Στη νουβέλα του «Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα» ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης μας μεταφέρει στο αγροτικό περιβάλλον της Κέρκυρας του 1910 και πλάθει μία σχεδόν νατουραλιστική αφήγηση, στο κέντρο της οποίας βρίσκεται ένας πολύπαθος γέροντας με το παρανόμι «Καραβέλας». Στο έργο παρακολουθούμε τις ψυχολογικές μεταπτώσεις του ήρωα από τη στιγμή που πεθαίνει η γυναίκα του μέχρι την τελική αυτοχειρία και λύτρωσή του. Ο ήρωας έχει τα χαρακτηριστικά μιας τραγικής φυσιογνωμίας, η οποία περιπλέκεται στη δίνη μιας αδικίας που συντελείται σε βάρος του, πλην όμως με τη συγκατάθεσή του. Στην πραγματικότητα, γίνεται θύμα του πάθους του, ενός γεροντικού έρωτα για μια κατά πολύ νεότερή του γυναίκα, τη Μαρία, η οποία εμμέσως ενθαρρύνει την ερωτική έξαψη για δικούς της, οικονομικούς κυρίως, σκοπούς, αλλά και για να ικανοποιήσει τη φιλαρέσκειά της.
Ο Θεοτόκης παρακολουθεί με συμπάθεια και κατανόηση την ηθική κατάπτωση στην οποία βυθίζεται ο ήρωάς του, χωρίς έντονες συναισθητικές εξάρσεις, αλλά εντάσσοντας τις κινήσεις , τις σκέψεις και τις αντιδράσεις του Καραβέλα μέσα σε ένα στιβαρό ρεαλιστικό πλαίσιο, το οποίο φαίνεται να περισφίγγει όχι μόνο τον πρωταγωνιστή αλλά και τα υπόλοιπα πρόσωπα του μυθιστορήματος, καθορίζοντας σε σημαντικό βαθμό τη μοίρα τους. Όπως και σε άλλα έργα του , η ύπαρξη των ηρώων του μυθιστορήματος επηρεάζεται από το κοινωνικό τους αποτύπωμα και σέρνει πίσω της ένα μεγάλο φορτίο από δεισιδαιμονίες, απλοϊκές συλλήψεις ,στερεοτυπικά σχήματα, συμβιβασμούς ή συγκρούσεις, εμμονικές αντιδράσεις, αφοριστικούς συλλογισμούς και προκαταλήψεις.
Το ενδιαφέρον, μάλιστα, είναι ότι και το πλήθος, ο κοινωνικός περίγυρος, λειτουργεί μέσα στο έργο με έναν τρόπο που σπάνια παρεκκλίνει από τη συμπεριφοριστική νόρμα που επιβάλλει το περιβάλλον της επαρχίας. Μόνη ίσως εξαίρεση, η αδελφή του Καραβέλα, η οποία αντιμετωπίζει, παρόλο που κι αυτή αδικείται από τον αδελφό της, με μία ανθρωπιστική διάθεση τα κρίματά του στο τέλος του έργου. Επίσης, ενδιαφέρον είναι ότι ο Θεοτόκης κατορθώνει να παρουσιάσει όλη αυτή την παραφθορά της ανθρώπινης ψυχής ως μία συνθήκη απολύτως φυσιολογική και δικαιολογημένη από την ανάγκη της επιβίωσης. Η ανάγκη αυτή σπρώχνει τον Αργύρη, τον μεγαλύτερο αδελφό της οικογένειας των Στατήριδων, να θελήσει να εκμεταλλευτεί την αντίστοιχη ανάγκη του Καραβέλα να επιβιώσει μετά τον θάνατο της γυναίκας του. Η ίδια ανάγκη ωθεί τον Γιάννη, έτερο αδελφό της οικογένειας, να σιωπήσει απέναντι στην αδικία που γίνεται στον Καραβέλα, εφόσον γνωρίζει ότι η δική του επιβίωση εξαρτάται από την προστασία του Αργύρη. Οι δύο νύφες, η Χρυσάνθη και η Μαρία, απλώς υπακούουν στη βούληση του Αργύρη, επιθυμώντας η καθεμία να εξασφαλίσει το μέλλον της δικής της οικογένειας.
Και μέσα σε όλο αυτό το παιχνίδι θύτη και θύματος, ο αδικητής είναι αυτός που τελικά θριαμβεύει,για να μας υπενθυμίσει τον αδυσώπητο νόμο της φύσης: την επιβολή του νεότερου στοιχείου πάνω στο γεροντότερο. Ο Αργύρης με τη φαυλότητα και την πονηριά του κατευνάζει την αμφιθυμία του Καραβέλα και σφετερίζεται την περιουσία του, η Μαρία με τα νιάτα και την ομορφιά της γίνεται ο πειρασμός που εξασθενίζει τις αντιστάσεις του γέροντα, ο Γιάννης, με τη λεβεντιά του και παρά το αφελές του χαρακτήρα του, γεύεται μόνος εκείνος το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου του Καραβέλα, τη Μαρία, τα παιδιά του χωριού με την διαολεμένη επιθυμία τους για πείραγμα καταβάλλουν ψυχολογικά τον Καραβέλα και τον ωθούν στα όρια της παραφροσύνης.
Ως θύμα ο Καραβέλας περνά από διάφορες ψυχικές διακυμάνσεις. Αρχικά, αδιάφορος για την οικτρή μοίρα της γυναίκας του, που το σώμα της κυριολεκτικά σαπίζει από την αρρώστια και τελικά πεθαίνει [ Ω ω Θωμά…είπε η σαβανώτρα. Την άφηκες και την έφαγαν ζωντανή τα σκουλήκια] . Ο θάνατός της, μάλιστα, επενεργεί με έναν σχεδόν λυτρωτικό τρόπο μέσα του. Ωστόσο, σύντομα τον ζώνουν τα φίδια της επιβίωσης. Πώς θα μπορέσει να συντηρηθεί γέρος άνθρωπος χωρίς μιαν ασφάλεια; Κι εκεί καλείται να δώσει απάντηση σε ένα δίλημμα: να γράψει την περιουσία του στο δικό του αίμα, στα ανίψια του ή στην οικογένεια των Στατήριδων που του υπόσχονται φροντίδα κι ένα μικροποσό για τις ανάγκες του μέχρι το τέλος της ζωής του, μιαν «ισόβια πρόσοδο» ; Την απάντηση στο δίλημμα τη δίνει το έντονο πάθος που αισθάνεται για τη Μαρία. Μετά τη συμφωνία, το πάθος αυτό γίνεται ανεξέλεγκτο, διαβρώνει τις ηθικές αντιστάσεις του γέροντα και τον οδηγεί σε παράτολμες πράξεις. Απομονώνει τη Μαρία και της επιτίθεται με σκοπό να αποσπάσει ένα φιλί της. Αυτή εξαγριώνεται, τον αποδιώχνει, τον αποκαλεί με μίσος με το παρατσούκλι του «Καραβέλα», τον καταριέται, τον απειλεί. Ο γέροντας οδηγείται αρχικά στην κατάθλιψη και μετέπειτα στην επιθυμία για εκδίκηση. Μεταβάλλεται προς στιγμήν σε μία δαιμονική φυσιογνωμία που τη φλογίζει ο πόθος του κακού [Θα γένω πειρασμός ! ], ο πειρασμός για καταστροφή της ευτυχίας των άλλων.
Στο σημείο αυτό, ο Θεοτόκης φροντίζει να περιγράψει με τέτοιο τρόπο τον ήρωά του, ώστε αντί να γίνει μισητός προς τον αναγνώστη, να ξυπνήσει μέσα του τον οίκτο, καθώς παρακολουθεί έναν άνθρωπο σε απόγνωση να αναζητάει το δίκιο του, τη χαμένη αξιοπρέπειά του, την αποκατάσταση της ισορροπίας στα γεράματά του. Ο Καραβέλας τρίζει τα δόντια, απειλεί θεούς και δαίμονες, σκέφτεται χίλια μύρια κακά για τους Στατήριδες , για τα παιδιά που τον περιγελούν, για τους γείτονές του που ζουν ευτυχισμένοι, για τη Μαρία που περιφρόνησε την αγνότητα των συναισθημάτων του, ωστόσο προκαλεί κατά περίεργο τρόπο τη συμπάθεια και την κατανόησή μας, γιατί αισθανόμαστε ότι πίσω από αυτόν τον βρυχώμενο λέοντα κρύβεται ένας βαθιά δυστυχισμένος άνθρωπος. Άλλωστε, στο τέλος ελάχιστες από τις φοβερές του σκέψεις γίνονται πράξεις, και μάλιστα φτάνει στο σημείο να μετανιώσει για κάποιες . Ωστόσο, αυτές αρκούν για να οδηγήσουν στο τελικό άγριο ξέσπασμα της Μαρίας εναντίον του [Και τον έπιασε από τα φορέματα, και τον ετίναξε μ’όλη τη δύναμή της , και τρίζοντας τα δόντια της τον εκτύπησε στο πρόσωπο δυο τρεις φορές –Πάρε, πάρε, αθεόφοβε, του’ λεγε ] . Από κει και πέρα, ο δρόμος για τη βασανισμένη αυτή ψυχή είναι ένας: η αυτοκτονία. Τον βρίσκουν κρεμασμένο στο δωμάτιό του.
Όλες οι παραπάνω μεταπτώσεις συνθέτουν μία ψυχοσύνθεση που κινείται διαρκώς ανάμεσα στην προσδοκία και τη διάψευση.Ο Καραβέλας προσδοκεί ότι μία ξένη οικογένεια θα τον φροντίσει καλύτερα από τους συγγενείς του, ότι τα παιδιά και οι γυναίκες του χωριού θα σταματήσουν να τον χλευάζουν, ότι η Μαρία στο τέλος θα συγκινηθεί από την ένταση των συναισθημάτων του και θα ενδώσει. Σε όλες αυτές τις προσδοκίες αυταπατάται, γιατί η σαρκική επιθυμία δεν τον αφήνει να διακρίνει το πλέγμα των κοινωνικών συνθηκών που επηρεάζουν καταλυτικά την παρουσία του: είναι στη δύση της ζωής του, το υποτιθέμενο ενδιαφέρον των άλλων για το μέλλον του εδράζεται στη λογική του συμφέροντος, ο κοινωνικός περίγυρος διψάει για θεάματα, ο ίδιος προσφέρει αυτό το θέαμα με τους γεροντοέρωτές του, η Μαρία διασκεδάζει με τον αυτοεξευτελισμό του, ο Γιάννης, ο άντρας της, διασκεδάζει με τα ξεμωράματα ενός γέροντα που πειράζει τη γυναίκα του.
Κι εκεί που ο ίδιος λαχταρά να πάρει την εκδίκησή του από αυτό το κοινωνικό περιβάλλον, όπου όλοι ευτυχούν και χαμογελούν, κι εκείνος ζει μέσα στο απόλυτο δράμα, τελικά , ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι με την αυτοχειρία του γέροντα, το ίδιο περιβάλλον παίρνει την εκδίκησή του από εκείνον. Ακόμη και τον θάνατό του τον αντιμετωπίζει ως μια ευκαιρία για να χορτάσει θέαμα με την κατάντια ενός κακόμοιρου ξεμωραμένου [Μωρέ τέλος πόλαβε ο Καραβέλας μας , είπε ακρογελώντας η Αγλαΐα ] , να ευχαριστηθεί με την τιμωρία που επιφύλαξε ο ίδιος στον εαυτό του , [Φτου σου …είπε η μικρή γυναίκα με τα’όμορφο πρόσωπο. Ήθελες να πειράζεις τσι γυναίκες και παραδόθηκες χειροπόδαρα του Πειρασμού…Φτου σου ! ], να επιβεβαιώσει το αναπόφευκτο της παρουσίας ενός αποδιοπομπαίου τράγου μέσα σε κάθε μικρό ή μεγάλο σύνολο και την υποτιθέμενη δική του ηθική ανωτερότητα [Ανάθεμά σε , Καραβέλα, ανάθεμά σε! ]
Κ. Τσιαχρής
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου