Εμφανιζόμενη ανάρτηση

ΛΥΣΙΑΣ ΚΑΤΑ ΘΕΟΜΝΗΣΤΟΥ: Μεταφράζει ο Κώστας Τσιαχρής

     Δε θα μου λείψουν οι μάρτυρες ,κύριοι δικαστές. Βλέπω ότι μέσα στο σώμα των δικαστών βρίσκονται πολλοί από εσάς που ήσασταν τότε παρόντ...

Τρίτη 18 Αυγούστου 2026

ΛΥΣΙΑΣ ΚΑΤΑ ΘΕΟΜΝΗΣΤΟΥ: Μεταφράζει ο Κώστας Τσιαχρής

 






   Δε θα μου λείψουν οι μάρτυρες ,κύριοι δικαστές. Βλέπω ότι μέσα στο σώμα των δικαστών βρίσκονται πολλοί από εσάς που ήσασταν τότε παρόντες, όταν ο Λυσίθεος κατήγγειλε  στις αρχές ότι ο  Θεόμνηστος αγόρευε, ενώ  δεν του επιτρεπόταν, αφού είχε λιποτακτήσει. Σ΄ εκείνη λοιπόν τη  δίκη ο Θεόμνηστος  με κατηγόρησε ότι σκότωσα τον πατέρα μου.

  Αν με κατηγορούσε ότι είχα σκοτώσει τον δικό του πατέρα, θα τον συγχωρούσα για αυτό που είπε - άλλωστε πιστεύω ότι ο πατέρας του ήταν  άνθρωπος διεφθαρμένος και ανάξιος .Κι ακόμη κι αν έπαιρνε το αυτί μου κάτι άλλο ανεπίτρεπτο, δε θα στρεφόμουν εναντίον του , καθώς νομίζω ότι η υποκίνηση μιας δίκης για συκοφαντικά σχόλια είναι γνώρισμα ανθρώπων ανελεύθερων και υπερβολικά δικομανών.

  Τώρα όμως θα ήταν ντροπή  για τον πατέρα μου, που υπήρξε τόσο άξιος ανάμεσά σας και στην πόλη, να μη διεκδικήσω την τιμωρία αυτού  που διατύπωσε αυτές τις κατηγορίες. Και θέλω να ξέρω αν θα τον τιμωρήσετε ή αν μόνος αυτός από τους Αθηναίους θα λάβει το δικαίωμα να κάνει και να λέει ό,τι θέλει παραβιάζοντας τους νόμους.  

  Εγώ λοιπόν, κύριοι δικαστές, είμαι τριάντα δύο ετών κι από τότε που εσείς επιστρέψατε από την εξορία, έχουν περάσει είκοσι χρόνια. Είναι φανερό λοιπόν ότι ήμουν δεκατριών ετών όταν δολοφονήθηκε   ο πατέρας μου από τους Τριάκοντα. Κι επειδή βρισκόμουν σε αυτή την ηλικία, δεν ήξερα καλά ούτε τι πάει να πει ολιγαρχία ούτε μπορούσα να τον βοηθήσω , παρόλο που τον αδικούσαν.

   Και φυσικά θα ήταν λάθος να  σκεφτείτε ότι στράφηκα εναντίον του πατέρα μου για χρηματικούς λόγους. Γιατί πήρε τα πάντα ο μεγαλύτερος αδελφός μου, ο Πανταλέων  και αφού έγινε για μας επίτροπος, μας στέρησε την πατρική περιουσία. Άρα, είχα  πολλούς λόγους , κύριοι δικαστές, να θέλω να ζει ο πατέρας μου. Είναι λοιπόν ανάγκη να  σας τους εκθέσω αναλυτικά, χωρίς όμως καθόλου να μακρηγορήσω. Σχεδόν όλοι βέβαια γνωρίζετε πως λέω την αλήθεια. Όμως για όλα αυτά θα σας παρουσιάσω μάρτυρες.

   Ίσως σχετικά με αυτά, κύριοι δικαστές, δε θ΄αναφέρει τίποτε προς υπεράπισή του.Θα σας πει όμως αυτά που είχε το θράσος να πει και στον διαιτητή, ότι δηλαδή δεν είναι ανεπίτρεπτο να κατηγορήσει κάποιος έναν άλλο ότι σκότωσε τον πατέρα του. Γιατί ο νόμος δεν απαγορεύει αυτό, απλώς δεν επιτρέπει να χαρακτηρίζεται κάποιος «ανδροφόνος

   Εγώ όμως πιστεύω , δικαστές, ότι πρέπει να μη διαφωνούμε σχετικά με τις λέξεις αλλά να επικεντρωνόμαστε στην έννοιά τους κι ότι όλοι γνωρίζουν ότι όσοι σκότωσαν κάποιους είναι συγχρόνως και «ανδροφόνοι», και όσοι πάλι είναι «ανδροφόνοι», σκότωσαν κάποιους. Γιατί θα ήταν πολύ κοπιώδες το έργο του νομοθέτη αν έπρεπε να καταγράφει όλες τις λέξεις που έχουν παρόμοια σημασία. Αντιθέτως, με  μία  λέξη δηλώνει  όλες αυτές που έχουν ίδια σημασία.

  Με το σκεπτικό αυτό  Θεόμνηστε, αν κάποιος σε αποκαλούσε  πατροκτόνο ή μητροκτόνο, δε θα είχες την απαίτηση να καταδικαστεί αυτός κι αν  πάλι κάποιος έλεγε ότι χτυπάς αυτή που σε γέννησε ή  αυτόν που σε έσπειρε , θα νόμιζες ότι αυτός δεν πρέπει να τιμωρηθεί, επειδή δε  χρησιμοποίησε κάποια από τις απαγορευμένες λέξεις.  

  Και βέβαια με μεγάλη ευχαρίστηση θα μάθαινα από  σένα το εξής (γιατί σε κάτι τέτοια είσαι ικανότατος ,υπολογίζοντας καλά τις κινήσεις και τα λόγια σου) : Αν  κάποιος σε αποκαλέσει ρίψασπι, ενώ στον νόμο  κατά λέξη  αναφέρεται   ότι «αν κάποιος ισχυριστεί για άλλον ότι εγκατέλειψε  την ασπίδα του , να ασκείται δίωξη εναντίον του », δε θα τον έσυρες σε δίκη αλλά θα σου αρκούσε να λες ότι δε σε νοιάζει που σε κατηγορεί ότι «πέταξες την ασπίδα». Γιατί δεν είναι  ίδιο πράγμα το να πετάς και να εγκαταλείπεις  την ασπίδα.

   Αλλά ούτε αν ήσουν ένας από τους έντεκα θα δεχόσουν , αν κάποιος οδηγούσε μπροστά σου έναν άλλο  κατηγορώντας τον ότι του αφαίρεσε το  ρούχο ή ότι του άρπαξε  τον κοντό χιτώνα του, αλλά με τον ίδιο τρόπο θα τον άφηνες ελεύθερο, επειδή δεν αποκαλείται  λωποδύτης. Ούτε αν κάποιος συλληφθεί έχοντας  απαγάγει ένα παιδί, θα έλεγες ότι αυτός είναι δουλέμπορος, αν  βέβαια κόπτεσαι για τις λέξεις, αλλά δεν επικεντρώνεσαι στις πράξεις, για τις οποίες όλοι  χρησιμοποιούν τις λέξεις

  Αναλογιστείτε επιπλέον και το εξής, κύριοι δικαστές- γιατί αυτός μου φαίνεται ότι εξαιτίας  της αδιαφορίας και της δειλίας του δεν έχει προσέλθει ούτε στον Άρειο Πάγο. Όλοι δηλαδή  γνωρίζετε ότι σ’εκείνο το δικαστήριο , όταν εκδικάζονται υποθέσεις ανθρωποκτονίας, οι  αναγκαίοι  όρκοι δε δίνονται με  τη χρήση της λέξης «ανδροφόνος», αλλά αυτής  με  την οποία κατηγορούμαι. Δηλαδή ο κατήγορος ορκίζεται ότι ο κατηγορούμενος «πραγματοποίησε  φόνο» ,ενώ ο κατηγορούμενος ότι «δεν πραγματοποίησε».

   Δε θα ήταν λοιπόν παράδοξο να αθωωθεί ο δράστης που  παραδέχεται  ότι είναι «ανδροφόνος», επειδή ο κατήγορος στον όρκο του προς  τον κατηγορούμενο ισχυρίστηκε  ότι «πραγματοποίησε φόνο»; Γιατί σε τι διαφέρουν αυτά που θα ισχυριστεί αυτός; Εξάλλου εσύ  ο ίδιος  κίνησες δίκη κατά του Θέωνα για συκοφαντία, επειδή είπε ότι πέταξες την ασπίδα σου. Εν τούτοις πουθενά στον νόμο δεν  αναφέρεται  «απόρριψη της ασπίδας» , αν όμως κάποιος ισχυριστεί ότι ένας άλλος «εγκατέλειψε  την ασπίδα» , ορίζονται  ως πρόστιμο πεντακόσιες  δραχμές

   Δεν είναι λοιπόν εξοργιστικό  αν όταν εσύ πρέπει να  τιμωρήσεις  τους εχθρούς σου για συκοφαντική δυσφήμιση, να ερμηνεύεις τους νόμους όπως τώρα εγώ,  όταν όμως εσύ συκοφαντείς κάποιον άλλο κατά παράβαση των νόμων , να έχεις την απαίτηση να μην τιμωρηθείς; Ποιο από τα δύο ισχύει; Είσαι τόσο ικανός ώστε να μπορείς να εφαρμόζεις τους νόμους κατά την κρίση σου  ή έχεις  τόσο μεγάλη δύναμη, ώστε πιστεύεις ότι αυτοί που αδικούνται από εσένα δε θα σε τιμωρήσουν ποτέ;

   Και δεν ντρέπεσαι που  συμπεριφέρεσαι με τόση απερισκεψία, ώστε πιστεύεις ότι πρέπει να βρίσκεσαι σε πλεονεκτική θέση, όχι για τις  ευεργεσίες  που έχεις προσφέρει στην πόλη αλλά για όσες αδικίες σου έμειναν ατιμώρητες; Και τώρα διαβάσέ μου τον νόμο.

ΝΟΜΟΣ

   Εγώ λοιπόν, δικαστές, νομίζω ότι όλοι εσείς αντιλαμβάνεστε  ότι εγώ σωστά μιλάω, ενώ αυτός είναι τόσο ανόητος  ώστε αδυνατεί να καταλάβει  αυτά που αναφέρονται στη νομοθεσία. Θέλω λοιπόν να τον διαφωτίσω σχετικά με την υπόθεση επικαλούμενος και άλλους νόμους , μήπως και  συμμορφωθεί τώρα πάνω σε αυτό το βήμα και  δε μας ενοχλήσει ξανά στο εξής. Διάβασέ μου λοιπόν τους παλιούς νόμους του Σόλωνα

ΝΟΜΟΣ : Να δεθεί το πόδι του ενόχου  στην ποδοκάκκη δέκα μέρες , αν η  Ηλιαία επιβάλλει πρόστιμο

Αυτή η «ποδοκάκκη», Θεόμνηστε, είναι αυτό που τώρα αποκαλείται «δέσιμο στο ξύλο». Αν λοιπόν αυτός που δέθηκε, αφού απελευθερωθεί,  κατηγορήσει, κατά την εξέταση των Έντεκα, ότι δεν είχε δεθεί στην ποδοκάκκη, αλλά στο ξύλο, δε θα τον περάσουν για ηλίθιο; Ανάφερέ μου άλλο νόμο

ΝΟΜΟΣ: Να καταβάλλει  εγγύηση, αφού πρώτα βεβαιώσει με όρκο  στον Απόλλωνα, επειδή  φοβάται μήπως διαφύγει εξαιτίας της ποινής .

Στην περίπτωση αυτή η φράση  «βεβαιώσει με όρκο » έχει την ίδια σημασία με τη  λέξη  «ορκιστεί», ενώ «το διαφεύγει» είναι αυτό που τώρα ονομάζουμε «δραπετεύει».

ΝΟΜΟΣ;  Όποιος, ενώ ο κλέφτης βρίσκεται μέσα στο σπίτι ,  τον εμποδίζει  με την πόρτα,

Αυτό  το «εμποδίζει» νοείται ως «αποκλείει» . Και μη διαφωνείς  καθόλου ως προς αυτό

ΝΟΜΟΣ: Το χρήμα να υπολογίζεται  με όσο τόκο  θέλει ο δανειστής

«Το να υπολογίζεται», καλέ μου,  δε σημαίνει να ζυγίζεται αλλά εισπράττεται  ο τόκος που επιθυμεί. Επιπλέον, διάβασέ μου  το τελευταίο άρθρο  αυτού του νόμου  

ΝΟΜΟΣ:  Όσοι  κυκλοφορούν  απροκάλυπτα, να οφείλουν τα διπλά και  για οικιακό δούλο και για οποιαδήποτε καταστροφή

Πρόσεξε. Το  «απροκάλυπτα» σημαίνει «φανερά», το «κυκλοφορούν» «βαδίζουν» , ενώ το «οικιακός δούλος» υπηρέτης

   Και πολλά άλλα παρόμοια παραδείγματα υπάρχουν, κύριοι δικαστές. Αλλά αν δεν είναι ανόητος , νομίζω ότι ο ίδιος γνωρίζει πολύ καλά ότι τα  ίδια  πράγματα υπάρχουν  και τώρα και παλιά, ορισμένες όμως λέξεις δεν τις χρησιμοποιούμε  με τον ίδιο τρόπο  στο παρόν όπως στο παρελθόν. Θα το παραδεχτεί αυτό , γιατί  αμέσως θα κατεβεί από το βήμα σιωπηλός .

   Διαφορετικά, σας παρακαλώ, κύριοι δικαστές, να βγάλετε μία δίκαιη ετυμηγορία, έχοντας κατά νου ότι  είναι πολύ μεγαλύτερο κακό να κατηγορηθεί  κανείς  ότι δολοφόνησε  τον πατέρα του  παρά ότι εγκατέλειψε  την ασπίδα του. Εγώ φυσικά θα παραδεχόμουν ότι έχω πετάξει όλες  τις ασπίδες παρά ότι  είχα  τέτοια διάθεση για τον πατέρα μου.

   Αυτός  λοιπόν, παρόλο που κρίθηκε   ένοχος με βάση την κατηγορία και παρόλο που  για αυτόν η συμφορά ήταν ελάχιστη, όχι  μόνο αντιμετωπίστηκε με επιείκεια από εσάς, αλλά πέτυχε  και τη στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων του μάρτυρα που κατέθεσε εναντίον του . Εγώ όμως που είδα  εκείνο που έκανε αυτός , που κι εσείς το γνωρίζετε, και που  ο ίδιος διαφύλαξα την ασπίδα μου , αλλά  κατηγορήθηκα για κάτι τόσο ανίερο και φοβερό, και που  η συμφορά μου θα είναι τεράστια, αν αθωωθεί, ενώ για αυτόν ασήμαντο πράγμα ,αν καταδικαστεί για συκοφαντία, εγώ άραγε δε θα βρω το δίκιο μου απ’αυτόν τον άνθρωπο ;

   Για ποιο ακριβώς πράγμα με εγκαλείτε ; Μήπως ότι η  κατηγορία του είναι δίκαιη; Αλλά εσείς οι ίδιοι δε θα το παραδεχόσασταν. Μήπως ότι   ο  κατηγορούμενος είναι καλύτερος από μένα κι από καλύτερη οικογένεια; Μα ούτε ο ίδιος δε θα  ισχυριζόταν τέτοιο πράμα . Μήπως ότι , ενώ έχω εγκαταλείψει τα όπλα μου, κινήθηκα δικαστικά   για συκοφαντία εναντίον αυτού  που τα διέσωσε ; όμως ούτε αυτή η κατηγορία είναι διαδεδομένη στην πόλη

    Θυμηθείτε όμως ότι του παραχωρήσατε αυτό το μεγάλο  και ωραίο προνόμιο.  Ποιος δε θα λυπόταν σε εκείνη την περίπτωση τον Διονύσιο, ο οποίος είχε πέσει  σε τέτοια συμφορά, ενώ ήταν τόσο γενναίος άντρας στους κινδύνους,  και που ενώ έφευγε από το δικαστήριο,  έλεγε   ότι  πραγματοποιήσαμε  εκείνη την οικτρότατη  εκστρατεία, στην οποία πολλοί από μας σκοτώθηκαν , ενώ αυτοί που διέσωσαν τα όπλα καταδικάστηκαν για ψευδομαρτυρία  από αυτούς που τα εγκατέλειψαν, κι ότι  για τον ίδιο ήταν καλύτερα να πεθάνει τότε παρά να επιστρέψει στην πατρίδα του και να έχει τέτοια αντιμετώπιση;

   Μη λυπάστε λοιπόν τον Θεόμνηστο αν κακολογείται όπως του αξίζει  και μην τον συγχωρείτε που ασχημονεί και μιλάει παράνομα. Γιατί ποια μεγαλύτερη συμφορά από αυτή θα μπορούσε να με βρει , από το να κατηγορούμαι με τόσο αισχρό τρόπο για έναν τέτοιο πατέρα;

   Αυτός ο άντρας πολλές φορές υπηρέτησε ως στρατηγός και πολλούς άλλους κινδύνους δοκίμασε μαζί σας κι ούτε αιχμαλωτίστηκε από τους εχθρούς  ούτε ποτέ καταδικάστηκε κατά τον έλεγχο της διαχείρισής του για κάποιο έγκλημα σε βάρος των πολιτών , αλλά στα εξήντα επτά του χρόνια θανατώθηκε  από τους ολιγαρχικούς , επειδή έτρεφε φιλικά αισθήματα για εσάς τους δημοκρατικούς

    Με το δίκιο μου  ,λοιπόν, δεν   αγανακτώ  με αυτόν που έχει πει τέτοια πράγματα  και δεν αξίζει να  υπερασπιστώ τον πατέρα μου, σα να έχει και  εκείνος συκοφαντηθεί; Γιατί τι θα ήταν πιο στενάχωρο για αυτόν από το να έχει δολοφονηθεί από τους εχθρούς του  και   να φέρει  τη ντροπή  ότι σκοτώθηκε από τα παιδιά του; Τα τρόπαια  της ανδρείας του ακόμη και τώρα, κύριοι δικαστές, είναι κρεμασμένα  στους ναούς σας , ενώ τα τρόπαια  της δειλίας εκείνου και του πατέρα του στους ναούς των εχθρών. Τόσο βαθιά μέσα στη ρίζα της φύσης τους βρίσκεται η δειλία τους. Και βέβαια , κύριοι δικαστές, όσο δυνατοί  και νέοι δείχνουν εμφανισιακά , τόσο περισσότερο  είναι άξιοι της οργής σας. Γιατί είναι φανερό ότι έχουν ακμαία  σώματα αλλά δειλές ψυχές.

    Ακούω όμως, κύριοι δικαστές, ότι θα καταφύγει σε αυτό το επιχείρημα, ότι δήθεν τα είπε όλα αυτά εξοργισμένος, επειδή  εγώ κατέθεσα την ίδια μαρτυρία με τον Διονύσιο. Εσείς όμως σκεφτείτε, κύριοι δικαστές, ότι ο νομοθέτης δε αντιμετωπίζει με καμία επιείκεια  την οργή, αλλά τιμωρεί αυτόν που λέει κάτι, αν δεν αποδείξει την αλήθεια των λεγομένων του . Εγώ ήδη δύο φορές έχω καταθέσει ως μάρτυρας για αυτόν. Γιατί  δεν ήξερα βέβαια ότι εσείς τιμωρείτε τους μάρτυρες , ενώ συγχωρείτε αυτούς που πέταξαν τα όπλα τους.

  Σχετικά με αυτά, λοιπόν, δεν ξέρω τι περισσότερο πρέπει να πω. Σας  παρακαλώ όμως  να καταδικάσετε τον Θεόμνηστο, έχοντας στο μυαλό σας ότι δεν θα υπάρξει για μένα σημαντικότερη  δίκη από αυτή. Γιατί τώρα ασκώ δίωξη για ψευδολογία, αλλά στην ίδια δίκη κατηγορούμαι για τον φόνο του πατέρα μου, αν και μόνος μου, αφού πέρασα    πολύ γρήγορα από τη διαδικασία της δοκιμασίας , κατήγγειλα  τους Τριάκοντα στον Άρειο Πάγο

Αυτά ανασύροντας στη μνήμη σας υποστηρίξτε εμένα και τον πατέρα μου. Ταυτόχρονα όμως υποστηρίξτε  τους ισχύοντες  νόμους και τους όρκους που έχετε δώσει

Κ. Τσιαχρής 

ΑΡΧΑΙΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

Μαρτύρων μὲν οὐκ ἀπορίαν μοι ἔσεσθαι δοκῶ, ὦ ἄνδρες δικασταί· πολλοὺς γὰρ ὑμῶν ὁρῶ δικάζοντας τῶν τότε παρόντων, ὅτε Λυσίθεος Θεόμνηστον εἰσήγγελλε τὰ ὅπλα ἀποβεβληκότα, οὐκ ἐξὸν αὐτῷ, δημηγορεῖν· ἐν ἐκείνῳ γὰρ τῷ ἀγῶνι τὸν πατέρα μ᾽ ἔφασκεν ἀπεκτονέναι τὸν ἐμαυτοῦ. ἐγὼ δ᾽, εἰ μὲν τὸν ἑαυτοῦ με ἀπεκτονέναι ᾐτιᾶτο, συγγνώμην ἂν εἶχον αὐτῷ τῶν εἰρημένων (φαῦλον γὰρ αὐτὸν καὶ οὐδενὸς ἄξιον ἡγούμην)· οὐδ᾽ εἴ τι ἄλλο τῶν ἀπορρήτων ἤκουσα, οὐκ ἂν ἐπεξῆλθον αὐτῷ (ἀνελευθέρων γὰρ καὶ λίαν φιλοδίκων εἶναι νομίζω κακηγορίας δικάζεσθαι)· νυνὶ δὲ αἰσχρόν μοι εἶναι δοκεῖ περὶ τοῦ πατρός, οὕτω πολλοῦ ἀξίου γεγενημένου καὶ ὑμῖν καὶ τῇ πόλει, μὴ τιμωρήσασθαι τὸν ταῦτ᾽ εἰρηκότα, καὶ παρ᾽ ὑμῶν εἰδέναι βούλομαι πότερον δώσει δίκην, ἢ τούτῳ μόνῳ Ἀθηναίων ἐξαίρετόν ἐστι καὶ ποιεῖν καὶ λέγειν παρὰ τοὺς νόμους ὅ τι ἂν βούληται.  Ἐμοὶ γάρ, ὦ ἄνδρες δικασταί, ἔτη ἐστὶ ‹δύο καὶ› τριάκοντα, ἐξ ὅτου ‹δ᾽› ὑμεῖς κατεληλύθατε, εἰκοστὸν τουτί. φαίνομαι οὖν τρισκαιδεκέτης ὢν ὅτε ὁ πατὴρ ὑπὸ τῶν τριάκοντα ἀπέθνῃσκε. ταύτην δὲ ἔχων τὴν ἡλικίαν οὔτε τί ἐστιν ὀλιγαρχία ἠπιστάμην, οὔτε [ἂν] ἐκείνῳ ἀδικουμένῳ ἐδυνάμην βοηθῆσαι.καὶ μὲν δὴ οὐκ ‹ἂν› ὀρθῶς τῶν χρημάτων ἕνεκα ἐπεβούλευσα αὐτῷ· ὁ γὰρ πρεσβύτερος ἀδελφὸς Πανταλέων ἅπαντα παρέλαβε, καὶ ἐπιτροπεύσας ἡμᾶς τῶν πατρῴων ἀπεστέρησεν, ὥστε πολλῶν ἕνεκα, ὦ ἄνδρες δικασταί, προσῆκέ μοι αὐτὸν βούλεσθαι ζῆν. ἀνάγκη μὲν οὖν περὶ αὐτῶν μνησθῆναι, οὐδὲν δὲ δεῖ πολλῶν λόγων· σχεδὸν ‹γὰρ› ἐπίστασθε ἅπαντες ὅτι ἀληθῆ λέγω. ὅμως δὲ μάρτυρας αὐτῶν παρέξομαι.

ΜΑΡΤΥΡΕΣ

Ἴσως τοίνυν, ὦ ἄνδρες δικασταί, περὶ τούτων μὲν οὐδὲν ἀπολογήσεται, ἐρεῖ δὲ πρὸς ὑμᾶς ἅπερ ἐτόλμα λέγειν καὶ πρὸς τὸν διαιτητήν, ὡς οὐκ ἔστι τῶν ἀπορρήτων, ἐάν τις εἴπῃ τὸν πατέρα ἀπεκτονέναι· τὸν γὰρ νόμον οὐ ταῦτ᾽ ἀπαγορεύειν, ἀλλ᾽ ἀνδροφόνον οὐκ ἐᾶν λέγειν. ἐγὼ δὲ οἶμαι δεῖν, ὦ ἄνδρες δικασταί, οὐ περὶ τῶν ὀνομάτων διαφέρεσθαι ἀλλὰ τῆς τούτων διανοίας, καὶ πάντας εἰδέναι ὅτι ὅσοι ‹ἀπεκτόνασί τινας, καὶ ἀνδροφόνοι εἰσί, καὶ ὅσοι› ἀνδροφόνοι εἰσί, καὶ ἀπεκτόνασί τινας. πολὺ γὰρ ἔργον ἦν τῷ νομοθέτῃ ἅπαντα τὰ ὀνόματα γράφειν ὅσα τὴν αὐτὴν δύναμιν ἔχει· ἀλλὰ περὶ ἑνὸς εἰπὼν περὶ πάντων ἐδήλωσεν. οὐ γὰρ δήπου, ὦ Θεόμνηστε, εἰ μέν τίς σε εἴποι πατραλοίαν ἢ μητραλοίαν, ἠξίους ἂν αὐτὸν ὀφλεῖν σοι δίκην, εἰ δέ τις εἴποι ὡς τὴν τεκοῦσαν ἢ τὸν φύσαντα ἔτυπτες, ᾤου ἂν αὐτὸν ἀζήμιον δεῖν εἶναι ὡς οὐδὲν τῶν ἀπορρήτων εἰρηκότα.ἡδέως γὰρ ἄν σου πυθοίμην (περὶ τοῦτο γὰρ δεινὸς εἶ καὶ μεμελέτηκας καὶ ποιεῖν καὶ λέγειν)· εἴ τίς σε εἴποι ῥῖψαι τὴν ἀσπίδα, ἐν δὲ τῷ νόμῳ εἴρηται, «ἐάν τις φάσκῃ ἀποβεβληκέναι, ὑπόδικον εἶναι», οὐκ ἂν ἐδικάζου αὐτῷ, ἀλλ᾽ ἐξήρκει ἄν σοι [ἐρριφέναι τὴν ἀσπίδα] λέγοντι οὐδέν σοι μέλειν; οὐδὲ γὰρ τὸ αὐτό ἐστι ῥῖψαι καὶ ἀποβεβληκέναι·  ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ἂν τῶν ἕνδεκα γενόμενος ἀποδέξαιο, εἴ τις ἀπάγοι τινὰ φάσκων θοἰμάτιον ἀποδεδύσθαι ἢ τὸν χιτωνίσκον ἐκδεδύσθαι, ἀλλ᾽ ἀφείης ἂν τὸν αὐτὸν τρόπον, ὅτι οὐ λωποδύτης ὀνομάζεται. οὐδ᾽ εἴ τις παῖδα ἐξαγαγὼν ληφθείη, οὐκ ἂν φάσκοις αὐτὸν ἀνδραποδιστὴν εἶναι, εἴπερ μαχῇ τοῖς ὀνόμασιν, ἀλλὰ μὴ τοῖς ἔργοις τὸν νοῦν προσέξεις, ὧν ἕνεκα τὰ ὀνόματα πάντες τίθενται.  Ἔτι τοίνυν σκέψασθε, ὦ ἄνδρες δικασταί· οὑτοσὶ γάρ μοι δοκεῖ ὑπὸ ῥᾳθυμίας καὶ μαλακίας οὐδ᾽ εἰς Ἄρειον πάγον ἀναβεβηκέναι. πάντες γὰρ ἐπίστασθε ὅτι ἐν ἐκείνῳ τῷ χωρίῳ, ὅταν τὰς τοῦ φόνου δίκας δικάζωνται, οὐ διὰ τούτου τοῦ ὀνόματος τὰς διωμοσίας ποιοῦνται, ἀλλὰ δι᾽ οὗπερ ἐγὼ κακῶς ἀκήκοα· ὁ μὲν γὰρ διώκων ὡς ἔκτεινε διόμνυται, ὁ δὲ φεύγων ὡς οὐκ ἔκτεινεν.  οὐκ οὖν ἄτοπον ἂν εἴη τὸν δράσαντ᾽ ἀφεῖναι φάσκοντα ἀνδροφόνον εἶναι, ὅτι ὁ διώκων, ὡς ἔκτεινε, ‹πρὸς› τὸν φεύγοντα διωμόσατο; τί γὰρ ταῦτα, ὧν οὗτος ἐρεῖ, διαφέρει; καὶ αὐτὸς μὲν Θέωνι κακηγορίας ἐδικάσω εἰπόντι σε ἐρριφέναι τὴν ἀσπίδα. καίτοι περὶ μὲν τοῦ ῥῖψαι οὐδὲν ‹ἐν› τῷ νόμῳ εἴρηται, ἐὰν δέ τις εἴπῃ ἀποβεβληκέναι τὴν ἀσπίδα, πεντακοσίας δραχμὰς ὀφείλειν κελεύει.  οὐκ οὖν δεινόν, εἰ ὅταν μὲν δέῃ σὲ κακῶς ἀκούσαντα τοὺς ἐχθροὺς τιμωρεῖσθαι, οὕτω τοὺς νόμους ὥσπερ ἐγὼ νῦν λαμβάνεις, ὅταν δ᾽ ἕτερον παρὰ τοὺς νόμους εἴπῃς κακῶς, οὐκ ἀξιοῖς δοῦναι δίκην; πότερον οὕτως σὺ δεινὸς εἶ ὥστε, ὅπως ἂν βούλῃ, οἷός τ᾽ εἶ χρῆσθαι τοῖς νόμοις, ἢ τοσοῦτον δύνασαι ὥστε οὐδέποτε οἴει τοὺς ἀδικουμένους ὑπὸ σοῦ τιμωρίας τεύξεσθαι;εἶτ᾽ οὐκ αἰσχύνῃ οὕτως ἀνοήτως διακείμενος, ὥστε οὐκ ἐξ ὧν εὖ πεποίηκας τὴν πόλιν, ἀλλ᾽ ἐξ ὧν ἀδικῶν οὐ δέδωκας δίκην, οἴει δεῖν πλεονεκτεῖν; Καί μοι ἀνάγνωθι τὸν νόμον.

ΝΟΜΟΣ

Ἐγὼ τοίνυν, ὦ ἄνδρες δικασταί, ὑμᾶς μὲν πάντας εἰδέναι ἡγοῦμαι ὅτι ἐγὼ μὲν ὀρθῶς λέγω, τοῦτον δὲ οὕτω σκαιὸν εἶναι ὥστε οὐ δύνασθαι μαθεῖν τὰ λεγόμενα. βούλομαι οὖν αὐτὸν καὶ ἐξ ἑτέρων νόμων περὶ τούτων διδάξαι, ἄν πως ἀλλὰ νῦν ‹γ᾽› ἐπὶ τοῦ βήματος παιδευθῇ καὶ τὸ λοιπὸν ἡμῖν ‹μὴ› παρέχῃ πράγματα. Καί μοι ἀνάγνωθι τούτους τοὺς νόμους τοὺς Σόλωνος τοὺς παλαιούς. ΝΟΜΟΣ. Δεδέσθαι δ᾽ ἐν τῇ ποδοκάκκῃ ἡμέρας δέκα τὸν πόδα, ἐὰν προστιμήσῃ ἡ ἡλιαία. Ἡ ποδοκάκκη αὕτη ἐστίν, ὦ Θεόμνηστε, ὃ νῦν καλεῖται ἐν τῷ ξύλῳ δεδέσθαι. εἰ οὖν ὁ δεθεὶς ἐξελθὼν ἐν ταῖς εὐθύναις τῶν ἕνδεκα κατηγοροίη ὅτι οὐκ ἐν τῇ ποδοκάκκῃ ἐδέδετο, ἀλλ᾽ ἐν τῷ ξύλῳ, οὐκ ἂν ἠλίθιον αὐτὸν νομίζοιεν; Λέγε ἕτερον νόμον. ΝΟΜΟΣ. Ἐπεγγυᾶν δ᾽ ἐπιορκήσαντα τὸν Ἀπόλλω. δεδιότα δὲ δίκης ἕνεκα ‹μὴ› δρασκάζειν. Τοῦτο τὸ ἐπιορκήσαντα ὀμόσαντά ἐστι, τό τε δρασκάζειν, ὃ νῦν ἀποδιδράσκειν ὀνομάζομεν. ΝΟΜΟΣ: Ὅστις δὲ ἀπείλλει τῇ θύρᾳ, ἔνδον τοῦ κλέπτου ὄντος. Τὸ ἀπείλλειν τοῦτο ἀποκλῄειν νομίζεται, καὶ μηδὲν διὰ τοῦτο διαφέρου. ΝΟΜΟΣ:  Τὸ ἀργύριον στάσιμον εἶναι ἐφ᾽ ὁπόσῳ ἂν βούληται ὁ δανείζων.Τὸ στάσιμον τοῦτό ἐστιν, ὦ βέλτιστε, οὐ ζυγῷ ἱστάναι ἀλλὰ τόκον πράττεσθαι ὁπόσον ἂν βούληται. Ἔτι ἀνάγνωθι τουτουὶ τοῦ νόμου τὸ τελευταῖον. ΝΟΜΟΣ :  Ὅσοι δὲ πεφασμένως πωλοῦνται, καὶ  οἰκῆος †καὶ βλάβης τὴν διπλήν  εἶναι† ὀφείλειν.Πρόσεχε τὸν νοῦν. τὸ μὲν πεφασμένως ἐστὶ φανερῶς, πωλεῖσθαι δὲ βαδίζειν, τὸ δὲ οἰκῆος θεράποντος. πολλὰ δὲ τοιαῦτα καὶ ἄλλα ἐστίν, ὦ ἄνδρες δικασταί. ἀλλ᾽ εἰ μὴ σιδηροῦς ἐστιν, οἴομαι αὐτὸν εὖ νῦν ἐγνωκέναι, ὅτι τὰ μὲν πράγματα ταὐτά ἐστι νῦν τε καὶ πάλαι, τῶν δὲ ὀνομάτων ἐνίοις οὐ τοῖς αὐτοῖς χρώμεθα νῦν καὶ πρότερον. δηλώσει δέ· οἰχήσεται γὰρ ἀπιὼν ἀπὸ τοῦ βήματος σιωπῇ. εἰ δὲ μή, δέομαι ὑμῶν, ὦ ἄνδρες δικασταί, τὰ δίκαια ψηφίζεσθαι, ἐνθυμουμένους ὅτι πολὺ μεῖζον κακόν ἐστιν ἀκοῦσαι τὸν πατέρα ‹ἀπεκτονέναι ἢ τὴν ἀσπίδα› ἀποβεβληκέναι. ἐγὼ γοῦν δεξαίμην ἂν πάσας τὰς ἀσπίδας ἐρριφέναι ἢ τοιαύτην γνώμην ἔχειν περὶ τὸν πατέρα. Οὗτος οὖν ἔνοχος μὲν ὢν τῇ αἰτίᾳ, ἐλάττονος δὲ οὔσης αὐτῷ τῆς συμφορᾶς, οὐ μόνον ὑφ᾽ ὑμῶν ἠλεήθη, ἀλλὰ καὶ τὸν μαρτυρήσαντα ἠτίμωσεν. ἐγὼ δὲ ἑορακὼς μὲν ἐκεῖνο τοῦτον ποιήσαντα ὃ καὶ ὑμεῖς ἴστε, αὐτὸς δὲ σώσας τὴν ἀσπίδα, ἀκηκοὼς δὲ οὕτως ἀνόσιον καὶ δεινὸν πρᾶγμα, μεγίστης δὲ οὔσης μοι τῆς συμφορᾶς, εἰ ἀποφεύξεται, τούτῳ δ᾽ οὐδενὸς ἀξίας, εἰ κακηγορίας ἁλώσεται, οὐκ ἄρα δίκην παρ᾽ αὐτοῦ λήψομαι; τίνος ὄντος ἐμοὶ πρὸς ὑμᾶς ἐγκλήματος; πότερον ὅτι δικαίως ἀκήκοα; ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ἂν αὐτοὶ φήσαιτε. ἀλλ᾽ ὅτι βελτίων καὶ ἐκ βελτιόνων ὁ φεύγων ἐμοῦ; ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ἂν αὐτὸς ἀξιώσειεν. ἀλλ᾽ ὅτι ἀποβεβληκὼς τὰ ὅπλα δικάζομαι κακηγορίας τῷ σώσαντι; ἀλλ᾽ οὐχ οὗτος ὁ λόγος ἐν τῇ πόλει κατεσκέδασται.  ἀναμνήσθητε δὲ ὅτι μεγάλην καὶ καλὴν ἐκείνην δωρειὰν αὐτῷ δεδώκατε· ἐν ᾗ τίς οὐκ ἂν ἐλεήσειε Διονύσιον, τοιαύτῃ μὲν συμφορᾷ περιπεπτωκότα, ἄνδρα δὲ ἄριστον ἐν τοῖς κινδύνοις γεγενημένον, [25] ἀπιόντα δὲ ἀπὸ τοῦ δικαστηρίου [καὶ] λέγοντα ὅτι δυστυχεστάτην ἐκείνην εἴημεν στρατείαν ἐστρατευμένοι, ἐν ᾗ πολλοὶ μὲν ἡμῶν ἀπέθανον, οἱ δὲ σώσαντες τὰ ὅπλα ὑπὸ τῶν ἀποβαλόντων ψευδομαρτυρίων ἑαλώκασι, κρεῖττον δὲ ἦν αὐτῷ τότε ἀποθανεῖν ἢ οἴκαδ᾽ ἐλθόντι τοιαύτῃ τύχῃ χρῆσθαι; μὴ τοίνυν †ἀκούσαντα Θεόμνηστον κακῶς τὰ προσήκοντα ἐλεεῖτε† καὶ ὑβρίζοντι καὶ λέγοντι παρὰ τοὺς νόμους συγγνώμην ἔχετε. τίς γὰρ ἂν ἐμοὶ μείζων ταύτης γένοιτο συμφορά, περὶ τοιούτου πατρὸς οὕτως αἰσχρὰς αἰτίας ἀκηκοότι; ὃς πολλάκις μὲν ἐστρατήγησε, πολλοὺς δὲ καὶ ἄλλους κινδύνους μεθ᾽ ὑμῶν ἐκινδύνευσε· καὶ οὔτε τοῖς πολεμίοις τὸ ἐκείνου σῶμα ὑποχείριον ἐγένετο, οὔτε τοῖς πολίταις οὐδεμίαν πώποτε ὦφλεν εὐθύναν, ἔτη δὲ γεγονὼς ἑπτὰ καὶ ἑξήκοντα ἐν ὀλιγαρχίᾳ δι᾽ εὔνοιαν τοῦ ὑμετέρου πλήθους ἀπέθανεν. ἆρ᾽ ἄξιον ὀργισθῆναι τῷ ‹τοιαῦτ᾽› εἰρηκότι καὶ βοηθῆσαι τῷ πατρί, ὡς καὶ ἐκείνου κακῶς ἀκηκοότος; τί γὰρ ἂν τούτου ἀνιαρότερον γένοιτο αὐτῷ, ἢ τεθνάναι μὲν ὑπὸ τῶν ἐχθρῶν, αἰτίαν δ᾽ ἔχειν ὑπὸ τῶν παίδων ‹ἀνῃρῆσθαι›; οὗ ἔτι καὶ νῦν, ὦ ἄνδρες δικασταί, τῆς ἀρετῆς τὰ μνημεῖα πρὸς τοῖς ὑμετέροις ‹ἱεροῖς› ἀνάκειται, τὰ δὲ τούτου καὶ τοῦ τούτου πατρὸς τῆς κακίας πρὸς τοῖς τῶν πολεμίων· οὕτω σύμφυτος αὐτοῖς ἡ δειλία. καὶ μὲν δή, ὦ ἄνδρες δικασταί, ὅσῳ μείζους εἰσὶ καὶ νεανίαι τὰς ὄψεις, τοσούτῳ μᾶλλον ὀργῆς ἄξιοί εἰσι. δῆλον γὰρ ὅτι τοῖς μὲν σώμασι δύνανται, τὰς δὲ ψυχὰς οὐκ ‹εὖ› ἔχουσιν. Ἀκούω δ᾽ αὐτόν, ὦ ἄνδρες δικασταί, ἐπὶ τοῦτον τὸν λόγον τρέψεσθαι, ὡς ὀργισθεὶς εἴρηκε ταῦτα ἐμοῦ μαρτυρήσαντος τὴν αὐτὴν μαρτυρίαν Διονυσίῳ. ὑμεῖς δ᾽ ἐνθυμεῖσθε, ὦ ἄνδρες δικασταί, ὅτι ὁ νομοθέτης οὐδεμίαν ὀργῇ συγγνώμην δίδωσιν, ἀλλὰ ζημιοῖ τὸν λέγοντα, ἐὰν μὴ ἀποφαίνῃ ὡς ἔστιν ἀληθῆ τὰ εἰρημένα. ἐγὼ δὲ δὶς ἤδη περὶ τούτου μεμαρτύρηκα· οὐ γάρ πω ᾔδη ὅτι ὑμεῖς τοὺς μὲν ἰδόντας τιμωρεῖσθε, τοῖς δὲ ἀποβαλοῦσι συγγνώμην ἔχετε.Περὶ μὲν οὖν τούτων οὐκ οἶδ᾽ ὅ τι δεῖ πλείω λέγειν· ἐγὼ δ᾽ ὑμῶν δέομαι καταψηφίζεσθαι Θεομνήστου, ἐνθυμουμένους ὅτι οὐκ ἂν γένοιτο τούτου μείζων ἀγών μοι. νῦν γὰρ διώκω κακηγορίας, τῇ δ᾽ αὐτῇ ψήφῳ φόνου φεύγω τοῦ πατρός, ὃς μόνος, ἐπειδὴ τάχιστα ἐδοκιμάσθην, ἐπεξῆλθον τοῖς τριάκοντα ἐν Ἀρείῳ πάγῳ. ὧν μεμνημένοι καὶ ἐμοὶ καὶ τῷ πατρὶ βοηθήσατε καὶ τοῖς νόμοις τοῖς κειμένοις καὶ τοῖς ὅρκοις οἷς ὀμωμόκατε.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου