Ας ήμουνα δεσμώτης σε ένα λεπτοδείκτη πάνω στο ρολόι σου να περιφέρομαι σα χρόνος σαν κομμάτι από το μέλλον να χτυπούσα αδιάκοπα τα τέταρτα και τις μισές Αν σταματούσαν τα γρανάζια θα με κούρδιζε ένας τρόπος ν' αναμένω την ταπείνωση σα θαύμα Αν έσπαζε ο θόλος θα έμπαιναν ημίθεοι να με λευτερώσουν με τσεκούρια και λοστούς Την ώρα που θα σήμαινε "ακριβώς" όταν η τύφλωση κι η ίριδα συμπίπτουν δώδεκα ακριβώς όταν δεν ξέρεις τι γεννιέται από το φάγωμα της νύχτας πόσες λάσπες θα ξοδέψει το μυαλό ώσπου απ' τις τρύπες του να στάξει νους Τι τυραννία! Όμως κι ελεύθερος Εγώ -ας έσκαγαν απ' το κακό τους οι ελευθερωτές- θα σου έκλεινα το μάτι συνωμοτικά και θ' άφηνα ανοιχτό πιο κάτω απ' τα πλευρά ένα κομματάκι να μου έρχεσαι σαν όρνιο κάπου κάπου να τσιμπάς και να σε τρέφω δευτερόλεπτα κι αιώνες
Ήρθα
σε επαφή για πρώτη φορά με το έργο του Ε.Μύρωνα εντελώς τυχαία, μέσα από μία
περιήγησή μου στο διαδίκτυο. Εκεί ανακάλυψα το προσωπικό του ιστολόγιο a-lektor.blogspot.com και διάβασα μία σειρά από ποιήματα τα οποία μου
έκαναν σθεναρή εντύπωση, όχι γιατί ανακάλυπτα
κάτι πρωτόγνωρο ή φανταχτερό, αλλά γιατί αισθάνθηκα πως σ’
αυτή την ποίηση επιχειρείται με έναν αφοπλιστικά αφτιασίδωτο τρόπο
μία επαναπροσέγγιση του ουσιώδους, ένα αποφασιστικό τράβηγμα στη διελκυστίνδα μεταξύ
αφηρημένης περιπλάνησης στα τοπία του λόγου και της κατασταλαγμένης
πορείας προς μία ώριμη έκφραση, στη
μεριά της δεύτερης. Έκτοτε επιχείρησα να έρθω σε επαφή με τον ποιητή Ε.Μύρωνα
και να αφουγκραστώ τις απόψεις του πάνω σε ερωτήματα που θα τα χαρακτήριζα μεν κοινότοπα, αλλά πάντοτε
επίκαιρα και διαχρονικά. Καρπός αυτής της συνομιλίας μου με τον ποιητή
υπήρξε η παρακάτω συνέντευξη.
Αγαπητέ Ε. Μύρων,
κατά καιρούς ζητείται από τους ποιητές να δώσουν το δικό τους ορισμό στην ποίηση. Δε
θα παρεκκλίνω από τον κανόνα. Θα ήθελα να σε ρωτήσω, λοιπόν, αρχικά τι σημαίνει για σένα ποίηση
Η
μόνη δυνατή επιλογή, ο μόνος δρόμος για να περπατήσω ελεύθερος και να εκφραστώ.
Λένε ότι πραγματικά είμαστε αυτοί που είμαστε, όταν μένουμε μόνοι σπίτι
και δεν κοιτάει κανείς. Κάπως έτσι λειτουργώ, όταν γράφω. Δεν
παρεμβάλλεται κανείς, είμαι εγώ με μένα στο χαρτί, χωρίς καμιά παρεμβολή,
καμιά σιγουριά, κανένα βόλεμα.
Οι
ώρες που γράφω είναι ώρες λύτρωσης για μένα. Παλεύω με τους φόβους μου και
με τους πόνους μου γυμνός, χωρίς αιδώ, χωρίς καμία μάσκα. Τους αντικρίζω
κατάματα. Κι όσα από τη μάχη αυτή καταφέρνω, τα περνάω στο χαρτί.
Η
Ποίηση για μένα είναι η ελπίδα ότι αυτός ο κόσμος, που μας έλαχε, δεν
είναι έτσι αλλά διαφορετικός, με άλλα χρώματα, άλλο ουρανό κι άλλους
ανθρώπους. Είναι η προσμονή για μια άλλη ζωή.
Ποίηση χωρίς ποιητή ασφαλώς δε νοείται .Πώς αντιλαμβάνεσαι το ρόλο του ποιητή εν γένει; Δε μιλώ μόνο για την αποστολή του στο σήμερα
Ο ρόλος του Ποιητή κατ' εμέ είναι εκείνος του ανθρώπου που μας δείχνει έναν άλλο δρόμο. Ο γνήσιος Ποιητής πασχίζει, παλεύει κάθε μέρα να αλλάξει τη μοίρα, να μεταμορφώσει τον κόσμο. Λέω συχνά ότι ο Ποιητής δεν μπορεί να κοιμάται ποτέ ήσυχος. Ο Ποιητής πρέπει να είναι και οδοποιός και οδοδείκτης.
Τι είναι αυτό που επιδιώκεις
να εκφράσεις μέσα από τα ποιήματά σου ;
Επιδιώκω να εκφράσω μιαν άλλη οπτική τού
σήμερα. Του ζοφερού κι άδικου σήμερα. Προσπαθώ να μιλήσω για τους
ανθρώπους, που ξέμειναν στο περιθώριο και να εκφράσω το όνειρο μιας
κοινωνίας χωρίς ανισότητες και τάξεις.
Επειδή δύσκολα πια στο χώρο της λογοτεχνίας αναφύεται κάτι αυτόφωτο και όλοι, καλώς κατά τη γνώμη μου,
δεχόμαστε επιρροές από άλλους ομοτέχνους μας , θα ήθελα να ρωτήσω ποιες είναι οι επιρροές που δέχτηκες εσύ από άλλους συγγραφείς
Σίγουρα ο Φρ. Νίτσε, τον οποίο θεωρώ
μεγάλο Ποιητή πέρα από φιλόσοφο, με επηρέασε βαθιά μιας και διαβάζω και μελετώ
τα έργα του από πολύ μικρός. Αγαπώ ιδιαίτερα τον Κώστα Καρυωτάκη και τον Νίκο
Καρούζο. Πάντα με μαγνήτιζαν άνθρωποι που πίστευαν σε κάτι με όλη τους την ψυχή
και πήγαν μ’ αυτό μέχρι τέλους, δίχως ούτε μία παρέκκλιση.
Επιρροές... Ξέρεις είναι πάντα θολή μια
τέτοια απάντηση γιατί πολλές φορές μας επηρεάζουν μεμονωμένα Ποιήματα ή ακόμη
και στίχοι, που γράφουν μέσα μας, χαράζονται και τους βρίσκουμε μπροστά
μας στο μέλλον. Αυτό ίσως είναι και ένα κέρδος, όταν πλαταίνει το βλέμμα
μας ενόσω μεγαλώνουμε και αποκτούμε εμπειρίες και άλλες οπτικές γωνίες. Όπως
και να ‘χει, δε μπορώ παρά να αναφέρω και τον Κ. Καβάφη, τον Τ.
Παπατσώνη, τον Α. Ρεμπώ και όλη την καταραμένη γενιά, τον Ε. Πάουντ,
και τους Μπιτνικς.
Τι διαβάζεις αυτό τον καιρό;
Ανήκω στην κατηγορία των παρανοϊκών με τα
Ποιήματα και τα βιβλία εν γένει. Εξηγούμαι: Ποτέ δε διαβάζω ένα ή δύο αλλά οκτώ
ή δέκα ταυτοχρόνως. Αυτή την εποχή στο γραφείο μου βρίσκονται ανοιχτά με
σελιδοδείκτες και σημειώσεις (ορνιθοσκαλίσματα) Ποιήματα του Καρούζου,του
Βάρναλη, του Γ. Βαρβέρη, του Α. Ζέρβα, του Τ. Παπατσώνη, του N. Τόμας,του Τ.Σ.
Έλιοτ, του Τ. Μπουκόφσκι και κάποιες συλλογές ελασσόνων
Ποιητών. Επίσης διαβάζω το «Επαναστατημένος άνθρωπος» του Α. Καμύ, το
«Τάδε έφη Ζαρατούστρα» του Φ.Νίτσε (πάντα κάτι νέο κρύβεται εκεί), το «Οι
αλήτες του Ντάρμα» του Τ. Κέρουακ και κάποια δοκίμια πάνω στη Ποίηση.
Γιατί, κατά τη γνώμη σου,
η απήχηση που έχει σήμερα η ποίηση αφορά σε ένα περιορισμένο κοινό ,
αν εν τέλει ισχύει αυτό;
Η Ποίηση είναι ένα κοπιώδες κυνηγητό
της ελευθερίας, είναι ρήξη και δραπέτευση χωρίς κανένα μα κανένα
εγγυημένο αποτέλεσμα. Στις μέρες μας προτιμάται η σιγουριά της φυλακής, παρά η
μάχη και η βάσανος μιας απόδρασης.
Σήμερα, στην εποχή της ευκολίας και της
βιασύνης, οι άνθρωποι προτιμούν να μη σκέφτονται, να μην κουράζονται για να βρουν
απαντήσεις αλλά να αρπάζουν ό,τι έτοιμο βρίσκουν. Συνηθέστερες δικαιολογίες
είναι η καθημερινότητα, ο ελάχιστος ελεύθερος χρόνος, η ανάγκη για ξεκούραση
έπειτα από μια κοπιώδη εργασία, κλπ, αλλά όλα αυτά δεν αποτελούν παρά
μια εύκολη λύση, ώστε να αποφευχθεί η εσωτερική σύγκρουση, τα προσωπικά
ερωτηματικά, οι εκ των έσω αγωνίες.
Εκεί είναι η απάντηση για μένα. Τα
Ποιήματα έχουν καταλήξει μια παρωχημένη και άχρηστη τέχνη για την
πλειονότητα των συνανθρώπων μας γιατί, όπως είπα και παραπάνω, χρειάζεται
η συμμετοχή και όλη η προσοχή τού αναγνώστη για να ξεκλειδωθεί ένα
Ποίημα. Δυστυχώς στην εποχή μας η πλήρης συμμετοχή και προσοχή διοχετεύεται σε
άχρηστα ζητήματα, τα οποία αποστραγγίζουν τον άνθρωπο χωρίς κανένα κέρδος για
τον ίδιο.
Βέβαια ελπίζω σε μια εποχή σωστής
διδασκαλίας της Λογοτεχνίας, δυνατής παιδείας και επαναφοράς της Ποίησης
εκεί που της πρέπει. Η αλήθεια είναι πως τα τελευταία χρόνια διαφαίνεται
μια τάση των νέων ανθρώπων προς την Ποίηση και τη Λογοτεχνία εν γένει.
Αυτό είναι κάτι ελπιδοφόρο αν μη τι άλλο.
Ποια η γνώμη σου για
την ολοένα αυξανόμενη τάση πολλών συγγραφέων να επιλέγουν
να αναρτήσουν τις δημιουργίες τους στο
διαδίκτυο; Πιστεύεις ότι κάτι τέτοιο μπορεί να υποκαταστήσει
τη διαδικασία έντυπης έκδοσης των έργων;
Προσωπικά πιστεύω πως ένα από τα
θετικά που παρέχει το διαδίκτυο, είναι η
ελεύθερη φωνή στον καθένα μας.
Οι αναρτήσεις στο διαδίκτυο δεν φιλτράρονται από εκδότες και κάθε λογής κλίκες κι έτσι ο κόσμος, που τα διαβάζει, είναι ο μόνος κριτής. Υπάρχει αμεσότητα στην επικοινωνία. Αυτό είναι πολύ θεμιτό, αρκεί να αναλογιστεί κανείς πόσα άξια κείμενα αποκρύπτονται και πόσα λιγότερα άξια παρουσιάζονται σαν αριστουργήματα λόγω συμφερόντων ή γνωριμιών.
Όχι, δεν πιστεύω ότι μπορεί η έντυπη
έκδοση ποτέ να υποκατασταθεί από την ηλεκτρονική. Το βιβλίο σε χαρτί θα
έχει πάντα τη μαγεία του, την αφή του, την μυρωδιά του και την ψυχή του.
Η τάση προς την ηλεκτρονική δημοσίευση
οφείλεται κατά τη γνώμη μου στο συνδυασμό δύο γεγονότων: από τη μία η διαρκής
έκρηξη του διαδικτύου με την εξάπλωση και την ταχύτητά του να μεγαλώνει
συνεχώς και από την άλλη η οικονομική κρίση με αποτέλεσμα την στενότητα
των εκδοτικών οίκων και την ελάττωση των εκδιδομένων συλλογών.
Ας πάμε λίγο τώρα στον τρόπο
με τον οποίο γράφεις. Γιατί επιλέγεις τη φόρμα του ολιγόστιχου, κατά κύριο
λόγο, ποιήματος και του μικρού σε έκταση στίχου, αν φυσικά υπάρχει συνειδητή
επιλογή ;
Από μικρός θαύμαζα τους Ποιητές, διότι
μπορούσαν μέσα σε λίγους στίχους να γράψουν όσα άλλοι έγραφαν σε ένα βιβλίο.
Μου φαινόταν εκπληκτικό το ότι ενώ τελείωνα την ανάγνωση, οι στίχοι
''συνέχιζαν'' μέσα μου για μέρες. Συμπλήρωνα, αφαιρούσα, ρωτούσα και
συνομιλούσα με τον Ποιητή. Κοντολογίς, γιατί τα ποιήματα χρίζουν προσωπικής
συμμετοχής.
Όσον αφορά στα δικά μου, αν και έχω αρκετά
με μεγάλη έκταση, συνήθως επιλέγω ολιγόστιχα διότι μέχρι να φτάσω σ’ ένα
επιθυμητό αποτέλεσμα έχει περάσει μεγάλη περίοδος ψαλιδίσματος. Πολλές φορές αν
όχι πάντα, παρόλο που δημοσιεύεται κάποιο, συνεχίζει να μου φαίνεται
φλύαρο, υπερβολικό ή ότι κάποια στροφή ή λέξη θα μπορούσε να
αφαιρεθεί.
Οπότε για να απαντήσω και στην ερώτηση,
προτιμώ μικρά σε έκταση ποιήματα για να αφήνω μεγαλύτερο άνοιγμα στη
συζήτηση με τον αναγνώστη. Προτιμώ να τα γράφω μαζί με όσους μπουν
στον κόπο να τα διαβάσουν.
Θα μπορούσες, τέλος,
με δύο τρεις στίχους από ένα ποίημα σου να
δώσεις συμπυκνωμένα την εικόνα του ανθρώπου
Ε.Μύρωνα;
Δύσκολη
ερώτηση.Ίσως οι παρακάτω:
«Καβαλάρηδες
φασμάτων
πασχίζουμε μ' ένα δόρυ,
να τρυπήσουμε την
παλαιόθεν πανοπλία του αδιαφόρετου»
από
ένα άτιτλο που είχα γράψει.
Και
από ένα άλλο ποίημα, το «Ξόρκι»:
«Θα
σκύψω μόνο για να
φιλήσω τον ουρανό
για κανένα άλλο λόγο
για κανένα ιερό χώμα
Κι αν δε μας κάνει,
θα σκάψουμε μέσα του
να βρούμε άλλον,
με καινούργιο χρώμα»
Αφού δεν έχετε μια τοσηδά αναπηρία
να γράφετε ας πούμε με ουρανό
χωμένο στα μανίκια
δίχως χέρια μήτε αφή
δεν είστε ευπρόσδεκτοι σ' αυτή την κάστα
Αυτό που πρέπει
τη λαχτάρα του αναγνώστη
δεν την ακουμπάτε μ'επιφώνημα βαθύ
Αν όμως ίσως λέγατε ευφράδειες
με κομμένη γλώσσα ;
Αν κάποιο τικ μπορούσε
να τραντάξει τα οστά σας
κλείδες γνάθους ή ταρσούς ;
Αν τρέλαιναν την ακοή σας
ντεσιμπέλ μιας άλλης νοημοσύνης
ένα σκάψιμο ως τα έγκατα
του ψεύδους ή έστω του ονείρου ;
Εις μάτην
Τη θλιβερή σας αρτιμέλεια κρατήστε
Το πολύ να σας πετάξει κάποιο κέρμα
ένας φιλάνθρωπος σεισμός
και για λιγάκι
να φανεί ένα ρήγμα στη γραφή σας
Εδώ το βάθος
κλέβει από την επιφάνεια
Κυλιούνται σπίτια στον ασβέστη
Αφανίζονται οι ρωγμές τους
Ανεβαίνει ένα ερώτημα
στους τοίχους
"Muss es sein?"
με το κουαρτέτο
του Μπετόβεν
Κάθεται στη θέση
του καθρέφτη
κι ίσως φταίει το φως
που πέφτει
κι ανακρίνει
Γιατί τα χώματα γυρνούν σελίδες;
Γιατί να κανονίζουν το καφέ
το γαλανό το πράσινο αλλιώς;
Εδώ δεν προλαβαίνει το μελάνι
να καρφώσει λέξεις
Μόνο οι γλώσσες που μετρούν
"Σε πόσα στόματα χωράμε;"
Μόνο τα στόματα που ταλαντεύονται
"Ποια γλώσσα θ' απομείνει;"
Και κάτω απ'το φεγγάρι
το ρηγόπουλο της Κύπρου
με το κράνος και τη ζωγραφιά του σέρνει
τον Έρωτα δεμένο πίσω από τ' αμάξι
Φορτώνει στίχους απ' τον Ερωτόκριτο
Ασημένια γράμματα
που τρίβουν το σκοτάδι
και πετάει σπίθες
Εδώ ας σταθούμε
κι ας σου μάθω τη φωτιά
μαζί μου να την καις να την αγγίζεις
Κι ας σου βγαίνουν
απ' τα δάχτυλα
καινούργιες μέρες
To “Thesoundand the fury” , το κορυφαίο ίσως έργο του Αμερικανού Νομπελίστα
συγγραφέα WillianFaulkner,
εκδόθηκε το 1929,
ακριβώς τη χρονιά κατά την οποία
ξέσπασε η μεγάλη οικονομική κρίση στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής.
Αναφορές στην οικονομική
ατμόσφαιρα πριν από το ξέσπασμα της κρίσης γίνονται άλλωστε στο τρίτο κεφάλαιο του μυθιστορήματος, όπου ο αφηγητής
Τζέησον , ένας από τους γιούς
της οικογένειας Κόμπσον,
περιγράφει εμμέσως την εξάρτηση των
αγροτών του Νότου από το Χρηματιστήριο Βάμβακος της
Νέας Υόρκης και τους Εβραίους κερδοσκόπους . Ο χώρος στον οποίο
εξελίσσεται η πλοκή είναι ο συντηρητικός αμερικανικός
Νότος, και συγκεκριμένα το Jeffersonτου Μισσισσιππή . Δίνεται έτσι η ευκαιρία στον Faulknerνα
σκιαγραφήσει το πορτρέτο μιας παρακμασμένης κοινωνίας, μέσα στην οποία συμβιώνουν η
άρχουσα τάξη των λευκών και η κοινωνικά
υποβαθμισμένη των μαύρων. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ο αμοραλισμός
διαχέεται με γοργά βήματα και αποκαθηλώνει την εικόνα των χριστιανικά ενάρετων λευκών Αμερικανών. Ο Faulknerξεσκεπάζει
με τολμηρό τρόπο τα αιμομικτικά σύνδρομα, τις ρατσιστικές προκαταλήψεις, τον
κυνισμό, τη διάλυση της οικογενειακής συνοχής, το εσωτερικό κενό των ανθρώπων
της μεταβιομηχανικής εποχής.
Το
μυθιστόρημα «εξιστορεί» με έναν ιδιόρρυθμο αφηγηματικό τρόπο την
περίπου τριαντάχρονη ιστορία των
Κόμπσον, μιας ξεπεσμένης
αριστοκρατικής οικογένειας του Νότου , η οποία παλεύει να συντηρήσει τη φήμη
της, χωρίς τελικά να τα καταφέρνει, καθώς οδηγείται σταδιακά στην οικονομική
καταστροφή και η μοίρα αρκετών μελών της
έχει τραγική κατάληξη. Στο τέλος οι
Κόμπσον διαλύονται, καθώς ο πατέρας
Τζέησον Κόμπσον πεθαίνει, η μητέρα Καρολάιν μοιάζει να έχει παραιτηθεί από τη
ζωή, και από τα τέσσερα παιδιά , ο διανοητικά ανάπηρος Μπέντζυ
κλείνεται σε άσυλο, η κόρη
Κάντυ το σκάει, για να παντρευτεί τον εκλεκτό της (ο οποίος
αργότερα,λόγω αμφιβολιών για την πατρότητα του παιδιού τους, εγκαταλείπει τη
γυναίκα και το παιδί του) , ο ρομαντικός Κουέντιν, για τις σπουδές του οποίου
στο Χάρβαρντ η οικογένεια πουλάει
την ακίνητη περουσία της, αυτοκτονεί, ενώ
ο μεγαλύτερος γιός Τζέησον χάνει
τις οικονομίες μιας ζωής, όταν η κόρη
της Κάντυ Κουέντιν κλέβει τα χρήματα και
ακολουθώντας τα χνάρια της μητέρας της, φεύγει με έναν θεατρίνο ενός
περιπλανόμενου θιάσου. Το βιβλίο απαρτίζεται από τέσσερα κεφάλαια, το καθένα
από τα οποία τοποθετείται χρονικά σε μία
συγκεκριμένη μέρα και στο οποίο
υιοθετείται μία διαφορετική αφηγηματική
τεχνική, και από ένα είδος οδηγού με την ιστορία των βασικότερων μελών της οικογένειας
από το 1699 .
Στο πρώτο κεφάλαιο, το ρόλο του αφηγητή
αναλαμβάνει ο Μπέντζυ. Ως εκ τούτου η
αφηγηματική σκοπιά προσαρμόζεται
επιδέξια από τον Faulknerστα
δεδομένα του εγκεφάλου ενός
διανοητικά καθυστερημένου. Τα χρονικά
επίπεδα διαπλέκονται, ακριβώς επειδή ο αφηγητής αδυνατεί να τα διαχωρίσει.
Παρελθόν και παρόν συνυπάρχουν στο μυαλό
του ως μία αξεδιάλυτη μάζα, μέσα στην
οποία στριφογυρίζουν, πολλές φορές
επαναλαμβανόμενα, σκηνές από τη ζωή του
ίδιου και των μελών της
οικογένειάς του. Επικρατεί, επομένως, ένα είδος άναρχης καταγραφής εικόνων,
σκέψεων και συναισθημάτων. Ο Μπέντζυ αντιλαμβάνεται την
πραγματικότητα με έναν καθαρά
αισθητηριακό τρόπο. Ό,τι μπορεί να συλλάβει μέσω των αισθήσεων, ερμηνεύεται
ως ζώσα πραγματικότητα στη συνείδησή του: οι σκιές περπατούν, η φωτιά ανάβει πάνω στον καθρέφτη,
τα σκαλοπάτια κατεβαίνουν από μόνα τους, το ποτό κατρακυλάει μέσα στο λαρύγγι
του. Η μεταφορική λειτουργία της γλώσσας
δε χρωματίζει απλώς ποιητικά και
συγκινησιακά την αφήγησή του,
αποτελεί φυσιολογική προέκταση του ιδιόρρυθμου τρόπου με τον οποίο ερμηνεύει τα
συμβάντα γύρω του.
Στο δεύτερο κεφάλαιο μεταφερόμαστε χρονικά
στο 1910. Εδώ αφηγείται ο Κουέντιν και ακολουθείται η τεχνική του εσωτερικού μονολόγου, από την οποία
επηρεάστηκαν αργότερα συγγραφείς όπως ο JamesJoyce και η VirginiaWoolf, αλλά και ημεδαποί, όπως ο Στρατής Τσίρκας, ο Στέλιος
Ξεφλούδας ή ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης. Ο Κουέντιν είναι μία
καθαρά ρομαντική φύση. Ο μεγάλος του αντίπαλος φαίνεται να είναι ο χρόνος, τον
οποίο προσπαθεί να παρακάμψει με κάθε δυνατό μέσο. Σπάζει το ρολόι του, για να
απαλλαγεί από τον βασανιστικό έλεγχο των λεπτοδεικτών , χωρίς να τα καταφέρνει.
Κυνηγάει τον χρόνο με μία Δονκιχωτική εμμονή και στο τέλος απομένει να ακούει
τους κτύπους που τον σημαίνουν σαν επιβεβαίωση της αναπότρεπτης πορείας προς το τέλος. Στην αφήγηση του Κουέντιν συνυφαίνονται
δύο κυρίαρχα συμβάντα, η ζωή του
στο πανεπιστήμιο του
Χάρβαρντ και το παρελθόν της οικογένειάς του στο
Τζέφερσον, ιδιαίτερα η σχέση του με την αδελφή του Κάντυ. Και εδώ εγκαταλείπεται
η γραμμικότητα στην αφήγηση, αν και σε αντίθεση με το πρώτο κεφάλαιο η διάκριση των χρονικών επιπέδων είναι περισσότερο
εύκολη. Ο Κουέντιν είναι εξαιρετικά εύστροφος και το μυαλό του φαίνεται να μεταπηδά με
περισσή ευκολία και εξαιρετική
επιδεξιότητα από το ένα συμβάν στο άλλο. Μέσα στο μυαλό του ακροβατούν
γεγονότα, όπως η πικρία για την απώλεια της παρθενίας της αδελφής του Κάντυ, η
προστατευτική στάση του απέναντί της, η άγνοια της Κάντυ για τον πραγματικό
πατέρα του παιδιού της, ο γάμος της με τον Χέρμπερτ Χεντ, η επίμονη
ιδέα της αιμομιξίας, η απόφασή
του να αυτοκτονήσει με πνιγμό, η πώληση
του λιβαδιού του Μπέντζυ, προκειμένου να σπουδάσει εκείνος στο Χάρβαρντ, η
περιπλάνησή και η συνάντησή του με ένα
μικρό κορίτσι που ανήκε σε μία
οικογένεια Ιταλών μεταναστών. Στην τελευταία, μάλιστα, περίπτωση ο Κουέντιν
εκδηλώνει την απωθημένη επιθυμία του για την αδελφή του μέσω της προστατευτικής
του στάσης απέναντι στο κορίτσι. Προς το τέλος του δεύτερου κεφαλαίου, παρατηρούμε
ότι στην αφήγηση του Κουέντιν εγκαταλείπεται εντελώς κάθε προσπάθεια διευκόλυνσης του
αναγνώστη όσον αφορά στην παρακολούθηση των σκέψεων ή των συνειρμών του
αφηγητή. Οι συντακτικοί κανόνες αίρονται, οι φράσεις στοιβάζονται πολλές φορές
χωρίς αλληλουχία, ενώ η κατάθλιψη του Κουέντιν δεν αφήνει περιθώρια για μία ξεκάθαρη ερμηνεία των λεγομένων του.
Στο τρίτο κεφάλαιο, αφηγητής
είναι ο Τζέησον, ο πιο πραγματιστής από
τα αδέλφια του και ο πλέον αδίστακτος. Εδώ διαφωτίζονται
περισσότερο το παρελθόν και το παρόν της οικογένειας Κόμπσον και η αφήγηση, παρόλο που
γίνεται σε πρώτο πρόσωπο και από την οπτική γωνία ενός συγκεκριμένου προσώπου,
αποκτά περισσότερο γραμμικό χαρακτήρα, συμφωνώντας, από την άποψη αυτή, με το
βασικό γνώρισμα της προσωπικότητας του αφηγητή, που είναι η σχεδόν κυνική
ευθύτητα. Ο Τζέησον μιλά χωρίς περιστροφές, λέει τα πράγματα έξω από τα δόντια,
με έναν τρόπο ενοχλητικά ωμό. Σε αντίθεση με τα άλλα αδέλφια του, απεχθάνεται
την αδελφή του Κάντυ, ενοχλείται από τα καμώματα της κόρης της Κουέντιν,
επιθυμεί τον εγκλεισμό του Μπέντζυ στο
άσυλο του Τζάκσον. Μετά το θάνατο του πατέρα του, είναι εκείνος που συντηρεί
την εναπομείνασα οικογένειά του (χρονικά
βρισκόμαστε στο 1928, μία μέρα πριν από την αφήγηση του Μπέντζυ) και είναι το
εκλεκτό παιδί της μητέρας του. Ο πραγματισμός του τον κάνει να λατρεύει τα χρήματα και να φτάνει στο σημείο να αποσπά
ποσά από τις επιταγές που έστελνε η
Κάντυ στην κόρη της Κουέντιν. Στο τέλος, ως ένα είδος αποκατάστασης της δικαιοσύνης, ο Τζέησον
τιμωρείται, όταν η Κουέντιν κλέβει τις «οικονομίες» του και εγκαταλείπει το σπίτι.
Στο
τελευταίο κεφάλαιο, ο Faulknerεπιλέγει την κλασική
τριτοπρόσωπη αφήγηση, αναδεικνύοντας κυρίως την προσωπικότητα της Ντίλσυ, της νέγρας υπηρέτριας του σπιτιού. Η Ντίλσυ ως χαρακτήρας βρίσκεται
στον αντίποδα του κυνισμού, τον οποίο
αντιπροσωπεύει ο Τζέησον. Διακατέχεται από μία βαθιά πίστη στο Θεό και στον άνθρωπο. Στο
πρόσωπό της ο συγγραφέας σκιαγραφεί τον αντίποδα της παρακμής της οικογένειας Κόμπσον. Με ένα βαθύ
ανθρωπιστικό ενδιαφέρον φροντίζει, μαζί με τον εγγονό της Λάστερ, τον
διανοητικά καθυστερημένο Μπέντζυ, ενώ ταυτοχρόνως, και παρόλο που βρίσκεται εν
έτει 1928 σε μεγάλη ηλικία, εκτελεί αγόγγυστα τις οικιακές εργασίες και ανέχεται τις ιδιοτροπίες της οικοδέσποινας Καρολάιν.
Αντιλαμβάνεται λοιπόν κανείς ότι σε κάθε
κεφάλαιο επιχειρείται η εφαρμογή μιας
διαφορετικής αφηγηματικής προσέγγισης, καθώς και η ανάδειξη μιας
συγκεκριμένης περιοχής του ανθρώπινου εγκεφάλου. Στο πρώτο κεφάλαιο κυριαρχεί
το νηπιακό στάδιο αντίληψης των πραγμάτων, στο δεύτερο η ποιητική ερμηνεία της πραγματικότητας
από ένα αγριεμένο εφηβικό μυαλό, στο τρίτο η προσγείωση στο ρεαλισμό της ενηλικίωσης
και στο τελευταίο η εγκαρτέρηση που
οδοιπορεί μαζί με τη φθορά.
Συνολικά, το TheSoundand the Fury, τον τίτλο του οποίου εμπνεύστηκε ο Faulknerαπό ένα
απόσπασμα του Μάκβεθ του Σαίξπηρ, είναι ένα «αφηγηματικό κολλάζ» που
μπορεί αρχικά να θέτει δυσθεώρητα εμπόδια στην παρακολούθησή του από τον
αναγνώστη, η προσεκτική, ωστόσο, και επαναλαμβανόμενη ανάγνωση, καταυγάζει τα
όποια σκοτεινά σημεία και μας φέρνει
αντιμέτωπους με τα τραγικά μυστικά που συχνά κρύβονται πίσω από την πόρτα μιας καθ’όλα ευυπόληπτης οικογένειας.
Επειδή αυτός ο χώρος, δεν είναι αποκλειστικά αφιερωμένος στην τέχνη του λόγου- τα έχουμε ξαναπεί- κι επειδή οι συνεργάτες μας είναι άνθρωποι με ποικίλα ενδιαφέροντα και ευαισθησίες, και ,φυσικά, κάθε μορφή τέχνης, όταν έχει να προσφέρει κάτι σημαντικό και , κατά τη γνώμη μας, καινοτόμο,μας συγκινεί, παρουσιάζουμε σήμερα ένα μικρό πορτρέτο ενός μουσικού που θα μας απασχολήσει πολύ στο μέλλον . Το όνομά του Sampha .Τραγουδιστής, παραγωγός και συνθέτης, από το νότιο Λονδίνο, ο Sampha Sisay,όπως είναι το πλήρες όνομά του, έχει συνεργαστεί με εξέχοντα ονόματα,όπως η Jessie Ware, o Drake, o Kanye West, o SBTRKT και η Solange Knowles. Η μουσική του κινείται στο χώρο της ηλεκτρονικής soul και τα μέχρι τώρα δείγματα που έχουμε ακούσει είναι αληθινά υπέροχα. Το "Blood on me" είναι το τρίτο στη σειρά single που κυκλοφορεί, μετά από το "Too much/ Happens" του 2013 και το "Timmy's prayer" του 2016, και προετοιμάζει το έδαφος για το παρθενικό του album στην εταιρεία Young Turks με τίτλο "Process". Για τους συνεργάτες των Φιλολογικών Ματιών αυτό είναι το τραγούδι του φθινοπώρου. Ακούστε το ζωντανά στo The late show και έπειτα στην studio εκτέλεσή του
[Από τη συλλογή "Μικρές Αγγελίες και Ειδήσεις" ,2008]
Στις
όχθες του Ρουβικώνα
Ρουβίκωνα στα μέτρα τους
δεν βρίσκουν.
Νυχθημερόν αποστηθίζουν
στρατηγικές μαχών
συνταιριάζοντας νέφη.
Προστάγματα προβάρουν
χαμηλόφωνα
τις σπάθες ακονίζουν
βραδυκίνητα
και για να κοιμηθούν,
βάζουν σε αλφαβητική σειρά
λογής Ονομασίες
παράδρομων ασήμαντων
της Ρώμης
με μάτια άυπνα
στο κόκκινο της συγκλητικής
τηβέννου.
Στρατοπεδευμένοι
στον ίσκιο των βουνών
νιώθουν τα γένια και τα νύχια να μακραίνουν
νέοι, σφριγηλοί και ρωμαλέοι
αυτοί που δεν θα ξαναγίνουνε Ρωμαίοι.
Γιατί Ρουβίκωνα
στα μέτρα τους δεν βρίσκουν.
[Από τη συλλογή "Ρουβίκωνας στα μέτρα μας", 2011]
Ενεός…
μπροστά στην όραση
Μια κοπέλα
μεγαλώνει στα μάτια μου. Όσο τα ανοίγω, τόσο απλώνεται, εκπτύσσεται γαργαριστή
σαν κάποιο πλατύμακρο ποτάμι, που τα υγραίνει. Με καθάρια υδάτινα βλέμματα
κατακλύζω τον κόσμο και τα πράγματα μουσκεύουν, μαλακώνουν και παίρνουν σχήμα
αληθινό.
Έτσι
πότε το σπίτι
είναι ένα μεγάλο στόμα που καταπίνει σιωπές σαν ηρεμιστικά για να κοιμηθεί και
πότε όχι,
πότε τα μάτια
των ανθρώπων είναι ανάποδες πινέζες που εξακοντίζουν λήθη και πότε όχι,
πότε τα κορμιά
κάτω από τα παλτά είναι οι πύρινοι κίονες της κόλασης, άκαυτα στην αιωνιότητα
και πότε όχι,
πότε η κιθάρα
είναι μια λεπτοκαρυά που στοίχειωσε στο ξύλο της των σπίνων το τιτίβισμα και
πότε όχι,
πότε τα αστέρια
είναι οι τρύπες που άνοιξε στον ύπνο του κόσμου το μυδραλιοβόλο του Θεού και
πότε όχι,
πότε το
ασταμάτητο γάβγισμα των πεινασμένων σκύλων οιωνός για κάποια παντοτινή παύση
της Ιστορίας και πότε όχι.
Κι όμως στην
χίμαιρα ζωή υπάρχει μια τρανή παρηγορία: η υδάτινη γυναίκα των ματιών μου που
όλο μεγαλώνει, κάποτε θα σκίσει τα μάτια μου και θα νιώσει τον κόσμο έξω τους.
Τυφλός, θα είμαι
ο πρόγονος μιας νέας όρασης.
[Από τη συλλογή "Ενεός" , 2012]
Βόλτα
Τα δυο σκυλιά που ζουν στο
διπλανό διαμέρισμα
ανελλιπώς κάθε μέρα
βγάζουνε βόλτα τη γειτόνισσά μου
για να κάνει την ανάγκη της: να
πάρει ανάσα.
Εκείνη την ώρα οι πλανήτες
ευθυγραμμίζονται
για περίπου δυο δευτερόλεπτα
κι ακούγεται από τα αυτιά της
το χορωδιακό των αγέννητων
παιδιών της:
του ύπνου που δεν τα πήρε ποτέ,
του φιλιού που δεν τα άγγιξε
ποτέ,
της ρώγας που δεν τα τάισε ποτέ.
Όταν τα δυο σκυλιά επιστρέφουν
η πόρτα κλείνει σαν να ’ναι κάθε
φορά η τελευταία.
Όμως τα πεσμένα «ποτέ»,
σκόρπια στις γωνιές και στις
κολώνες
δημιουργούν προβλήματα στους
πεζούς ανθρώπους.
Προβλήματα που οι πεζοί με μια
σκούπα
και μια χριστοπαναγία
λύνουν στο λεπτό
[Από τη συλλογή "Λιγωσάδικο" , 2016]
Αφημένος στο πλάτος της λέξης, στο άνοιγμα κι όχι στο
κλείσιμό της μέσα σε καθορισμένες διαστάσεις, ο Νικόλας Ευαντινός τραβάει το χαλάκι κάτω από τα πόδια
της ποίησης και την αφήνει να γλιστρήσει πάνω σ’ ένα άκρως ολισθηρό δάπεδο,
απολαμβάνοντας το θριαμβευτικό
τσάκισμά της, τον ανασκολοπισμό της στην
αιχμηρή εκδοχή του όντος. Αυτό το ον ο ποιητής το περιεργάζεται στο στροβίλισμά
του, στη μετατόπισή του από ένα σημείο
πιθανότητας σε ένα σημείο τέλεσης, στην εκτύλιξη και στη συσπείρωσή του, και του παραχωρεί όλα τα προνόμια του ανθρώπινου εσωτερικού χώρου, τις αισθήσεις,
τις απεκκρίσεις, τους βαλλισμούς, τα
νοητικά περιγράμματα, τα μακροβούτια στο υποσυνείδητο, τις αλγηδόνες και
τις χαρμονές. Σπουδάζει το ον ενεός,
ηθελημένα αδέξιος, ξαστοχεί την αποθησαυρισμένη στο μυαλό εικόνα του και επιστρέφει
σε μια περίπου εμβρυική διαισθητική ερμηνεία της ζωής. Έτσι, η ποίηση, στην εκφορά
της από τον Ευαντινό, προβάλλει ως ένας άγουρος κόσμος που δεν κραυγάζει αλλά συναντά με αυτοπεποίθηση την
ωριμότητά του. Κι αν έκανα μια απόπειρα να τοποθετήσω υφολογικά κάπου τον ποιητή, θα του όριζα τη θέση του ανάμεσα στον
ώριμο υπερρεαλισμό του Νάνου Βαλαωρίτη
και στη συγκρατημένη έκσταση του
Αργύρη Χιόνη.
ΚώσταςΤσιαχρής
Ο Νικόλας Ευαντινός
είναι μία πολύ ενδιαφέρουσα καινούργια ποιητική φωνή. Η πρώτη του συλλογή ποιημάτων δημοσιεύθηκε
το 2008 με τον τίτλο «Μικρές αγγελίες
και ειδήσεις». Η ποίηση του Ευαντινού
κλίνει περισσότερο προς την πρόζα, δεδομένου ότι ο ποιητής αναπτύσσει το
λόγο του σε μεγάλης έκτασης στίχους, με αποτέλεσμα τα
ποιήματα να θυμίζουν περισσότερο μικρά πεζογραφήματα.
Επιπλέον , παρατηρείται ότι επιλέγονται
πρωτότυποι εκφραστικοί τρόποι, χωρίς
όμως τις υπερβολές και τις καταχρήσεις
που συναντούμε σε πολλούς ποιητές της τελευταίας
δεκαετίας, ως συνέπεια της επίδρασης που άσκησε σε αυτούς το ύφος της Κικής Δημουλά. Ο
Ευαντινός, αντίθετα, κρατά ισορροπίες
ανάμεσα σε αυτό που μπορεί να προταθεί ως πρωτοτυπία και σε αυτό που
πατά γερά στο έδαφος της ποιητικής μας παράδοσης, και γι’ αυτό η αμεσότητα του λόγου
είναι αβίαστη και όχι επιτηδευμένη. Μετά
την πρώτη του συλλογή κυκλοφόρησαν επίσης
τα έργα του «Ρουβίκωνας στα μέτρα μας», «Ενεός» και το φετινό «Λιγωσάδικο».
Ήρθε τέλος μια νύχτα μες στο ναρκοπέδιο
ο Άγιος Φωκάς ο Κηπουρός
κι εγώ τον βρήκα εκεί φτάνοντας πολύ πρωί
για να ριχτώ στη μάχη
με το λάλημα των πετεινών
έλαβα θέση στην ορισμένη γεωγραφική μοίρα
στη μοίρα μου
αλλά ήρθε εκείνος, είχε κιόλας σκαλίσει και φυτέψει,
και πριν ρωτήσω, πριν ζητήσω εξηγήσεις
μου είπε, πάρε τις λέξεις σου και φύγε,
να γλιτώσεις
πάρε και μια κούπα ωραίους καρπούς
και άντε στην ευχή μου.
Φύτευε τα κουκούτσια τους
και με τις λέξεις σου χάδευέ τα
άντε να δεις καλό, παιδάκι μου
κι εσύ και οι δικοί σου.
– Αμήν!
Σε τούτο το
εξόδιο ποίημα από την τελευταία ποιητική συλλογή της με τίτλο «Ναρκοσυλλέκτρια»,
η Ευφροσύνη Μαντά Λαζάρου», αξιοποιεί επιδέξια την
εκκλησιαστική βιογραφική παράδοση, για να αποπνευματώσει το
σύμβολο του ναρκοσυλλέκτη (ή ψυχοσυλλέκτη, αν προτιμάτε · άλλωστε μέσα στα
ποιήματα της συλλογής οι ψυχές
λογαριάζονται για νάρκες), και
μέσω της επαφής με το σεπτό και το πάναγνο της παρουσίας του Αγίου να «επικολλήσει» σε αυτό τις υπερχρονικές
και υπερτοπικές ιδιότητες που επιδιώκει . Ο Άγιος
Φωκάς, σύμφωνα με τη βιογραφία του, καταγόταν από τη Σινώπη και είχε ως μοναδική περιουσία του έναν κήπο, τον οποίο καλλιεργούσε με
μεγάλη αγάπη. Ακολουθώντας μάλιστα έναν
ολιγαρκή τρόπο ζωής, κατόρθωνε με τη σοδειά που του προσέφερε ο κήπος, να
συντρέχει τους φτωχούς και τους πεινασμένους
της περιοχής του. Κήρυσσε δε ότι και η ψυχή του ανθρώπου είναι ένας κήπος ,ο οποίος πρέπει να δέχεται την κατάλληλη
περιποίηση, έτσι ώστε να απαλλάσσεται από τα αγκάθια και τα ζιζάνια, και να
παραδίδει γερούς καρπούς. Η αφηγηματική φωνή συσσωματώνει το άυλο με το εγκόσμιο μέσα στο κυρίαρχο χωρικό πλαίσιο των ποιημάτων αυτής της συλλογής,
το ναρκοπέδιο. Κι όπως στα περισσότερα ποιήματα αναθέτει στον εαυτό της το παράτολμο ,την περισυλλογή δηλαδή
των εκρηκτικών συσκευών από το ατομικό και το πανανθρώπινο «είναι» ή έστω την ανώδυνη περιδιάβαση μέσα από αυτές,
αντιστοίχως και εδώ είναι έτοιμη να υποδυθεί τη μοίρα της, να ριχτεί στο ίδιο επίμοχθο
και ολέθριο αγώνισμα. Σα να
ορίζει κάτι αόρατο τις γεωγραφικές
συντεταγμένες της πορείας της, την «ορισμένη γεωγραφική μοίρα». Το ανέλπιστο, η τραγική συνειδητοποίηση της ματαιότητας του εγχειρήματος, έρχεται με την εμφάνιση του αγίου, η οποία θα
μπορούσε να ερμηνευθεί ως υποσυνείδητη
παραδοχή του αδιεξόδου. Ο Άγιος, σαν ένα θρησκευτικής υφής άλλοθι, συμβουλεύει
την αφηγηματική φωνή να περισώσει τις λέξεις της, τα αλεξίκακα όπλα της στον κόσμο του ναρκοπεδίου, και να φύγει, να
γλιτώσει. Και, βεβαίως ως φιλεύσπλαχνος -και απολύτως συνεπής στην ταυτότητα που του προσέδωσε
η εκκλησιαστική παράδοση – Άγιος, της προσφέρει το απαραίτητο
παρηγορίας ανάγνωσμα, «μια κούπα
ωραίους καρπούς», που για να ριζώσουν όμως τα κουκούτσια τους, χρειάζεται η
θωπεία των λέξεων. Κι έτσι, στο τέλος του ποιήματος αντιλαμβάνεται κανείς ότι η
παραίτηση από τον σκληρό μόχθο της περισυλλογής των ναρκών είναι μόνο μια
προσωρινή ανακωχή με στόχο την ανασύνταξη των δυνάμεων.
Τι να ‘ταν άραγε αυτό το μπαμ που μ’
έκανε ανήσυχο να πεταχτώ μεσημεράκι του Σεπτέμβρη, ο δρόμος έξω πυρωμένος,
ησυχία παντού; Για πήγαινε δες, βρε Λαυρέντη, είπα στο παιδί που με βοηθούσε
στο μαγαζί, τι έγινε, τι ήταν αυτός ο θόρυβος. Προτού γυρίσει, ακούστηκαν απ’
έξω φωνές, μελισσολόι ολόκληρο. Μιχάλη, γρήγορα ένα ασθενοφόρο. Πάρε γρήγορα,
μου λέει αλαφιασμένος ο Λαυρέντης, που μπήκε μέσα τρέχοντας, κουνώντας νευρικά
τα χέρια. Γρήγορα. Τι έπαθες Λαυρέντη; Πάρε πρώτα και σου λέω μετά, σχεδόν
κατάπινε τα τελευταία του λόγια. Κανένα ατύχημα, σκέφτηκα, και δίχως άλλη σκέψη
κάλεσα το ασθενοφόρο. Ο άντρας με το αγαλματάκι, μου είπε, μόλις έκλεισα το
τηλέφωνο. Τι ο άντρας με το αγαλματάκι; επανέλαβα ρωτώντας. Κάτω στο δρόμο,
μέσα στα αίματα, τον χτύπησε φαίνεται αυτοκίνητο. Δεν πρόλαβε ν’ αποτελειώσει
το μαντάτο, άφησα στη μέση τους λογαριασμούς κι έτρεξα έξω με το πρόσωπο
αγριεμένο. Ακριβώς εκεί, στην καμάρα που κάνουν τα δυο μεγάλα πεύκα, καταμεσής
του δρόμου, καμιά δεκαριά γείτονες και περαστικοί, είχαν κυκλώσει ένα σώμα
πεταμένο πάνω στην άσφαλτο. Πλησίασα με ανησυχία ανακατωμένη με συγκίνηση. Ήταν
εκεί ξαπλωμένος στο πλάι, αιμορραγούσε, του κρατούσαν το κεφάλι με μια μπλούζα,
αλλά φαινόταν ήρεμος, ανάσαινε ακόμη. Μ’ αναγνώρισε, δεν είχε δύναμη, τα χείλη
του μπλάβα, έλα ρε φίλε του λέω, υπομονή, υπομονή και θα κεράσω πάλι μπύρα, και
θα μου πεις επιτέλους γιατί ερχόσουν και στεκόσουν εδώ τόσο καιρό. Τα μάτια του
όμως λες κι αναζητούσαν με αγωνία κάτι, γύριζαν γοργά μέσα στις κόγχες τους, σα
να περίμεναν δεν ξέρω τι. Έξαφνα, ασυναίσθητα κατάλαβα, το αγαλματάκι, έψαχνε
το αγαλματάκι.
Ήταν μια απομίμηση κυκλαδικού ειδωλίου,
που το κουβάλαγε μαζί του από την πρώτη στιγμή που εμφανίστηκε στα μέρη μας ένα
πρωί του περασμένου Μάη. Δεν είχα δώσει σημασία στην παρουσία του, μια μέρα μ’
έπιασε ο Λαυρέντης και μου λέει, Μιχάλη, τον είδες έναν τύπο που εδώ και μια
εβδομάδα κάθεται έξω από το σπίτι του δικαστικού, στο χαμηλό τοιχίο που
βρίσκεται απέναντι, σχεδόν ακίνητος; Έχει κι ένα μικρό άσπρο άγαλμα στα χέρια
του. Βγήκα στην πόρτα του μαγαζιού, κοιτάζοντας μέσα στην αντηλιά το διώροφο
σπίτι. Καθόταν εκεί και σα να προσευχόταν, έσφιγγε πάνω στο στήθος το
αγαλματάκι, βύθιζε ολάκερο μάρμαρο μέσα στη σκέψη του, και το ωραίο του πρόσωπο
ράγιζε κάπου κάπου από μία θλίψη που έσκαγε πάνω του σαν κροτίδα. Ένα μάτι
κοφτερό σαν το δικό μου μπορούσε να διακρίνει την υγρασία πάνω στα μάγουλα,
φετούλες αρμυρές να κατεβαίνουν απ’ τα μάτια, να λασπώνουν τα μαύρα γένια.
Παράξενος άνθρωπος, σκέφτηκα, δικιά του ράτσα, από κείνους τους ευαίσθητους που
χάνουν μια μέρα το δεκανίκι τους και γλιστρούν ανάλαφρα σε μια παραίτηση
από καθετί λογικό. Φαινόταν όμως καλοστεκούμενος, περίπου στα σαράντα, το
ντύσιμό του προσεγμένο και νεανικό, και τις κινήσεις του ενορχήστρωνε μια
έμφυτη ευγένεια. Τι να θέλει τούτος εδώ; μουρμούρισα και τράβηξα το νου μου σαν
ψάρι έξω από αυτές τις σκέψεις. Λαυρέντη, δεν ειδοποιούμε τον κύριο Πέτρο, να
προσέχει; είπα στο νεαρό που έστρωνε κάτι τραπέζια. Μου έγνεψε καταφατικά και
προθυμοποιήθηκε να μου φέρει το τηλέφωνο. Τον είδα, μου απάντησε ο δικαστικός,
μόλις τον ενημέρωσα. Μου πέρασε από το μυαλό ότι μπορεί να είναι κάτι ύποπτο,
αλλά φαίνεται ακίνδυνος. Δεν ξέρω τι να υποθέσω. Θα το παρακολουθώ το ζήτημα.
Ευχαριστώ. Μου έκανε εντύπωση η ευκολία με την οποία έβγαλε τα συμπεράσματά του
και η αδιαφορία του. Δεν έδωσα λοιπόν συνέχεια, εφόσον εκείνος που θα έπρεπε να
ανησυχεί άμεσα, δεν αισθανόταν κανενός είδους απειλή. Παρακολουθώντας μέρα με
τη μέρα τον άντρα με το αγαλματάκι, κατάλαβα ότι ερχόταν πάντοτε απόγευμα γύρω
στις έξι. Καθόταν για τέσσερις πέντε ώρες και το πρόσωπό του έμοιαζε μ’
επικίνδυνο γκρεμό που όποιος δοκίμαζε να το κοιτάξει γλιστρούσε σ’ ένα
απρόβλεπτο βάθος και ξεσκιζόταν το βλέμμα του πάνω σε κοφτερές γωνίες.
Σύντομα έγινε το αντικείμενο συζήτησης
της γειτονιάς κι όλοι έκαναν τις δικές τους υποθέσεις για το μυστηριώδες τούτο
πλάσμα. Κανένας μπάτσος με πολιτικά θα είναι, που έχει αναλάβει να φυλάει το
σπίτι του κυρίου Πέτρου Αρκούδιου, του δικαστικού και δεν το λένε, διέδιδε με
απόλυτη βεβαιότητα, η κυρία Παναγιώτα, που έχει το μικρό παντοπωλείο δίπλα στον
«Καζαντζίδη» μου. Δε φαίνεται για τέτοιος, τη διέκοπτε η φιλενάδα της, η
Αντιγόνη. Τρελάρας είναι που του σάλεψε και βρήκε καθημερινή ασχολία. Κι είναι
και απόμακρός, τρομάρα του, δεν τολμάς να του πάρεις λόγια. Στην αρχή τον
πέρασα για ζητιάνο, πήγα να του δώσω χρήματα, ούτε καν με κοίταζε, τα μάτια του
έχυναν σκοτάδι, κουλουριάστηκε, και σα να βγήκε από το σώμα του ένας πελώριος
φράχτης που δε μ’ άφηνε καθόλου πια να πλησιάσω, μου ιστορούσε γλαφυρά ο κύριος
Γιάννης, ο καθηγητής από την απέναντι πολυκατοικία. Εκδοχές, δεκάδες εκδοχές,
που ένας θεός ξέρει αν κάποια από αυτές ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα.
Μια μέρα, κόκκινη βροχή έπεφτε, έφτυναν
λάσπη τα σύννεφα, μουντζούρωνε δέντρα κι αυτοκίνητα, ερημιά, ούτε ψυχή στο
μαγαζί. Βγήκα στην πόρτα, κοίταξα το σπίτι του δικαστικού, γυμνό μέσα στην τόση
κοκκινίλα, το ‘γλειφε με δύναμη η βροχή. Είναι όντως τρελός, σκέφτηκα, όταν
είδα τον άντρα να δέχεται τη βροχή κατάμουτρα και να μη λέει να κάνει βήμα από
τη θέση του στο τοιχάκι. Θα πάω να του μιλήσω. Λυπάμαι που τον βλέπω έτσι σα
στοιχειό μέσα σ’ αυτή την αντάρα. Πήρα μια ομπρέλα και κατευθύνθηκα προς το
μέρος που καθόταν. Στάθηκα μπροστά του και τον κοίταζα με σοβαρό και συνάμα
προστατευτικό ύφος. Καλησπέρα, είμαι από την ταβέρνα απέναντι, σας βλέπω μέρες
εδώ, σας συμβαίνει κάτι; Δεν πήρα απάντηση. Είχε χαμηλώσει το κεφάλι, λες και
στεκόταν απέναντι σε κάποιο δήμιο, και κοιτούσε με μια απίστευτη αταραξία τη
βρεγμένη άσφαλτο. Την ίδια ώρα από τα λασπωμένα του μαλλιά κατέβαιναν παχιές
κόκκινες γραμμές που χάρασσαν τα μάγουλά του, για να τρυπώσουν έπειτα μέσα στα
γένια του και να γίνουν βούρκος.
Θα έρθεις μαζί μου, είπα αποφασιστικά,
θέλοντας να δώσω ένα τέλος στο αδιέξοδο. Το βλέπω που κάποιο αγκάθι σε κεντάει.
Θα πάμε να πιούμε μια μπύρα και να φορέσεις στεγνά ρούχα. Θ’ αρρωστήσεις με
τόση υγρασία πάνω σου. Τον τράβηξα απαλά απ’ το μπράτσο και δεν αντιστάθηκε, σα
να το ήθελε κιόλας. Μπήκαμε κάτω από την ομπρέλα μου και τραβήξαμε κατά το
μαγαζί. Τι μπλέκεις μ’ αυτόν το δαίμονα, μου είχε πει πρωτύτερα ο Λαυρέντης. Θα
βρούμε κανένα μπελά, ας κοιτάζουμε τη δουλειά μας. Τόσα χρόνια μέσα στους
ανθρώπους έχω μάθει να αναγνωρίζω τον επικίνδυνο, Λαυρέντη, και τούτος δω δεν
κρύβει μέσα του δόλο, άλλο πράμα του χαλάει τα σωθικά, και ίσως με τον καιρό το
μάθω. Μπήκαμε στο άδειο μαγαζί, αμέσως έτρεξα στην αποθήκη, έφερα μια μπλούζα
καθαρή κι ένα παντελόνι φόρμας. Φόρα τα κι ας μη σου κάνουν, είπα, μου τα
επιστρέφεις αύριο. Με κοίταζε διστακτικά, αλλά σα να του ζέστανε την καρδιά όλη
αυτή η φροντίδα από έναν μέχρι τότε άγνωστο άνθρωπο και τελικά δεν έφερε
αντίρρηση. Πλύθηκε, χτένισε τα μαλλιά, τα γένια του, φόρεσε τα στεγνά ρούχα και
μετά από ένα τέταρτο καθόταν απέναντί μου αμίλητος. Τον παρατηρούσα προσεκτικά
όσο το βλέμμα του ήταν στείρο και δεν άφηνε κανένα συναίσθημα να σκάσει μύτη
πάνω του. Είχε όμορφα, λεπτά χαρακτηριστικά, καλοδιατηρημένο δέρμα, μάτια που
έμοιαζε το σχήμα τους βαρκούλες, όπως τις κοιτάς από ψηλά, ελάχιστες ρυτίδες
που άφηναν το πρόσωπο να ισορροπεί παράξενα ανάμεσα στην ωριμότητα και σε κάτι
απροσδιόριστα εφηβικό, κομψά κι ευγενικά χείλη.
Λένε πως η φωνή μου είναι ζεστή και πως
απλώνεται σαν καλοκαιρινή κουφόβραση πάνω στα σωθικά των ανθρώπων, τα πυρώνει
κι αυτά φουσκώνουν, ανοίγουν και δέχονται με καλοσύνη τα λόγια μου. Κι αφού
αρχίσει η σπορά, καρπίζει γρήγορα η λαχτάρα να μ’ εμπιστευτούν, να μου ανοίξουν
χαραμάδες στα γυμνά τους μέρη, να ντραπούν μ’ εκείνη τη γλυκόπικρη ντροπή που
αισθάνεται κανείς, όταν τον πιάνουν να χαϊδεύεται μόνος του.
Έχεις και μέσα σου πολλή βροχή και
φαίνεται, του λέω. Μ’ αρέσουν άνθρωποι σαν και του λόγου σου, άστατοι,
αγκαθωτοί στα συναισθήματα, αχαρτογράφητοι. Αλλά ό,τι πεις, θα το ακούσω με
ευλάβεια, ακόμα και τη σιωπή σου θα προσπαθήσω να καταλάβω. Έχει έναν τρόπο η
κάθε σιωπή να ξηγιέται, δικό της αλφαβητάρι, πίστεψέ με. Αναστέναξε σα να
ρούφαγε τον καπνό από ένα αόρατο τσιγάρο. Τώρα το βλέμμα του φαινόταν γόνιμο,
κι οι κόρες των ματιών του έγιναν σιγά σιγά δυο φουσκωμένες κοιλίτσες και σα να
κλώτσαγε κάτι από μέσα τους. Ω τώρα θα’ χουμε γεννητούρια, σκέφτηκα. Και
γρήγορα έφτασε η στιγμή να επιβεβαιωθώ. Ένας ψίθυρος, νεογέννητο κεφαλάκι,
άρχισε να βγαίνει με κόπο από τα χείλη του. Πονούσε φανερά αυτή η γέννα.
Όλα ξεκίνησαν από μια επιθυμία μου να μάθω
ταγκό. Τόση πεζότητα που να την αντέξει κανείς, είπε, καθημερινά να περπατάς
και να μη φτερώνει τα πόδια σου μουσική. Περπατούσα, πλήγιαζαν τα πόδια μου από
την επανάληψη, πάντα στην ίδια διαδρομή. Αν έκανα λίγο να ξεφύγω, κάτι σαν νόμος
στρατιωτικός μου επέβαλλε το συνηθισμένο ρυθμό στο βάδισμα. Κι ένιωθα
βουρδουλιές στα καλάμια, μια υπενθύμιση του κόστους που θα επέφερε η ανατροπή
της καθεστηκυίας τάξης. Συμμαζευόμουν γρήγορα, έραβα τις επιθυμίες στο στόμα,
να μην ουρλιάζουν, κι έμενε η ζωή μου άμαθη από χορούς και λικνίσματα. Για να
χορέψεις άλλωστε ταγκό, χρειάζεσαι ένα δεύτερο σώμα, κάποιον να σε κρατήσει από
τη μέση, εκεί που φωλιάζουν όλα τα βρώμικα πάθη. Κι εγώ δεν προσπάθησα ως τότε
να βρω δεύτερο σώμα. Το βρήκα τυχαία, ένα βράδυ τον περασμένο Αύγουστο, είχα
γενέθλια, μοναξιά, δεν πάνε στα κομμάτια κι οι βουρδουλιές, σκέφτηκα, θα
υπομείνω το κόστος της ανατροπής. Μιλήσαμε από έναν υπολογιστή, έδειξε πρόθυμο
σώμα, ικανό να με παρασύρει στα γυρίσματα του χορού, να μπήξει στα πόδια μου
την επανάσταση. Υπνωτισμένος ακολούθησα, χωρίς να ξέρω τα βήματα, έκανα πως τα
ήξερα, δεν είπα τίποτε για την άγνοιά μου. Προσποιήθηκα τον άρτιο χορευτή. Κάθε
βράδυ χορεύαμε. Με τα λόγια, με σταδιακές αποκαλύψεις, με μικρά φορτία αγάπης
που τα ρίχναμε πάνω μας και συνεχίζαμε, δε βαριέσαι τι βάρος να σου κόψει τη
φόρα, όταν σ’ αλαφρώνει τέτοιος ρυθμός; Εγώ πάντα μέσα στην προσποίηση, γιατί
δεν ήθελα να φύγει πια το ευλογημένο χέρι από τη μέση μου, ήταν αργά, το
λίκνισμα είχε τρυπώσει σε όλο μου το σώμα. Κυβερνούσε χέρια, πόδια, μορφασμούς,
παλμούς, χυμούς, στεγανά κι ευάλωτα μέρη. Όμως εννιά μήνες μετά, ένα βράδυ,
μπέρδευα συνεχώς τα βήματα. Μου ζήτησε εξηγήσεις. Τι να πω; ξεσκέπασε επιδέξια
το ψέμα μου. Με παίρνει το άλλο βράδυ και μου λέει με μια φωνή σκέτο πάγο… πήρα
για να σε αποχαιρετήσω, έφτασε το τέρμα…
Σώπασε και είδα που αφρίσανε τα μάτια
του και βάλτωσε το σταχτοπράσινο χρώμα τους μέσα στα δάκρυα. Μου είπε τ’ όνομά
του, Δημήτρης Σοφιάδης, έμενε μακριά από δω. Πολύ ωραία, σκέφτηκα, ανάθεμα κι
αν κατάλαβα κουβέντα απ’ όσα είπε. Κάτι για χορούς και χορευτές και βήματα που
έκανε πως ήξερε και στο τέλος κάποιος που τον εγκατέλειψε, τρέχα να βρεις άκρη.
Σίγουρα τρελάρας, σίγουρα, είχε δίκιο η Αντιγόνη. Ποιος ξέρει τι ομίχλη
σκεπάζει τα λογικά του. Κι αυτό το αγαλματάκι τι το κουβαλάς μαζί σου; Σύμβολο,
είπε, σύμβολο της μετάβασής μου από την ακινησία στο λίκνισμα και πάλι στην
ακινησία. Μάλιστα, έκανα βεβαιωμένος πια για την αδυναμία ή και την απροθυμία
του να μιλήσει καθαρά και να φυσήξει τον καπνό απ΄τα λόγια του. Δοκίμασα μια
τελευταία ερώτηση, κι ο κύριος Πέτρος ; Έχει κάποια σχέση με όλα αυτά; Ρωτάω
γιατί κάθεσαι ακριβώς έξω από το σπίτι του κι αλήθεια ποιο νόημα έχει αυτή η
εμμονή σου να κάθεσαι ακίνητος για τόσες ώρες, λες και συναγωνίζεσαι στην
ακινησία το άγαλμα; Χαμογέλασε ελαφρά με το τελευταίο που είπα κι από το
σταχτοπράσινο των ματιών του το ένιωθα που πάλευαν ν’ απελευθερωθούν δεκάδες
σκέψεις. Κι ενώ ήταν έτοιμες να πεταχτούν και να γίνουν λέξεις, ξεφούσκωσε
απότομα η ένταση του κορμιού του, έγειρε στο πίσω μέρος της καρέκλας σα
μαραμένο μπαλόνι και απλώς ψέλλισε αινιγματικά: Μερικοί άνθρωποι το
στραβοπάτημά σου το ερμηνεύουν ως δολοπλοκία σε βάρος τους. Εδώ έρχομαι γιατί
έτσι πρέπει. Ζητώ μια εξιλέωση. Κάποιο έγκλημα, σκέφτηκα, μπορεί να’ χει κάνει
αυτός εδώ και δε βρίσκει τρόπο για να γλυκάνει τον αέρα που φυσομανάει μέσα
του. Ίσως έτσι εξηγούνται όλα.
Από εκείνη τη μέρα κι έπειτα δεν ξανάρθε
στο μαγαζί, εμένα όμως η καρδιά μου με τράβαγε με αλυσίδες προς τη μεριά του.
Μου έγινε συμπαθής αυτός ο αλλόκοτος, με το αγαλματάκι του, με τις
θεατρινίστικες κινήσεις του, με την πραότητα που έσπρωχνε στ’ αφανή τον απομέσα
του χαλασμό. Πήγαινα κάθε μέρα για κανένα δεκάλεπτο κοντά του, σπανίως μιλούσε,
κι όμως τα αίματά μας ταίριαξαν. Τον κερνούσα μπύρα, του μίλαγα για το παρελθόν
και το παρόν μου, για πρόσωπα της γειτονιάς, για θέματα της επικαιρότητας.
Στοιχηματίζω ότι δεν άκουγε τίποτε, αλλά κούναγε με υπομονή κι ευγένεια το
κεφάλι. Το ίδιο κεφάλι που τώρα κρατάω μέσα στα αίματα κι αυτός αναζητά το
αγαλματάκι του.
Που να’ ναι άραγε εκείνο το μικρό
κομψοτέχνημα; Είδε κανείς ένα αγαλματάκι; Ψάξτε σας παρακαλώ. Φωνάζω
απελπισμένος, γιατί καταλαβαίνω, το ασθενοφόρο αργεί, το αίμα παλαβό αντί να
πήξει κελαρύζει, ανοίγει τα κλαδάκια του στο οδόστρωμα. Αχ αιματάκι μου, πόσο
δύσκολα πιάνεσαι και πόσο εύκολα σκορπάς! Πάει ο άνθρωπος! Το αγαλματάκι, να το
δει σαν τελευταία εικόνα, κάντε κάτι. Που να κάνουν, άφαντο το αγαλματάκι.
Κάποιος κακοήθης θα το βούτηξε, γιατί αν είχε σπάσει με το ατύχημα, θα βρίσκαμε
τ’ απομεινάρια του στο δρόμο, αλλά τίποτε. Σε κάτι τέτοιες ώρες, γεννιέται σε
μερικούς μια μικρόψυχη επιθυμία να σκυλέψουν έναν άνθρωπο που χάνεται, να
περιμαζέψουν ακόμα και το πιο αχαμνό αντικείμενο που θα βρουν στις τσέπες ή
πάνω του. Έβαλα το αυτί μου κοντά στο στόμα του, κάτι πεταγόταν από εκεί σαν
ψίθυρος…Δε γίνεται να χορεύεις ταγκό μόνος σου, δε γίνεται… κι έπειτα χάθηκαν
οι συσπάσεις στο πρόσωπο και σα να πήρε η ακινησία τη γομολάστιχα και να έσβηνε
με λύσσα οτιδήποτε πρόδιδε ζωή.
Στην κηδεία πρόσεξα που ήταν παρών και ο
κύριος Πέτρος Αρκούδιος, μου έκανε εντύπωση, παρακολουθούσε από απόσταση
ανέκφραστος, λες και ξεπλήρωνε στους τύπους κάποια οφειλή. Αλλά τι ανεξήγητο
που πέντε μήνες μετά, μια μέρα επισκέφθηκα το σπίτι του, έλειπε ο Λαυρέντης, να
του πάω μια παραγγελία κι ανοίγοντας την πόρτα, όσο έψαχνε να βρει χρήματα,
κοιτάζω ,και πόσο ανατρίχιασα, στον απέναντι τοίχο και βλέπω έναν πίνακα με δυο
χορευτές παραδομένους σ’ ένα απερίγραπτο λίκνισμα, κι από κάτω, στη στιλπνή
επιφάνεια ενός μπουφέ ένα αγαλματάκι, ακριβώς ίδιο μ’ εκείνο που κράταγε ο
μυστήριος άνδρας;