Εμφανιζόμενη ανάρτηση

Ανεκπλήρωτη Υπόσχεση

  Ένας αέρας που δεν είν' αέρας  Και μια φωτιά που δεν αφήνει τέφρα  Είπες θα σπάσουμε τα φρένα  Μα το νοιωσα πως ήσουν κλέφτρα  Άρπαζες...

Σάββατο 15 Αυγούστου 2026

Η ελιά ως θρησκευτικό και οικονομικό σύμβολο της αθηναϊκής ευημερίας και ο λόγος του Λυσία «Περί τοῦ σηκοῦ άπολογίας»

 



Γράφει ο Κώστας Τσιαχρής

       Ένας από τους πιο ενδιαφέροντες για την τεχνική του  επιχειρηματολογείν λόγους του Λυσία είναι εκείνος που εκφωνήθηκε λίγο μετά τον πελοποννησιακό πόλεμο, κατά πάσα πιθανότητα το  395/394 π.Χ. και φέρει τον τίτλο «Περί τοῦ σηκοῦ άπολογίας»  και εκτός των άλλων μας παρέχει σημαντικές πληροφορίες για το νομικό πλαίσιο που αφορούσε την προστασία των «μοριών», των ιερών δηλαδή ελαιόδεντρων που, όπως προκύπτει από τις αρχαίες πηγές,  φύονταν σε διάφορες περιοχές της Αττικής και η συγκομιδή των καρπών τους ακολουθούσε συγκεκριμένους κανόνες που υπάκουαν στο παραπάνω πλαίσιο. Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δοθεί στη λέξη «σηκός» που απαντά στον τίτλο του λόγου. Η βασική σημασία της λέξης ήταν:  περιφραγμένος ή περιτειχισμένος  χώρος, περίβολος ακόμη και για τα ζώα, με σημασία όπως μαντρί, στάβλος, ιδιαίτερα για την εκτροφή αρνιών, κατσικιών και μοσχαριών, ακόμη και  φωλιά,: (Οδύσσεια 9.219, 10.412). Από τη βασική αυτή σημασία προήλθε και η θρησκευτική απόχρωση του όρου: ιερός περίβολος, ενώ στην αρχιτεκτονική ο όρος  απέδιδε τον κύριο εσωτερικό χώρο ενός ναού, μέσα στον οποίο βρισκόταν και το άγαλμα της εκάστοτε θεότητας. Άρα, η λέξη κατάντησε να σημαίνει περίβολος που προστατεύει ένα ιερό αντικείμενο. Ενδιαφέρουσες είναι εδώ οι αναφορές κάποιων αρχαίων συγγραφέων με βάση : σηκὸν νομίζειν τὸ τεῖχος (Πλάτων, Θεαίτητος 174e), σηκόν  δράκοντος (=φωλιά του δράκοντα)  (Ευριπίδης, Φοίνισσαι 1010), οἱ πέρδικες δύο ποιοῦνται τῶν ᾠῶν σηκούς (Αριστοτέλης, Περί ζῴων ἱστορίαι 564a21). Στην περίπτωση των ιερών ελαιόδεντρων, σηκός ονομαζόταν ο περίβολος που χτιζόταν, για να τα οριοθετεί , να τα καθιστά αντικείμενο ιδιαίτερης προσοχής και να προστατεύει. Σταδιακά, η λέξη χρησιμοποιούνταν, για να δηλώσει και την έννοια του κορμού των ελαιόδεντρων (Lin Foxhall, Olive Cultivation in Ancient Greece: Seeking the Ancient Economy ,Oxford University Press, 2007).

    Όσον αφορά τις «μορίες», η ιερότητα με την οποία περιβλήθηκαν οι συγκεκριμένες ελιές ανάγεται κατά πάσα πιθανότητα στον μύθο του «άγῶνος» μεταξύ  Αθηνάς και Ποσειδώνα για την προστασία  και την κατοχή της πόλης των Αθηνών, ο οποίος μέσω των δώρων που πρόσφεραν στους  Αθηναίους  οι δύο θεοί  αντανακλά τη «διαμάχη» ανάμεσα στο υγρό και στο γήινο στοιχείο για την ευημερία της πόλης. Η Αθηνά κέρδισε τον αγώνα προσφέροντας στους Αθηναίους το ιερό δέντρο, την ελιά, η οποία φύτρωσε στην Ακρόπολη και από την οποία προήλθαν έπειτα ως «μόρια» οι υπόλοιπες ιερές ελιές που καλλιεργούνταν και σε άλλες περιοχές της πόλης.  Ο Σοφοκλής, επίσης, στον Οἰδίποδα ἐπί Κολωνῷ τονίζει την ιδιαίτερη θρησκευτική σημασία που είχαν τα ιερά ελαιόδεντρα κάνοντας  αναφορά στον «Μόριο» Δία (στ. 694-706) Ωστόσο, η καλλιέργεια των «μοριών»  είχε αποκτήσει, εκτός από τη θρησκευτική, και  μία ιδιαίτερη κοινωνική και πολιτική διάσταση, συνυφασμένη φυσικά με τη θρησκευτική, καθώς το λάδι το οποίο συλλεγόταν από αυτές προοριζόταν ως έπαθλο για τους νικητές των Παναθηναίων. Μας πληροφορεί σχετικά με αυτό ο  Αριστοτέλης: «καί τὸ ἔλαιον τοῖς ἀθληταῖς ἀποδιδόασιν. τοῦτο δὲ συλλέγεται ἀπὸ τῶν ἱερῶν ἐλαιῶν»( Ἀριστοτέλους, Ἀθηναίων Πολιτεία 60). Συνεπώς, οι «μορίες»  τελούσαν υπό καθεστώς κρατικής επίβλεψης, ακόμη κι αν καλλιεργούνταν σε ιδιωτικές εκτάσεις. Ο δε Λυσίας μας πληροφορεί ότι υπήρχαν δύο είδη ελαιόδεντρων, οι ιδιωτικές και οι  «μορίες» (ὃς δύο ἔτη ἐγεώργησεν, οὔτε ἰδίαν ἐλάαν οὔτε μοριὰν). Ο κάτοχος, ωστόσο, του αγροκτήματος στο οποίο φύτρωνε ένα τέτοιο δέντρο, ήταν υποχρεωμένος να ακολουθεί το ειδικό καθεστώς που όριζε η πόλη για την καλλιέργεια και την εκμετάλλευσή του και αξίζει να τονιστεί ότι αρχικά το δημόσιο πουλούσε τη συγκομιδή, αποκομίζοντας σημαντικά οικονομικά οφέλη(Αριστοτέλης:   πρότερον δ᾽ ἐπώλει τὸν καρπὸν ἡ πόλις•).

    Με τον καιρό επίσης η ιερότητα των «μοριών»  επεκτάθηκε  και στους «σηκούς», στους περιβόλους που τις προστάτευαν. Η καταστροφή μιας ιερής ελιάς και η καταστροφή του σηκού κατέληξαν να έχουν την ίδια βαρύτητα και να αντιμετωπίζονται από κοινού ως σοβαρότατα αδικήματα κατά του δημοσίου (Papazarkadas, Nikolaos, Sacred and Public Land in Ancient Athens, Oxford University Press, 2011, Appendix II, pp. 260–284).

    Ο λόγος του Λυσία «Περί τοῦ σηκοῦ άπολογίας»  πραγματεύεται την περίπτωση ενός εύπορου Αθηναίου κτηματία, ο οποίος κατηγορείται από κάποιον Νικόμαχο ότι αφαίρεσε από το αγρόκτημά του ένα ιερό δέντρο και τον περίβολό του. Ο κατηγορούμενος επιχειρηματολογεί με μεγάλη επιδεξιότητα και ευφυΐα, ανατρέποντας και τα δύο σκέλη της κατηγορίας :την αφαίρεση του ελαιόδεντρου, την καταστροφή του σηκού. Διεισδύει έντεχνα στην προσωπικότητα του κατηγόρου και αποδυναμώνει ένα προς ένα τα βασικά του επιχειρήματα, κατορθώνοντας να αποσείσει κάθε ίχνος ενοχής από τον εαυτό του και σκιαγραφώντας  τον κατήγορο ως αναξιόπιστο, συκοφάντη, ψευδολόγο, υποκινούμενο από κύκλους που επιδιώκουν την οικονομική του εξόντωση. Πιο συγκεκριμένα: 

      Στο  προοίμιο του λόγου  ο  ομιλητής παρουσιάζει τον εαυτό του ως έναν φιλήσυχο πολίτη, ο οποίος εντελώς απροσδόκητα έχει εμπλακεί σε μία σοβαρή δικαστική περιπέτεια, φροντίζοντας να διαβάλλει τους κατηγόρους του ως κοινούς συκοφάντες, οι οποίοι είναι αδίστακτοι και δεν κάνουν καμία διάκριση μεταξύ δικαίων και αδίκων. Χρησιμοποιεί, μάλιστα, μία υπερβολή, τονίζοντας ότι ακόμη και αυτοί που δεν έχουν γεννηθεί ακόμη, θα πρέπει να αισθάνονται ανασφαλείς σε ένα τέτοιο νοσηρό περιβάλλον.  Ακολούθως , παρουσιάζει την  αρχική κατηγορία  «ξερίζωσε μία ιερή ελιά από ένα χωράφι»  και συμπληρώνει ότι οι κατήγοροί του αναζήτησαν τους αγοραστές των καρπών της ελιάς, για να τεκμηριώσουν την εναντίον του κατηγορία, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Έτσι, η  κατηγορία ανανεώθηκε, καθώς τώρα υποστηρίζουν ότι ο  κατηγορούμενος κατέστρεψε τον περίβολο της ιερής ελιάς. Ο ρήτορας  δηλώνει την αποφασιστικότητά του να αγωνιστεί ενάντια στις κατηγορίες που του αποδίδονται ,υποβαθμίζοντας  και χαρακτηρίζοντάς τες ως ραδιουργίες

    Ακολουθεί η διήγηση στην οποία  εμπεριέχεται  και η  απόδειξη. Παρουσιάζεται αρχικά ένα σύντομο ιστορικό  της κατοχής της συγκεκριμένης έκτασης, η οποία πέρασε από αρκετά χέρια (Πείσανδρος, Απολλόδωρος, Αντικλής) μέχρι να φτάσει στον ίδιο. Ισχυρίζεται ότι όταν το χωράφι έγινε περιουσιακό του στοιχείο, δεν υπήρχε σε αυτό ιερή ελιά ούτε «σηκός». Χρησιμοποιεί ένα υποθετικό επιχεἰρημα, δηλώνοντας  ότι αν υπήρχαν ελιές παλιότερα σε αυτό και δεν ξεριζώθηκαν από εκείνον, δε θα ήταν δίκαιο να τιμωρηθεί για ένα αδίκημα που διέπραξε κάποιος άλλος. Ανατρέχει στην περίοδο του Πελοποννησιακού πολέμου και υπενθυμίζει ότι στη διάρκειά του συνέβησαν πολλές καταστροφές στην αθηναϊκή ύπαιθρο, καθώς οι  Σπαρτιάτες ερήμωναν τις περιοχές που βρίσκονταν μακριά από την άλλη, αλλά ταυτόχρονα και πολλοί Αθηναίοι δε δίσταζαν να εκμεταλλευτούν το χάος και να καταπατούν  ή να καταστρέφουν γεωργικές  εκτάσεις . Έτσι, με έξυπνο τρόπο μεταθέτει την ευθύνη για ενδεχόμενες καταστροφές στις γεωργικές εκτάσεις στις συνθήκες του πολέμου και παρουσιάζεται ως θύμα άδικης κατηγορίας. Υποστηρίζει ακόμη ότι το χωράφι που απέκτησε είχε δημευτεί κατά τον πόλεμο και έπειτα έμεινε απούλητο για τρία χρόνια .Έτσι καταλήγει σε μία σειρά από λογικά συμπεράσματα:

1)μέσα στη δίνη του πολέμου ήταν αδύνατο να προστατεύουν τα ιερά ελαιόδεντρα

2)σε πολλές εκτάσεις υπήρχαν τότε ιδιωτικές και ιερές ελιές οι οποίες κόπηκαν. Δε θα ήταν όμως λογικό να θεωρηθούν ένοχοι οι ιδιοκτήτες των χωραφιών, εφόσον οι καταστροφές αυτές έγιναν από άγνωστους δράστες 

3) θα ήταν επίσης παράλογο να επιβληθούν κυρώσεις και σε αυτούς , υπονοώντας και τον εαυτό του, που αγόρασαν αυτές τις εκτάσεις μετά τον πόλεμο

       Συνεχίζοντας, αναφέρει ότι μετά τη αγορά εκμίσθωσε τη γεωργική έκταση πολύ σύντομα ( 5 ημέρες) σε μία σειρά από άλλα πρόσωπα ( Καλλίστρατος, Δημήτριος, Αλκίας, Πρωτέας ), χωρίς να υπάρχει σε αυτή ιερή ελιά ή «σηκός». Αυτά τα πρόσωπα καλούνται ως μάρτυρες προκειμένου να επιβεβαιώσουν τους ισχυρισμούς του. Επικαλείται έπειτα διάφορους χαρακτηρισμούς  που διαδίδουν κάποιοι στην πόλη για το πρόσωπό του , τους οποίους θα πρέπει να λάβουν υπόψη οι βουλευτές ως αποδεικτικό   στοιχείο της αθωότητάς του. Τον χαρακτηρίζουν ικανό άνθρωπο, λεπτολόγο , προσεκτικό στις ενέργειές του ( σε μία δήλωση μετριοπάθειας δηλώνει ότι άλλοτε αυτά θα τα θεωρούσε υπερβολές).Καλεί  λοιπόν τους βουλευτές να σκεφτούν πως θα ήταν δυνατόν ένας άνθρωπος με αυτά τα χαρακτηριστικά να λειτουργήσει απρονόητα, πράττοντας κάτι που δε θα του απέφερε κάποιο όφελος και για το οποίο θα ερχόταν αντιμέτωπος με σοβαρότατες κυρώσεις. Δίνει μάλιστα ιδιαίτερα έμφαση στην έννοια του κέρδους, παρουσιάζοντάς το ως το βασικό κίνητρο των ανθρώπινων παρανομιών, κάτι που στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπήρχε.

       Με αυτό τον τρόπο μεταφέρεται έντεχνα στον κατήγορο, επισημαίνοντας ότι αδυνατεί να  τεκμηριώσει την κατηγορία , καθόσον ο ίδιος : δεν ήταν φτωχός, για να επιδιώκει κάποιο χρηματικό κέρδος, ο «σηκός» δε θα αποτελούσε αιτία που θα μείωνε την αξία του χωραφιού ή θα εμπόδιζε τις καλλιέργειες, δεν υπήρχε εκεί κοντά  κάποιο σπίτι και ο ίδιος είχε απόλυτη επίγνωση των συνεπειών που θα επέφερε η εμπορική εκμετάλλευση  ή η καταστροφή μιας ιερής ελιάς .Ο ισχυρισμός μάλιστα ότι απομάκρυνε τον «σηκό» μέσα στο φως της ημέρας είναι ανυπόστατος και γεννά απορίες: κάποιος που θα επιχειρούσε κάτι ανάλογο θα λάμβανε όλες τις απαραίτητες προφυλάξεις, προκειμένου να μην αντιληφθεί κανένας την παρανομία και ασφαλώς θα επέλεγε διαφορετική ώρα της ημέρας, για να την εκτελέσει, εφόσον μάλιστα η αποκάλυψή του δεν ήταν απλώς ηθικά μεμπτή αλλά νομικά κολάσιμη.

      Επιπλέον, ένας εύπορος κτηματίας όπως εκείνος, θα είχε να αντιμετωπίσει και τους υπηρέτες του, οι οποίοι ασφαλώς θα γνώριζαν πολύ καλά τις απατεωνιές  του αφεντικού τους και θα μπορούσαν κάλλιστα να τον εκβιάσουν. Την υποθετική αυτή  κατάσταση ο κατηγορούμενος τη χαρακτηρίζει  ανυπόφορη, καθώς ένας κύριος θα γινόταν υποχείριο των δούλων του , αδυνατώντας να τους ελέγχει κατά τη βούλησή του. Αλλά ακόμη κι αν αγνοούσε  τους υπηρέτες , θα ήταν αδύνατο να  καταστρέψει τον «σηκό», χωρίς  να  λάβει υπόψη του τους ακόλουθους παράγοντες :

1) όλοι αυτοί που είχαν νοικιάσει το χωράφι θα γνώριζαν την ύπαρξή του, ενώ οι εργάτες θα πρόσεχαν ώστε ο «σηκός» να παραμείνει άθικτος, για να μην κατηγορηθούν οι ίδιοι 

2) το κέρδος θα ήταν ασήμαντο

3) το αδίκημα ήταν τόσο σοβαρό, ώστε  ο νόμος όριζε ότι δεν υπήρχε παραγραφή μετά την παρέλευση κάποιου χρονικού διαστήματος 

      Συνεχίζοντας υποστηρίζει ότι κρίσιμος παράγοντας σε περίπτωση που είχε διαπράξει το αδίκημα, θα ήταν οι περαστικοί και οι γείτονες, οι οποίοι χαρακτηρίζονται από μία φυσική περιέργεια για τις συμπεριφορές και τις πράξεις των άλλων και ασφαλώς με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα μάθαιναν για την παρανομία του κατηγορούμενου  και ορισμένοι από αυτούς θα τον κατέδιδαν. Αυτούς λοιπόν θα μπορούσε να τους αξιοποιήσει ως μάρτυρες ο κατήγορος αντί να καταφεύγει σε  αβάσιμες κατηγορίες, όπως ότι ο ρήτορας επέβλεπε την καταστροφή της ιερής ελιάς, οι δούλοι απομάκρυναν τα απομεινάρια του «σηκού» και κάποιος αμαξάς μετέφερε μακριά από εκεί την ξυλεία. Το γεγονός ότι  ο κατήγορος δεν παρουσίασε τέτοιους μάρτυρες επιβεβαιώνει το ανυπόστατο των κατηγοριών. Στο σημείο αυτό ο  ρήτορας αποκαλύπτει ότι  ο  κατήγορος  ονομάζεται   Νικόμαχος . Ο  Νικόμαχος, λοιπόν, θα μπορούσε να αξιοποιήσει ως μάρτυρες και τους περαστικούς, κάτι που επίσης παρέλειψε. Με αυτό τον τρόπο θα απέφευγε να χαρακτηριστεί ως συκοφάντης , θα αφαιρούσε από τον ρήτορα κάθε υπερασπιστική γραμμή κατά την απολογία του και θα ωφελούσε την πόλη καταδεικνύοντας τον ίδιο ως επικίνδυνο στοιχείο για αυτή. Ωστόσο , η αδυναμία του Νικόμαχου να παρουσιάσει μάρτυρες φανερώνει ξανά  το αληθινό κίνητρο της καταγγελίας, που είναι   το  προσωπικό όφελος και δίνει τη δυνατότητα στον ρήτορα να προβάλει και να αποδυναμώσει  το αντεπιχείρημα του αντιπάλου του (οι μάρτυρες διστάζουν να εμφανιστούν στο δικαστήριο λόγω της επιρροής και των χρημάτων που  διαθέτει ο  ρήτορας).

       Επιπλέον, ο  Νικόμαχος είχε  τη δυνατότητα, σε περίπτωση που αντιλαμβανόταν παράνομες δραστηριότητες στο χωράφι του  κατηγορούμενου, να καλέσει τις αρχές που ήταν αρμόδιες για την επίβλεψη των «σηκών» ( εννέα άρχοντες, μέλη του Αρείου Πάγου). Η έλλειψη  μαρτύρων, ωστόσο, καθιστά τον κατήγορο αναξιόπιστο  και τον ωθεί, όπως υπογραμμίζει ο  κατηγορούμενος, στην ψευδολογία.

       Εδώ θα ήταν χρήσιμο να επισημανθεί ότι  ο Αριστοτέλης σε μία αναφορά που κάνει  στην «Άθηναίων Πολιτεία»  τονίζει ότι «εἴ τις ἐξορύξειεν ἐλαίαν μορίαν ἢ κατάξειεν, ἔκρινεν ἡ ἐξ Ἀρείου πάγου βουλή, καὶ εἴ του καταγνοίη, θανάτῳ τοῦτον ἐζημίουν», επιβεβαιώνοντας ότι η  προστασία  των  ιερών  ελαιόδεντρων, και κατ’επέκταση των «σηκών» περιλαμβανόταν στις αρμοδιότητες του Αρείου Πάγου , ενώ σε άλλο  σημείο  αναφέρει  ότι  ο επώνυμος άρχων συγκέντρωνε μία συγκεκριμένη ποσότητα ελαιόλαδου από  όσους είχαν στην κατοχή τους εκτάσεις στις οποίες  υπήρχαν και ιερά ελαιόδεντρα. Ο Λυσίας  επιβεβαιώνει τη  συναρμοδιότητα  των παραπάνω οργάνων επί του συγκεκριμένου  ζητήματος. Σε ένα σημείο μάλιστα του λόγου ο  κατηγορούμενος απευθύνεται στους δικαστές ( είναι φανερό ότι η δίκη διεξάγεται ενώπιον της Βουλής του Αρείου Πάγου)  και  τους υπενθυμίζει ότι  αποτελούν για εκείνον τον ισχυρότερο μάρτυρα, εφόσον επιβαρύνονται με  τη  μηνιαία  επιθεώρηση  των κτημάτων του και του αποστέλλουν και ειδικό σώμα ελεγκτών   κάθε χρόνο (αὐτοὺς τοίνυν ὑμᾶς τούτων μάρτυρας παρέξομαι, ἐπιμελομένους μὲν ἑκάστου μηνός, ἐπιγνώμονας δὲ πέμποντας καθ᾽ ἕκαστον ἐνιαυτόν) . Η     εμπλοκή λοιπόν  δύο σημαντικότατων  φορέων  εξουσίας , η συγκρότηση  ειδικού σώματος επιθεωρητών και  η αυστηρότητα της ποινής για τους παραβάτες φανερώνουν  ότι το αθηναϊκό κράτος έκρινε ιδιαίτερα σημαντικό το  θέμα της ελαιοπαραγωγής όχι μόνο για θρησκευτικούς αλλά προφανώς και για οικονομικούς-εμπορικούς   λόγους . Μάλιστα, κατά τη  Lin Foxhall, οι  μορίες αποτελούν  «ένα σημείο όπου θρησκεία, ιδιοκτησία γης, κρατικός έλεγχος, αγροτική οικονομία και αθηναϊκή πολιτική εξουσία συναντώνται»   και προσθέτει ότι  πρέπει να υπήρχε ένας αρκετά σημαντικός αριθμός τέτοιων δέντρων που απέφεραν σημαντική ποσότητα ελαιόλαδου, όπως άλλωστε υποστηρίζει και  ο  κατηγορούμενος στην απολογία του (ἐπίστασθε γὰρ ἐν τῷ πεδίῳ πολλὰς μοριὰς οὔσας)  . Αλλά και ο  Αριστοτέλης  αναφέρει ότι κάθε ιδιοκτήτης που είχε στην κατοχή του «μοριά» όφειλε να αποδίδει  στο κράτος «τρία ἡμικοτύλια ἀπὸ τοῦ στελέχους ἑκάστου»

        Ακολουθεί έπειτα ένα  αναλογικό επιχείρημα. Ο ρήτορας υποστηρίζει ότι έχει και άλλα κτήματα με μορίες , αρκετές από τις οποίες μάλιστα έχουν καεί στο παρελθόν. Θα μπορούσε λοιπόν να πράξει και σε αυτές κάτι ανάλογο με αυτό που του καταμαρτυρεί ο κατήγορος. Το γεγονός ωστόσο ότι δεν ξερίζωσε ή δεν έκοψε αυτά τα δέντρα και δεν καλλιέργησε έπειτα την περιοχή, φανερώνει τον σεβασμό του απέναντι στον θεσμό. Η απουσία επίσης  καταγραφής  βεβαιωμένου προστίμου  από τους ειδικούς ελεγκτές του αθηναϊκού κράτους για ενδεχόμενη παρανομία ενισχύει τη νομιμοφροσύνη του ρήτορα.

      Κάνοντας  ακολούθως μία αναδρομή στο παρελθόν, αναφέρεται στην περίοδο του καθεστώτος των Τριάκοντα Τυράννων, με σκοπό να αποδείξει ότι υπήρξε ένας νομοταγής πολίτης σε μία περίοδο γενικής ανομίας και αποχαλίνωσης των ηθών, όπου ήταν δυνητικά εύκολο σε οποιονδήποτε πολίτη να παραβιάσει τους νόμους. Και με τον τρόπο αυτό εισάγει εμμέσως ένα επιχείρημα εκ του αδυνάτου: είναι αδύνατον , υπονοεί, ένας άνθρωπος που σε αυτή την περίοδο υπήρξε υπόδειγμα νομιμοφροσύνης να διαπράξει αδίκημα στη σημερινή περίοδο της δημοκρατίας, κατά την οποία οι ελεγκτικοί μηχανισμοί του κράτους λειτουργούν άψογα και οι ποινές για τους παραβάτες είναι εξοντωτικές. Ο άνθρωπος αυτός θα ήταν ο χειρότερος εχθρός του εαυτού του. Η  κατηγορία όμως είναι ανυπόστατη αφού  πέρα από την επίβλεψη των ελεγκτικών αρχών, στο περί οὗ  η κατηγορία  χωράφι του δεν υπάρχει  ιερό δέντρο παρά μόνο ένας περίβολος, υπάρχει περιμετρικά δρόμος, κατοικούν κοντά γείτονες και απουσιάζει κάθε είδους περίφραξη. Συνεπώς, οποιαδήποτε  δραστηριότητα στο  εν λόγω χωράφι θα  ήταν εύκολα ορατή. Επιπλέον, ο κατήγορος δεν ασκεί  γεωργικές εργασίες κοντά στην περιοχή αυτή, είναι πολύ νέος και άπειρος από τέτοια ζητήματα και δεν έχει εκλεγεί ποτέ ως ελεγκτής, ώστε να γνωρίζει τι  ακριβώς συμβαίνει  εκεί.

      Ύστερα μεταβαίνει στον δημόσιο βίο του εξαίροντας   την κοσμιότητα και τη γενναιοδωρία του. Κάνει αναφορά στην οικειοθελή εκπλήρωση των βασικών καθηκόντων του («λειτουργιών») ως εύπορου πολίτη απέναντι στην πόλη (τριηραρχία, χορηγία , συνεισφορά χρημάτων σε έκτακτες συνθήκες), τονίζοντας ότι η πλημμελής άσκηση των υποχρεώσεων   αυτών δε θα επέφερε σοβαρές κυρώσεις στον ίδιο. Με αυτό τον τρόπο παρουσιάζεται στο  ακροατήριο ως έντιμος πολίτης και ένθερμος πατριώτης.

     Ο Νικόμαχος, επιπλέον, είχε τη δυνατότητα να ανακρίνει ο ίδιος τους δούλους του ρήτορα, προκειμένου μέσα από τις μαρτυρίες τους να σχηματίσει σαφή εικόνα για την κατάσταση της γεωργικής έκτασης του τελευταίου. Ο Νικόμαχος, ωστόσο, απέρριψε την προσφορά αυτή με το επιχείρημα της αναξιοπιστίας της μαρτυρίας των δούλων, υπονοώντας ότι θα προστάτευαν εξαιτίας του φόβου τους το αφεντικό τους.  Ο ρήτορας αντικρούει το επιχείρημα με τον ισχυρισμό ότι θα ήταν παράδοξο οι  δούλοι να ελέγχονται ακόμη και με βασανιστήρια αντί να προτιμήσουν να ομολογήσουν την αλήθεια σε βάρος του αφεντικού τους και να απαλλαγούν έτσι από την ασφυκτική πίεση που θα τους ασκούνταν.

       Θα πρέπει να τονιστεί ότι τα βασανιστήρια των δούλων («βάσανος») θεωρούνταν στην αρχαία Αθήνα  μία διαδικασία  επιτρεπτή  στα δικαστήρια, η οποία κατοχύρωνε την αξιοπιστία της κατάθεσης του αφεντικού τους. Υπήρχε  μάλιστα η δυνατότητα σε κάποιον αντίδικο να ζητήσει από τον αντίπαλό του τους δούλους του, για να τους  αναγκάσει να ομολογήσουν την αλήθεια με τη χρήση βασανιστικών μέσων (τροχός, δέσιμο, μαστίγωμα, χρήση φωτιάς κλπ) και σε περίπτωση που αυτός αρνούνταν, κλονιζόταν η εγκυρότητα των ισχυρισμών του ( Ιστορία του ελληνικού έθνους). Δεν επιτρεπόταν, ωστόσο, η θανάτωση δούλου κατά τη διάρκεια της βασανιστικής εξέτασης, διότι στην περίπτωση αυτή εγείρονταν αξιώσεις χρηματικής αποζημίωσης από την πλευρά του ιδιοκτήτη. Ο Λυσίας, μέσω του κατηγορούμενου, μας δίνει μία αρκετά σαφή εικόνα της διαδικασίας του εξαναγκασμού των δούλων σε βασανιστική  εξέταση από τους αντίδικους. Ο κατηγορούμενος συμπληρώνει ότι αν δεν τηρούσε αυτή την υποχρέωση, θα υπονόμευε τη θέση του έναντι του αντιπάλου. Από την άλλη πλευρά, ο Νικόμαχος θα είχε μόνο όφελος από τον βασανισμό των δούλων, διότι αν αυτοί ακολουθούσαν τη δική του επιχειρηματολογία, ο ρήτορας θα περιερχόταν σε δυσμενή θέση. Αν πάλι οι δούλοι διαφωνούσαν με εκείνον, ο Νικόμαχος δε θα υφίστατο  καμία κύρωση. Συνεπώς, όπως συμπεραίνει ο ρήτορας, ο Νικόμαχος θα είχε εξαιρετικά μεγάλο πλεονέκτημα, αν παραλάμβανε τους δούλους που εκείνος του παραχωρούσε πρόθυμα.

      Επανέρχεται  έπειτα στο  αληθινό, κατά τη γνώμη του, κίνητρο της κατηγορίας, που είναι η απόσπαση χρημάτων και  παρουσιάζει τον Νικόμαχο ως εκτελεστικό όργανο άλλων εχθρών του, οι οποίοι αδυνατώντας οι ίδιοι να βγουν στο προσκήνιο και να οδηγήσουν τον ρήτορα στο δικαστήριο, χρησιμοποιούν τον Νικόμαχο. Και φυσικά ο ρήτορας γνωρίζει ότι το συγκεκριμένο επιχείρημα θα φάνταζε  πειστικό  καθόσον ο ίδιος δεν ήταν ένας τυχαίος Αθηναίος, αλλά εύπορος πολίτης, ο οποίος ήταν φυσικό να κινεί τον φθόνο σε πολλούς αντιπάλους του.

      Ακολούθως, σε μία συναισθηματικά φορτισμένη στιγμή της απολογίας του ο ρήτορας επιχειρεί να κερδίσει τη συμπάθεια των δικαστών και του ακροατηρίου προβάλλοντας τον εαυτό του ως υποθετικά αναξιοπαθούντα σε περίπτωση άδικης καταδίκης του. Θα κινδυνεύσει να εξοριστεί, θα χάσει την περιουσία του, η μητέρα του θα περιέλθει σε οικτρή κατάσταση, θα στερηθεί την πατρίδα του, την οποία υπερασπίστηκε με σθένος και αποφασιστικότητα σε κάθε δύσκολη στιγμή.

     Όπως επισημάνθηκε και παραπάνω, στην αναφορά μας στην «Αθηναίων Πολιτεία», η ποινή που μπορούσε να επιβληθεί σε όποιον παραβίαζε το ισχύον νομικό πλαίσιο για τις μορίες  ήταν η θανατική καταδίκη (καὶ εἴ του καταγνοίη, θανάτῳ τοῦτον ἐζημίουν). Συνεπώς, ο ρήτορας δεν υπερβάλλει όταν αναφέρει με σχεδόν δραματικό τόνο τις επιπτώσεις που θα προκαλούσε μία πιθανή καταδίκη του. Από την άλλη πλευρά, αξίζει να παρατηρήσουμε τη σταδιακή χαλάρωση όσον αφορά την αυστηρότητα της ποινής που επέσυρε η παράνομη  εκμετάλλευση ή καταστροφή  των μοριών, καθώς το κείμενο του Αριστοτέλη αναφέρεται σε μία παλιότερη περίοδο της αθηναϊκής πολιτείας. Φαίνεται ότι στην εποχή του Λυσία το νομικό καθεστώς είχε αλλάξει και οι ποινές που επιβάλλονταν ( εξορία, δήμευση περιουσίας)  ήταν σχετικά ελαφρύτερες συγκριτικά με το παρελθόν.

        Στον επίλογο της απολογίας αυτής: ο ρήτορας παρουσιάζεται γεμάτος αυτοπεποίθηση αναφέροντας ότι κατέρριψε και την ανανεωμένη κατηγορία του Νικόμαχου, καθόσον απέδειξε ότι στο χωράφι του δεν υπήρχε ιερός περίβολος. Καλεί τέλος τους δικαστές να ζυγίσουν τα δεδομένα, λαμβάνοντας υπόψη τους τα επιχειρήματα και τις καταθέσεις των μαρτύρων, ενώ ταυτόχρονα αποδυναμώνει τον Νικόμαχο συμπυκνώνοντας τις σημαντικότερες παραλείψεις του στη δικαστική διαδικασία .

       Συνοπτικά, ο Λόγος «Περί τοῦ σηκοῦ άπολογίας»  δίνει τη δυνατότητα στον σύγχρονο  μελετητή και στον αναγνώστη  να συμπληρώσουν   τις γνώσεις που μας παρέχουν τα αρχαιολογικά ευρήματα και άλλες γραπτές πηγές σχετικά με τη ζωτική σημασία που απέδιδαν οι αρχαίοι Αθηναίοι και άλλοι Έλληνες στην ελιά, ως βασική πηγή επιβίωσης σε ένα σχετικά άνυδρο και άγονο έδαφος, ώστε τελικά να την ανάγουν σε μεταφυσικό σύμβολο της ομορφιάς και της δύναμης της ζωής. Δεν είναι τυχαίο μάλιστα ότι ο Σοφοκλής πάλι στον Οἰδίποδα ἐπί Κολωνῷ μέσω του Χορού εγκωμιάζει τόσο όμορφα την ελιά :

 

φύτευμ᾽ ἀχείρωτον αὐτόποιον,

ἐγχέων φόβημα δαΐων,

ὃ τᾷδε θάλλει μέγιστα χώρᾳ,

γλαυκᾶς παιδοτρόφου φύλλον ἐλαίας

 

ένα φυτό  απείραχτο από χέρι ανθρώπου

που μονάχο του  φυτρώνει

σκιάχτρο για του εχθρού τα όπλα

Πιο πολύ απ’αλλού

εδώ σ΄αυτή τη γη βλασταίνει

το σταχτί

το πράσινο το φύλλωμα

της παιδοκόμου ελιάς

(μετάφραση Κ. Τσιαχρής)

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου