μὲν δή, ὦ βουλή, φανερὸν οἶμαι εἶναι πᾶσιν ὅτι, εἰ
Νικομάχου ἐξαιτοῦντος τοὺς ἀνθρώπους μὴ παρεδίδουν, ἐδόκουν ἂν ἐμαυτῷ συνειδέναι·
ἐπειδὴ τοίνυν ἐμοῦ παραδιδόντος οὗτος παραλαβεῖν οὐκ ἤθελε, δίκαιον καὶ περὶ
τούτου τὴν αὐτὴν γνώμην ἔχειν, ἄλλως τε καὶ τοῦ κινδύνου οὐκ ἴσου ἀμφοτέροις ὄντος.
37.Περὶ ἐμοῦ μὲν γὰρ εἰ ἔλεγον ἃ οὗτος ἐβούλετο, οὐδ᾽ ἂν ἀπολογήσασθαί
μοι ἐξεγένετο· τούτῳ δ᾽ εἰ μὴ ὡμολόγουν, οὐδεμιᾷ ζημίᾳ ἔνοχος ἦν. ὥστε πολὺ μᾶλλον
τοῦτον παραλαμβάνειν ἐχρῆν ἢ ἐμὲ παραδοῦναι προσῆκεν. ἐγὼ τοίνυν εἰς τοῦτο
προθυμίας ἀφικόμην, ἡγούμενος μετ᾽ ἐμοῦ εἶναι καὶ ἐκ βασάνων καὶ ἐκ μαρτύρων καὶ
ἐκ τεκμηρίων ὑμᾶς περὶ τοῦ πράγματος τἀληθῆ πυθέσθαι.
38.Ἐνθυμεῖσθαι δὲ χρή, ὦ βουλή, ποτέροις χρὴ πιστεύειν μᾶλλον,
οἷς πολλοὶ μεμαρτυρήκασιν ἢ ᾧ μηδεὶς τετόλμηκε, καὶ πότερον εἰκὸς μᾶλλον τοῦτον
ἀκινδύνως ψεύδεσθαι ἢ μετὰ τοσούτου κινδύνου τοιοῦτον ἐμὲ ἔργον ἐργάσασθαι, καὶ
πότερον οἴεσθε αὐτὸν ὑπὲρ τῆς πόλεως βοηθεῖν ἢ συκοφαντοῦντα αἰτιᾶσθαι;
39.Ἐγὼ μὲν ‹γὰρ ἐγνωκέναι› ὑμᾶς ἡγοῦμαι ὅτι Νικόμαχος ὑπὸ τῶν
ἐχθρῶν πεισθεὶς τῶν ἐμῶν τοῦτον τὸν ἀγῶνα ἀγωνίζεται, οὐχ ὡς ἀδικοῦντα ἐλπίζων ἀποδείξειν,
ἀλλ᾽ ὡς ἀργύριον παρ᾽ ἐμοῦ λήψεσθαι προσδοκῶν. ὅσῳ γὰρ ‹οἱ› τοιοῦτοί εἰσιν ἐπαιτιώτατοι
καὶ ἀπορώτατοι τῶν κινδύνων, τοσούτῳ πάντες αὐτοὺς φεύγουσι μάλιστα.
40.Ἐγὼ δέ, ὦ βουλή, οὐκ ἠξίουν, ἀλλ᾽ ἐπειδήπερ με ᾐτιάσατο,
παρέσχον ἐμαυτὸν ὅ τι βούλεσθε χρῆσθαι, καὶ τούτου ἕνεκα τοῦ κινδύνου οὐδενὶ ἐγὼ
τῶν ἐχθρῶν διηλλάγην, οἳ ἐμὲ ἥδιον κακῶς λέγουσιν ἢ σφᾶς αὐτοὺς ἐπαινοῦσι. καὶ
φανερῶς μὲν οὐδεὶς πώποτε ἐμὲ αὐτὸς ἐπεχείρησε ποιῆσαι κακὸν οὐδέν, τοιούτους δὲ
ἐπιπέμπουσί μοι, οἷς ὑμεῖς οὐκ ἂν δικαίως πιστεύοιτε.
41.Πάντων γὰρ ἀθλιώτατος ἂν γενοίμην, εἰ φυγὰς ἀδίκως
καταστήσομαι, ἄπαις μὲν ὢν καὶ μόνος, ἐρήμου δὲ τοῦ οἴκου γενομένου, μητρὸς δὲ
πάντων ἐνδεοῦς ‹οὔσης›, πατρίδος δὲ τοιαύτης ἐπ᾽ αἰσχίσταις στερηθεὶς αἰτίαις,
πολλὰς μὲν ναυμαχίας ὑπὲρ αὐτῆς νεναυμαχηκώς, πολλὰς δὲ μάχας μεμαχημένος,
κόσμιον δ᾽ ἐμαυτὸν καὶ ἐν δημοκρατίᾳ καὶ ἐν ὀλιγαρχίᾳ παρασχών.
42.Ἀλλὰ γάρ, ὦ βουλή, ταῦτα μὲν ἐνθάδε οὐκ οἶδ᾽ ὅ τι δεῖ
λέγειν· ἀπέδειξα δ᾽ ὑμῖν ὡς οὐκ ἐνῆν σηκὸς ἐν τῷ χωρίῳ, καὶ μάρτυρας παρεσχόμην
καὶ τεκμήρια. ἃ χρὴ μεμνημένους διαγιγνώσκειν περὶ τοῦ πράγματος, καὶ ἀξιοῦν
παρὰ τούτου πυθέσθαι ὅτου ἕνεκα, ἐξὸν ἐπ᾽ αὐτοφώρῳ ἐλέγξαι, τοσούτῳ χρόνῳ ὕστερον
εἰς τοσοῦτόν με κατέστησεν ἀγῶνα,
43.καὶ μάρτυρα οὐδένα παρασχόμενος ἐκ τῶν λόγων ζητεῖ πιστὸς
γενέσθαι, ἐξὸν αὐτοῖς τοῖς ἔργοις ἀδικοῦντα ἀποδεῖξαι, καὶ ἐμοῦ ἅπαντας
διδόντος τοὺς θεράποντας, οὕς φησι παραγενέσθαι, παραλαβεῖν οὐκ ἤθελεν.