Εμφανιζόμενη ανάρτηση

Αμφιβολίες

Αμφιβάλλω αν είμαι άνθρωπος  ή ακόμη μίσος  Κόλλησε η βελόνα του πικάπ  στο ίσως  Ίσως κύριε σας ανήκει το όνομα  του κτήνους  Ίσως πάλι να...

Δευτέρα 14 Απριλίου 2014

The war on drugs " Lost in the dream"


 
 
Οι   War   on  drugs   είναι   το  μουσικό   σχήμα  που  δημιούργησαν   το   2005   οι κιθαρίστες   Adam   Granduciel   και   Kurt   Vile . Στην  πορεία  βέβαια  ο  δεύτερος  αποχώρησε   , για  να   ακολουθήσει   το  δικό  του  άστρο ,σχεδόν  αμέσως  μετά  την  κυκλοφορία  της  πρώτης  δουλειάς  του  συγκροτήματος  Wagonwheel  blues   το  2008  . Τους   War   on  drugs   ,οι   οποίοι   κατάγονται   από  τη   Φιλαδέλφεια  των  ΗΠΑ , συμπληρώνουν  οι  David Hartley (μπάσο  ,κιθάρα  ), Robbie Bennett (keyboards και  κιθάρα ) και   Patrick Berkery (drums).  Μετά  το  Wagonwheel   blues  , ήταν  το      Slave  Ambient   του   2011  αυτό  που  τους  σύστησε  σε  ένα  μεγαλύτερο  κοινό   και  που τους   εξασφάλισε  σχεδόν  καθολική  κριτική  αποδοχή  . Για   να  ηχογραφήσει    το  φετινό   Lost  in the  dream  ο  Granduciel   χρειάστηκε  δύο  περίπου  χρόνια  ,ξεκινώντας  από  το  καλοκαίρι  του  2012 και  περιδιαβαίνοντας  σε διάφορες  περιοχές  της   Ανατολικής  Ακτής , από  τη  Βόρεια  Καρολίνα  μέχρι  το  New  Jersey . Πολλά   μάλιστα  από  τα  τραγούδια   ηχογραφήθηκαν  σε  διαφορετικές  παραλλαγές  , μέχρι  να  οριστικοποιηθεί  η τελική  τους  μορφή . Υφολογικά   το  άλμπουμ   συνδέει     την  παράδοση  μεγάλων   Αμερικανών  τραγουδοποιών ,όπως  ο  Dylan [το  ομώνυμο  Lost  in the dream  θα  στοιχημάτιζε  κανείς  ότι  ξέπεσε  από  το  Blood  on the tracks ]    , ο  Springsteen  [για  παράδειγμα    το  Burning  είναι  το σιαμαίο  αδελφάκι  του  Dancing in  the  dark]   , o  Tom  Petty [έντονη  η   νοερή  παρουσία  του  στο  Eyes  to the wind]   , o  Bob  Seeger , με  τους  κιθαριστικούς  ελιγμούς  του  Mark  Knopfler  και  των  Spacemen  3 .Από  τις  πρώτες  νότες  στέλνεται  το   μήνυμα  ότι  ο  ήχος  του  συγκροτήματος   απλώνεται   και   στροβιλίζεται   γύρω  από    σχεδόν   επικά   κιθαριστικά   μοτίβα  ,κλείνοντας  ταυτόχρονα  το  μάτι   σε   country   απόηχους. Ωστόσο , κατά  παράδοξο  τρόπο  τα  τραγούδια  τους   παραμένουν  στην  περιοχή  του  εναλλακτικού   και  διατηρούν  έναν   περιπετειώδη   και   αιθέριο    χαρακτήρα  που  μας  αποτρέπει  να  τα   θεωρήσουμε  ως  απλή  μίμηση  του     ύφους  των  παραπάνω   συνθετών    ή  ως  τυπικές    country   rock  ασκήσεις   .Τα  τραγούδια  του  Lost  in the dream  κατορθώνουν  να έχουν  τη  δική  τους  προσωπικότητα  κυρίως  επειδή   τρέφονται  από   την  πίστη  του  δημιουργού  τους  σ' αυτά  , επειδή  παρά  τον   κιθαριστικό   όγκο  που  κουβαλούν  ,αποπνέουν  την αύρα  του  δροσερού  και   του  αληθινού .  Πέρα  από  τις   ατμοσφαιρικές  κιθάρες  , τον  ηχητικό  καμβά  του   άλμπουμ   συμπληρώνουν  τα πνευστά  , τα  keyboards  και  τα  synthesizers , ενώ    στιχουργικά  ,  η  μοναξιά  και  η  κατάθλιψη  αποτελούν  τα δύο  κυρίαρχα   θέματα  που   διατρέχουν   ολόκληρο  το  δίσκο . Το   σημαντικότερο   ωστόσο  είναι  ότι   τα  τραγούδια  αυτά  ξεδιπλώνονται   σα  βραδυφλεγείς  βόμβες  που  ενώ  αρχικά  σου  δίνουν  την  εντύπωση  της  ευθύγραμμης  ακρόασης    ,  σταδιακά  αφήνουν  τα  γυρίσματά  τους  να  σε  συνεπάρουν  και  να  σου  ανοίξουν   την πραγματική    τους  διάσταση ,αυτή   του  συνεχόμενου  βάθους  .
Κώστας  Τσιαχρής 
 
 
 

Σάββατο 5 Απριλίου 2014

ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΒΑΚΗ ΛΟΙΖΙΔΗ


Διαβάζοντας    τον  τελευταίο  καιρό  τα  ποιήματα  του  Βάκη   Λοιζίδη ,ενός  πραγματικά  σημαίνοντος  δημιουργού  από  την  Κύπρο  ,  συναντήθηκα  με    τούτο  το  μικρό  στιχούργημα  που  μου  ταρακούνησε  τις  αισθήσεις  έντονα ,  και  στάθηκα  για αρκετή ώρα  πάνω του  και   μέσα  του . Εγκιβωτισμένο    στη συλλογή του   ποιητή  «Ο άγγελος κι  ο γλύπτης»  ,  ιδού    τι  μας   λέει :

Την  ουτοπία  «του  πανταχού  παρών»
Συζητούν και  περιμένουν
Με τα  ζάρια   σφιχτά στη παλάμη

Γλύπτη  γιατί  σωπαίνεις
Μια καλή  ζαριά   περιμένουν
Οι άνθρωποι από τους  αγγέλους

Δοκίμασα  να το  ερμηνεύσω ,παρόλο  που κάθε  είδους  ερμηνεία  σκοτώνει  κάτι  από  την  πρωτόγονη  ομορφιά  του  δημιουργήματος  , παρόλο  που  υποτάσσει  το  δημιούργημα  στις αισθητικές  και   διανοητικές  συντεταγμένες  του   ερμηνευτή  . Αποτελεί   ωστόσο  μια  φυσική  πράξη  άμυνας  απέναντι  στο  γήτεμα  των  αισθήσεων που  προκαλούν όλα  τα   εκθαμβωτικά  έργα . Το μυαλό  δηλαδή  σπεύδει  να   μετατρέψει  τη  συγκίνηση   σε  λόγο , για να μπορέσει  να  δικαιολογήσει  τον  στιγμιαίο   αφοπλισμό  του ,την  πρόσκαιρη  παραχώρηση  «γης  και ύδατος»   στις  ανεξέλεγκτες   δυνάμεις   των  ορμών . Εκεί  λοιπόν  καταστρώνει  , ή  αυταπατάται  πως  καταστρώνει, ένα  σχέδιο  διείσδυσης  στα δεδομένα  του  έργου . Επιστρατεύει  τον διανοητικό  και  συναισθηματικό  εξοπλισμό  του  ,  για ν’ αναμετρηθεί   με   το  ύψος  του  έργου , με την ίδια  την  τέχνη  εν τέλει .
Ας   επιστρέψουμε  στο  ποίημα  και  στη  γεωγραφία του .Ας   προσεγγίσουμε  κατ’ αρχάς  το  ανάγλυφό  του . Στην πάνω  στροφή  , στο  αέτωμά του ,οι  άγγελοι . Ανάμεσα  ο  Γλύπτης. Στην  κάτω στροφή  οι  άνθρωποι .  Λειτουργώντας  αφαιρετικά : το  μεταφυσικό , το ενδιάμεσο  και  το  υπαρκτό .  Όλο  το  ποίημα   σκηνοθετείται  σα μια  παρτίδα  τάβλι στην  οποία  οι άγγελοι  είναι    οι   παίκτες , οι άνθρωποι  τα  πούλια   και  ο  Γλύπτης ο   παρατηρητής – διαιτητής .  Θαρρείς  πως  ο ποιητής  μας  μεταφέρει  ξαφνικά  σε μια κρίσιμη  στιγμή  της  παρτίδας  , κατά  την οποία  οι άγγελοι -  παίκτες   πασχίζουν να  δώσουν  απάντηση   σ’   ένα αγωνιώδες  ερώτημα  που  καθορίζει  τον  υπαρξιακό  τους  ρόλο :   «Μπορεί  , είναι  τελικά   εφικτό  ένας  άγγελος  να  παρεμβαίνει  παντού  και  πάντοτε ;»  Και  για τούτο δε  ρίχνουν τα ζάρια  , τηρούν στάση  αναμονής .  Και  το  παιχνίδι  χρονίζει . Γιατί  η απάντηση  δε βρίσκεται . Κι ούτε  ο  Γλύπτης  , ο διαμορφωτής  των άυλων και των  υλικών  πραγμάτων , μπορεί  να τη  δώσει . Αντί  ν’ αποκαλύπτει ,σωπαίνει . Κι  η σιωπή του  δε βοηθά  το  παιχνίδι  να  ξαναπάρει  μπρος . Κι  η σιωπή  του  γεννά  την  απορία [ «Γλύπτη  γιατί  σωπαίνεις» ]. Αλλά   λύση  δε δίνεται  .Μένει  το  ποίημα   σε  μια  μετέωρη  στάση , σ’ ένα  κενό  αναμονής . Οι  άνθρωποι – πούλια   λαχταρούν    την  ιδανική  ζαριά  που  θα  ορίσει  τις   κινήσεις  τους  , μοιραίοι  και  άτολμοι .

Κώστας  Τσιαχρής  






Δευτέρα 3 Μαρτίου 2014

Καίτη Βασιλάκου "Νυχτώνει αργά"

«Η  τέχνη    ερμηνεύεται  μόνο  με  τέχνη»  Δημήτρης  Μυταράς
    Θα  ξεκινήσω  την  περιήγησή  μου   σε  τούτη  τη συλλογή  ανάποδα , απ' το  μικρό  στο  μεγάλο , απ' τη συγκίνηση  που άναψε  μέσα  μου ένα  συγκεκριμένο  κομμάτι αυτού  του  ποιητικού   κόσμου , για να  φτάσω  μετά  στη  συνολική  αισθητική  αποτίμησή  του . Γράφει  η  ποιήτρια  στο  ποίημα  «Τώρα»  : «Τώρα / εδώ στο  ενδιάμεσο  / όπου το  σώμα  ακόμα/ ανυποψίαστο / όπου  ακόμα  αθώο   / κι  απονήρευτο  /επιθυμεί /  εδώ , στο ενδιάμεσο  /που  η συνείδηση  γνωρίζει / τι  είναι  αυτό  που έρχεται /πόσο  μοιραίο είναι / και τρομαχτικό / στο ενδιάμεσο  αυτό  εδώ /  λέω στο  σώμα  μου : / Ετοιμάσου./Ο πόνος  και η ανημπόρια  σου / βρίσκονται  καθ' οδόν / Προσευχήσου / να είναι εύκολο  / το Τέλος». Ασφαλώς   δε  μεταγράφει  ποιητικά  κάτι  ανείπωτο   κι  η έκφρασή  της   δεν ακουμπά  τα  όρια  του  τολμηρού  , είναι  όμως  ανατριχιαστικά  αληθινή ,κι  εκείνες  τις σπάνιες  φορές  που  κατορθώνεται  να  συρρικνωθεί  σε τέχνη  η  αλήθεια  -μ' όσες  υφολογικές  ατέλειες -  γίνεται  αυθωρεί   η  πολιτογράφησή  της  στην  κατηγορία  της     αυθεντικής  δημιουργίας . Κι  εδώ , σ' αυτό  το  ποίημα ,  η εξομολόγηση  διαθέτει  την αιφνιδιαστική δύναμη του  γυμνού : όπως όταν  βλέπεις  ξάφνου να πέφτει το  σεντόνι  και ν' αποκαλύπτεται  η  γεωμετρία  του  ξένου  σώματος  ,που είναι  στην πραγματικότητα  τόσο ίδιο  με το δικό  σου . Για  να  προετοιμάσει  το σώμα  να  δεχτεί  ανώδυνα  το Τέλος , η  ποιήτρια    ξεδιαλέγει από  το σωρό  αναμενόμενες  λέξεις  ,αλλά τις  στοιχίζει   με  τρόπο  που  να  μεταφέρουν  σταδιακά  την ένταση . Όλα  λειτουργούν  πάνω  σε έναν  άξονα   κάθετο ,που τον  ορίζει   το  οδυνηρό   βίωμα  , και  εξίσου  οριζόντιο  , στον  οποίο  καταγράφονται  εν  είδει  στιγμιότυπων   , ψίθυροι  , απότομες  αποστροφές  προς  το εσύ και το εγώ , φευγαλέες   διαθέσεις  και στίχοι - μηνύματα .  
    Το  Τέλος  , με  την  αριστοτελική  και  με  την  υπαρξιακή  του διάσταση , στεριώνει  όλα  τα  ποιήματα  αυτής  της  συλλογής της  Καίτης  Βασιλάκου . Ακόμη  και  στην πρώτη  ενότητα , που   τιτλοφορείται  «Του  παιδιού» ,  όλα  μοιάζουν  σκηνοθετημένα   με  τρόπο  που  η  παιδική   αθωότητα  να  λοξοκοιτάζει  πάντα  το Τέλος   και  να  συνειδητοποιεί  το  βάρος ,προτού καν γευτεί  την ελαφρότητα [Αυτός  ο κόσμος  είναι  έτσι /έχει  φόβο , και  πόνο /έχει  δάκρυα /Το  παιδί  συμφωνεί / μαθαίνει /χτίζεται  σιγά-σιγά ].Σε  άλλο  σημείο  πάλι   η ποιήτρια απομυθοποιεί  το  αχανές  της  έκτασης  του  μέλλοντος  ,περιορίζοντάς  το  σε ένα  μικρό  πλαίσιο   που  περικλείει  τη λέξη  «θάνατος» [ Το  μέλλον  είναι  κάτι / απροσδιόριστα  τεράστιο  /που  ύπουλα  σιγά -σιγά μικραίνει/ μέχρι  που γίνεται   /πλαίσιο σκοτεινό / κι έχει  τη λέξη  «θάνατος»  εντός  του] . Τον  φόβο  του  θανάτου  δεν τον  αποποιείται  κι  ούτε στήνει  το  ίνδαλμα  εκείνο  της  προσωπικότητας  που  καμώνεται  ότι  καταπνίγει  αυτόν  τον φόβο  με τα  γιατρικά  της τέχνης . Κοιτάζει τη φθορά  κατάματα   κι  ανατριχιάζει  με το  τίποτα   που  κουβαλά  , όπως   εκείνο  το  κορίτσι   ,στην  «Έβδομη  σφραγίδα»  του  Μπέργκμαν ,που  υποφέρει  απ' την πανούκλα  κι ετοιμάζεται  να καεί στην πυρά . Όταν ο ιππότης την πλησιάζει  και τη ρωτά  τι βλέπει  τώρα που ετοιμάζεται  να  πεθάνει  , διαβάζει  στο  βλέμμα της  το  κενό.
       Αυτή  τη  δεύτερη  ποιητική της  διαθήκη ,η  Καίτη  Βασιλάκου  τη  δομεί   σε  πέντε  μέρη ,  σε   πέντε  φαινομενικά  διαφορετικές  θεματικές  προσεγγίσεις  της  ανθρώπινης   αδυναμίας  , που όμως  στο τέλος  συναντιούνται  στο  κοινό  , και γνώριμο για  τη γραφή  της  ποιήτριας , έδαφος  του  βιώματος .Ο  άνθρωπος  της  μικρής  ,και της ώριμης ηλικίας  , ο έρωτας , η μοναξιά  ,  ο χρόνος . Ένα  εσωτερικό  δράμα  ,ένας  εσωτερικός  περίπατος  σε πέντε  πράξεις  , με  εισόδια   και  εξόδια  κίνηση   σα  μικρά  χορικά  που τ' απαγγέλλει  και  τα εκτελεί  ένα  μόνο πρόσωπο που  εναλλάσσεται  σε  πολλούς  ρόλους  ,ένα  πρόσωπο  που ορχείται  και  πάλλεται  και  υπόσχεται  κάθαρση  που  τελικά  αναβάλλεται . Μια  συνεχόμενη  κορύφωση  από  το πιο  αθώο και  ανώδυνο    στο  πιο  σύνθετο  και  αλγεινό . Όπως  ακριβώς  το υπονοεί   και  ο  τίτλος  της  συλλογής : Νυχτώνει  αργά  : το  αλγεινό  είναι  αναπόδραστο , αλλά η πορεία  προς  αυτό  θα είναι  βασανιστική .
      Μέσα  σ' αυτό  το  ταξίδι   ,οι  ποιητικές  μορφές  που συνθέτει  η  ποιήτρια  , μοιάζουν  αδύναμες  να  φτάσουν  στην αυτολοκλήρωση , ζητούν πάντα  επιβεβαίωση  από τους  άλλους  , κινούνται  εύθραυστες  και  ατελείς  , τραγικά   υποτακτικές  .  Συναινούν    χωρίς  αντιρρήσεις  , χωρίς  καμιά  διάθεση  απόκλισης  από το πρότυπο  που  τους  ετοιμάζουν  οι  άλλοι  , υποκύπτουν   εύκολα  στην  υπερβολή ενός συναισθηματικού εκβιασμού . Πάντοτε  ο Άλλος , πάντοτε  το  Εσύ , πάντοτε  το  Γύρω   κι   Απέξω  και  Ξένο . [Ήρθες   Εσύ / κι απέναντί μου στάθηκες/ Πως  με θέλεις  ; ρώτησες / Σε θέλω  Αρχάγγελο  με τη  ρομφαία / με  βλέμμα  ανερμήνευτο / και  ν'αντηχεί   η φωνή σου / ως τους  εφτά  ουρανούς /Πως με  θέλεις ; /ξαναρώτησες ] . Και  πάντοτε  οι   μορφές   νομίζεις  πως   βρίσκονται  κάπου  έγκλειστες  .Άλλωστε  οι  κλειστοί χώροι  είναι  μια χαρακτηριστική  εμμονή  στην ποίηση  της  Βασιλάκου   , είτε  πρόκειται  για  ένα  δωμάτιο  είτε  για  μια  διάθεση  που   ξετυλίγεται  μέσα   σε  συγκεκριμένα  όρια  είτε  για  μια  στοιχειωμένη  ζωή  που  κλέβει  τροφή  από  τα  φαντάσματά  της . Στην  πραγματικότητα   επεκτείνει  το  καβαφικό  μοτίβο   του  έγκλειστου  όντος  που  απορροφημένο  από  την  εσωτερική  κίνηση   αδυνατεί  να   ακούσει    και  να  αντιληφθεί   την  εξωτερική  κίνηση  [Έτσι   δεν άκουσα / ήταν  αδύνατο ν' ακούσω/ τη βουή / τον πάταγο του  χρόνου / που τα σάρωνε όλα ] .
     Το  παιδί  στην πρώτη  ενότητα  , σύμβολο    του πρωτοφανέρωτου ,  φτιάχνει  μια  δική του  ζωή,  που  την ορίζει  η  συνεχής  κίνηση  ανάμεσα  στα  μάτια  του  και  στο  ταβάνι  του  δωματίου ,εκεί  που ο  ασβέστης  μετατρέπεται   σ' ένα  ιδιόμορφο  θέατρο  σκιών   και  παριστάνει   με  αδρά  σχήματα  την  παρακαταθήκη   των  μεγάλων  :  τη  μοναξιά , την  αδιαφορία , την  παράνοια  του  καθημερινού . Η  όραση   μέσα  σ' αυτό  το πλαίσιο  έχει  έναν  αποκαλυπτικό   ρόλο   κι  η δύναμή  της  φαίνεται  να  ωριμάζει  σταδιακά , για  να  γίνει  στο  τέλος  κατευθυντήριος  μοχλός  της  ενηλικίωσης , του  ξεκλειδώματος  του  κόσμου   των μεγάλων  και  της  ηδονής   .Το  παιδί   ξετυλίγει  πιο  γρήγορα  τις  κορδέλες  της  ηλικίας  κι ανακαλύπτει  μέσα  στο  κουτί  τις   ψηφίδες  που  μετατρέπουν  τη φαντασίωση  σε πράξη .[Σας  βλέπω /Σπάνε  τη μύτη μου /οι οσμές   απ' τα υγρά  σας / δυο-δυο /δυο-δυο/ αναστενάζετε /δυο-δυο/ δυο-δυο/γραπώνετε  την ηδονή /μη σας  ξεφύγει / δυο-δυο/ δυο-δυο/περνάτε  στον παράδεισο /για  λίγα  δευτερόλεπτα]
      Οι  μεγάλοι  προβάλλονται   συναισθηματικά  ανοχύρωτοι , απαιτούν  διαρκώς  από  τα  παιδιά  τους  να  κλείνουν   εκείνα  τις  ρωγμές  τους , να συμπάσχουν  και να  συντάσσονται  με  τον  τρόμο  τους  απέναντι   στο  επερχόμενο  τέλος .[Όχι  δεν σας αφήνω /να μου φύγετε /Μαζί μου  εδώ θα μείνετε /μέχρι το θάνατό μου]  Αιωρούνται  ανάμεσα  στο   εξωανθρώπινο  και  στο  ενδοανθρώπινο , στο  αντικείμενο και στο   υποκείμενο, στην  απόσταση  και  στο  πλησίασμα .Και  πάντα  το  δεύτερο  προσπαθεί  να  εξευμενίσει  το  πρώτο .[Ηχεί  παράξενα  η  φωνή μου /μέσα στο  άδειο σπίτι /όταν  μιλώ με τις σκιές μου/Εκείνες   δε μιλούν /Κάθονται  στις  γωνίες /ακούν /σκέφτονται αλλόκοτα/ Προσπαθώ  να  είμαι   καλή  μαζί τους /κομμάτια  γίνομαι /να τις  ευχαριστήσω ] . Έπειτα  απωθούν  τα  φαντάσματά  τους  για  λίγο ,μέχρι  να  ξυπνήσει  και  πάλι  η  εσωτερική  ένταση. Τότε  φαντάσματα  και  εγώ   μπερδεύονται  αξεδιάλυτα  σ' έναν  διπλό   ρόλο :   του  παρατηρητή και  του  πρωταγωνιστή .  [Και  τώρα  είναι  ώρα / να  φεύγετε  σιγά-σιγά /να πάτε  πίσω /στα αραχνιασμένα  σας  υπόγεια /να γίνετε  ξανά  ασώματες  σκιές /να  κοιμηθείτε / Πάλι  όταν το αίμα  μου  / θα φορτωθεί  καινούργιο  δηλητήριο / εσείς  θα  ανοίξετε  τα  μάτια  /αθόρυβα θα  ανέβετε  τις  σκάλες ].
   Ο  έρωτας  μοιάζει  με  διάλογο  ανάμεσα  σε  μία  επίμονη    ερώτηση  και  μιαν  εγωκεντρική  αναπαράσταση  του  ιδεατού  ποθητού   όντος  . Πώς με θέλεις ;  Πως με θέλεις; Σε  θέλω ....σε  θέλω ....Ο διάλογος   είναι  ωστόσο  από την αρχή  ,από  το  ύφος και το  είδος  της ερώτησης , υπονομευμένος .  Φαντάζει  περισσότερο  ως  αγωνιώδης  μονόλογος   με τον  οποίο  το  εγώ   συστήνεται . Σε  μια  δεύτερη  εκδοχή   ο έρωτας  ανοίγει  την  αγκαλιά  του  στον  πόνο  και  πορεύονται   σα  ζευγάρι  μέχρι  την  αιωνιότητα [Η  ευτυχία  μου έχει  μια ποιότητα πόνου / Ταξιδεύω στην κόψη του  ξυραφιού  / και  φτάνω κομματιασμένη  στον  παράδεισο ] .Η  μοναξιά  πάλι  μετατρέπεται  σε  δραματική  μορφή  ,  σε ζώσα  κίνηση  που  συμπληρώνει  ή μήπως  αναιρεί [;] τη  βασιλεία  του   εγώ [Η  μοναξιά  είναι  απαλή  /σαν χάδι  αγαπημένου /είναι  ευγενική διακριτική / Σε κάθε  κάμαρη   σε υποδέχεται  σεμνά / έτοιμη πάντα / να υπηρετήσει τις  επιθυμίες  σου] .Γίνεται  αφορμή  για  εσωτερική δράση , για  επικοινωνία  με ένα  ακριβοθώρητο  είδος  ομορφιάς  [κι  εγώ  ολομόναχη στον κόσμο / να ακουμπώ   στο τζάμι / να βλέπω /πώς η μέρα ξεψυχά  χωρίς  παράπονο /πόσο  όμορφα  κατεβαίνουν  τα σκοτάδια  /να  υποδέχομαι  τη νύχτα  /ανάβοντας  ένα  παλιό  λυχνάρι].Παίρνει  την όψη  των κρύων τοίχων τους  οποίους  χαϊδεύει  το εγώ  και  στους οποίους  λέει  ωραία  λογάκια.
   Στην  τελευταία  ενότητα  το  σώμα  παλεύει  με το  χρόνο .Το  ανεκπλήρωτο  παρακολουθεί  αυτό  που  εκπληρώθηκε  χωρίς  εκείνο .Το  σώμα   διεκδικεί   :  η κάτι που να δίνει  νόημα  ή τέλος [Δε  θέλω /μου λέει  το σώμα  μου /βαρέθηκα τα ίδια και τα ίδια / Αν άλλο τίποτα  δεν έχεις  να μου δώσεις /μη με ταλαιπωρείς /άσε με να  σαπίσω ].Οι  σκιές  σα  μοίρες  παρακολουθούν κάθε άστοχη  κίνηση , εκμεταλλεύονται  κάθε  αδυναμία , για  να καταστήσουν   οριστική την  πορεία  προς  το  τέλος [Απλώθηκαν οι σκιές /πιάσανε  τις  γωνίες  /στέκονται  τώρα  ύπουλα /Λίγο  το βλέμμα  σου /να αποτραβήξεις /εκείνες  έχουν κάνει  /ένα  ακόμα  βήμα / Σου λένε   : /Στένεψε  ο καιρός /δεν προλαβαίνεις πια /να διορθώσεις  τίποτα / Σου λένε : / Σε λίγο  /θα  σ' αγγίξουμε /  ετοιμάσου ].Και  κάπου  προς  την  έξοδο , μια  απλή  αριθμητική  πράξη   μετατρέπεται  σε  κλειδί   διαφορετικής   ερμηνείας  του  κόσμου  και της  ανθρώπινης  ύπαρξης  στα  διαφορετικά   στάδια  της  ζωής  της :  από το  απόλυτο  [δύο και  δύο ίσον τέσσερα ]  , στο  σχετικό  [το  δύο  συν   δύο  μας δίνει  τρία ή πέντε ]  κι έπειτα  στο  καθολικό  [δύο  συν δύο  ίσον  άπειρο  ]  και τελικά στο τίποτα [δύο συν  δύο ίσον  τίποτα]  .
    Γράφει  κάπου  ο  Δημήτρης  Μυταράς  : «Η  τέχνη   δεν  προοδεύει  ποτέ , μην τη συγχέουμε  με  την   επιστήμη , απλώς αλλάζει  πρόσωπα  και  τρόπους , για  να πει  κάθε  φορά  τα ίδια  πράγματα»  και  κάπου  αλλού στο ίδιο πνεύμα  ο  Σωτήρης  Σόρογκας  «Διότι  οι  ποιητές  ποτέ  δεν παύουν  να  ανανεώνονται  , ακόμη  και όταν  χρησιμοποιούν  ξανά  το μέτρο  , την ομοιοκαταληξία ή τα  παραδοσιακά  επινοήματα» .Κι  είναι  πράγματι  έτσι . Η  νέα  τέχνη  γεννιέται   μέσα  απ' τις  σάρκες  της .Είναι  πάντοτε  ο ίδιος  σπόρος  αλλά  καθώς  κυλάει  από  λιπαρό   σ' εξίσου  λιπαρό  χωράφι   ,βγαίνει  στο  φως   ως καρπός  με αλλιώτικη  γεύση . Ένας  τέτοιος   καρπός  είναι  κι   η ποίηση  της  Καίτης   Βασιλάκου  .
                                              Κώστας  Τσιαχρής 

[Η  ποιητική συλλογή  της  Καίτης  Βασιλάκου  "Νυχτώνει   αργά"   κυκλοφορεί  από τις  εκδόσεις  "Μανδραγόρας"] 

Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2014

Wild Beasts " Present Tense"



Tούτο εδώ το κρυστάλλινο ηλεκτρονικό pop θαύμα που ανασαίνει και αναπτύσσεται μέσα σε συνεχόμενους κύκλους λυγμού , ερωτικής έξαψης και εσωτερικής απόγνωσης , είναι η τέταρτη δουλειά των Wild Beasts από το Kendal της Αγγλίας . Οι μουσικές πινελιές τους απλώνονται πάνω σε αιθέρια συναισθηματικά τοπία , μεταφέροντας αναμνήσεις από τις αρχές της δεκαετίας του 80 κι από συγκροτήματα όπως οι Talk Talk και οι Tears for fears . Τα κιθαριστικά περάσματα είναι ανάλαφρα , απόλυτα προσαρμοσμένα στις ονειρικές γραμμές που πλάθουν τα ηλεκτρονικά όργανα .Αλλά ,όπως και στα προηγούμενα άλμπουμς τους , το σήμα κατατεθέν του συγκροτήματος , αυτό που στιγματίζει απόλυτα τη μουσική τους ταυτότητα , είναι οι οπερατικές ακροβασίες του τραγουδιστή τους Hayden Thorpe ,οι οποίες ταξιδεύουν τα μουσικά τους λεπτουργήματα σε μικρούς συναισθηματικούς οργασμούς , στον απόλυτο ορισμό της ομορφιάς που μπορεί να μεταδώσει η μουσική .Κάπως έτσι το Present tense καταλήγει να είναι ένας αισθητικός θρίαμβος , ένα σύνολο από έντεκα εξαίσιες ασκήσεις πάθους ,που ξεκινούν από τις γοτθικές , σχεδόν επιθετικές γραμμές στο μπάσο του Wanderlust και καταλήγουν στο ρομαντικό φουτουρισμό του Palace.

Κώστας  Τσιαχρής 

Κώστας Τσιαχρής " Ο τρομοκράτης"



Να’ ρθει  μια  μέρα
που θα  ζωθώ  με στίχους
σ’ ένα  μεγάλο δρόμο
με πολλούς   ανθρώπους
Θα’ χει   φωνές
και γέλια και  μαλάματα
Θα λάμπουν ήλιοι   τα  γράμματα
μέσα  στο ποίημα 
και  θα  χάνονται οι κανόνες

Και να τραβήξω   το  κορδόνι 
ξαφνικά
Πάνω  στην έξαψη της πλήξης
Εγώ  ταιριάζω μοναχά   με τις  εκρήξεις
Χίλια κομμάτια
θα  χαθούν τα  μέτρα
Ίαμβοι και τροχαίοι
θα γίνουν κρότοι
κολασμένα  κουδουνάκια
και  θα τρομάζουν
τα  φιλήσυχα  ανθρωπάκια

Ε  ναι  λοιπόν  η ποίηση
                         μια πράξη απελπισίας 


[Από  τα  "αιμοπετάλια"]

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2013

Lou Reed : Περπατώντας στην .........άλλη πλευρά



Μία   από τις  θρυλικές   μορφές  του  rock , ο  Lou  Reed  ταξιδεύει  πια  στην αιωνιότητα .Υπήρξε  ο  τραγουδιστής   των   Velvet   Underground   ,του  συγκροτήματος  που  καθόρισε  όσο  κανένα  άλλο  την  εμφάνιση  και  την εξέλιξη  του  punk  rock  και  του  new  wave  ήχου   στα  μέσα  και στα τέλη της  δεκαετίας  του 70  τόσο  στις   Ηνωμένες  Πολιτείες   όσο και στη  Βρετανία . Στιγμάτισε  με  την ερμηνεία  του   τραγούδια -σταθμούς  όπως το  Waiting for  the  man  ,το  Heroine , το   Sweet  Jane   και  το  Venus   in furs .Μετά  τη διάλυση  των Velvet  Underground  ,ακολούθησε   τη δική  του  καλλιτεχνική  πορεία  ,ανοίγοντας  μια  καινούργια  σελίδα   δημιουργικότητας  και  εκφραστικής  αναζήτησης  στην  ιστορία  του  rock n' roll.  Οι  θεατρικές  του  εμφανίσεις  στις  συναυλίες  , η  συμβολή του   στην  ανάδυση  του  glam   rock   και  του  progressive , τα   ιστορικά   άλμπουμς  Transformer   , Berlin  και   New   York     ιδιάζουσα  , σχεδόν  αφηγηματική  και  αλήτικη  ερμηνεία  του , η  παρουσία  της  αγαπημένης  του πόλης  Νέας  Υόρκης  στους  στίχους των  τραγουδιών του , ο  γυμνός  κιθαριστικός   και  συνάμα  σκοτεινός  ήχος  της  μουσικής  του  , τεκμηριώνουν  με τον πιο  εύγλωττο τρόπο  το  γιατί  άσκησε   καταλυτική     επίδραση  σε  άλλους  παλιότερους  και νεότερους  καλλιτέχνες  ,όπως  ο  Jonathan  Richman , οι  Jesus  and  Mary  Chain , οι  Pixies  , οι  Sonic   Youth ,o  Julian   Casablancas   των  Strokes .Τις  επόμενες  μέρες  θα  γραφτούν και θα ακουστούν πολλά  για  το γεγονός  και τα  αίτια  του  θανάτου  του  . Ωστόσο , αυτό  που  δεν  μπορεί  να  αποτυπωθεί  με  κριτικές  και  με  περιγραφές  είναι  η  μαγεία  της ατμόσφαιρας  των  τραγουδιών που έχει  γράψει και έχει  ερμηνεύσει . Αυτά  τα  τραγούδια  ξεπερνούν  τη  φθορά  του σώματος και της φωνής ,ανεβαίνουν  σαν  άγια  ουσία   τα  σκαλοπάτια  του  μέλλοντος  και  συστήνουν   στις  καινούργιες  γενιές  των ανθρώπων την  έννοια   της έκστασης .Μιας  έκστασης  στην οποία  παρέδωσε   το  σώμα του και το πνεύμα του  ο  σπουδαίος αυτός  καλλιτέχνης  , για να λάβει ως  αντάλλαγμα το  χάρισμα  να  συνθέτει  εξαίσια  αριστουργήματα σαν  εκείνο το  Walk on the  wild side  ή   το  Perfect  day   ή το    Dirty  boulevard .Και  τώρα   παρόλο  που   ο ίδιος  είναι  χωρίς  σώμα , χωρίς  βλέμμα , χωρίς   βάρος  ,τα  τραγούδια  αυτά  θα  απομείνουν  παντοτινά  στ' αυλάκια  γυαλιστερών  δίσκων  να  κυλούν   σαν   αίμα     και  σα  φωτιά  ,συνάμα  γενεσιουργός και φθοροποιός    μεγάλων  συγκινήσεων δύναμη .
Κώστας  Τσιαχρής 




Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013

Ευφροσύνη Μαντά Λαζάρου "Ο Νώε στην πόλη"


 Ως   Βιβλική   φιγούρα  ο  Νώε  συνιστά   την  περίπτωση  του  εκλεκτού  εκείνου  όντος  που   αναλαμβάνει  να φέρει  σε πέρας  ένα  υπερφυσικό  αίτημα  για   την  αποκατάσταση  της    κοσμικής  ισορροπίας  .Εκφράζει το πρότυπο της  δικαιοσύνης  και της ευσέβειας  το  οποίο   ξεχώρισε  ο  Θεός  μέσα  από τον συρφετό  της ακολασίας  και του εμπιστεύτηκε  το  μοναδικό αλλά  συνάμα  τραχύ έργο  της   ανασύστασης  του ανθρώπινου είδους .Έτσι , ο  Νώε  επιλέχτηκε   να  είναι   ο επιζών  ενός   καθαρτήριου  κατακλυσμού ,προορισμένου  να επιφέρει   τη θεραπεία  της  ηθικής  κατάπτωσης  των ανθρώπων  .
       Οι  παραπάνω επισημάνσεις  δεν  είναι  άσχετες  με το  εννοιολογικό   υπόβαθρο  της τελευταίας  ποιητικής  συλλογής της Ευφροσύνης  Μαντά -Λαζάρου «Ο  Νώε  στην πόλη» . Το  δίπολο  «φθορά- κάθαρση » , τόσο  εμφαντικά   δοσμένο  μέσα  από την οικονομία  της  Βιβλικής  ιστορίας  του  Νώε  , ραβδοσκοπεί   τα    υπόγεια   ρεύματα  της  έμπνευσης  της ποιήτριας   και  συγκροτεί   το θεμέλιο πάνω στο οποίο  στηρίζεται  η  σύνθεση του  έργου  της «Ο  Νώε στην πόλη». Κι  αν η  μία ορίζουσα  στον τίτλο  της συλλογής  έχει  Βιβλική προέλευση  και  ανάγεται  στο  πεδίο  του  υπερβατικού , η άλλη ορίζουσα , η  «πόλη» , στρέφει  το βλέμμα και τη σκέψη μας κατευθείαν στα δεδομένα της   καθημερινής  εμπειρίας . Αυτή  λοιπόν  η συγκρουσιακή    συνάντηση   του   ιδεατού   με  το  φθαρτό    υφαίνεται  ποικιλότροπα  σε  όλα τα ποιήματα  της  συλλογής  και  συμπληρώνεται    με  το  στοιχείο  της  κάθαρσης  . Δεν  είναι   τυχαίο  το  γεγονός  ότι  η  πορεία    της  ανάγνωσης  , η οποία  θέτει  στο κέντρο  την πόλη  , ακολουθεί   μέχρι  το τέλος  εκείνους   τους   χρονικούς  δείκτες  που  παραπέμπουν  στη  διαδικασία  της   λύτρωσης . Οι  πολλαπλές  εικόνες  της πόλης   τοποθετούνται  αρχικά  μέσα  σε   μία   σχεδόν παρακμιακή   νυχτερινή  κορνίζα ,  με  τους  απόηχους  συναισθητικών  ακρωτηριασμών  παντός είδους [ οι άνθρωποι «ακρωτηριάζουν» την πόλη , η πόλη είναι ήδη κομματιασμένη  , οι γυναίκες  αποκομμένες  από τους άντρες τους]  και   με  την   περίπου  επιτακτική  απαίτηση   κάθε πόλη να έχει το λιμάνι και τη γυναίκα της , για ν' αποφεύγει τους   οδυνηρούς ακρωτηριασμούς. Η  ανάγνωση  συνεχίζεται   πλαισιωμένη   πάντοτε  με   νυχτερινά  σκηνικά  .Η  πόλη , ως κυρίαρχο  ποιητικό  υποκείμενο , πλασμένη από την ποιήτρια με μία  ανθρωπομορφική  αντίληψη , επιβεβαιώνει  με κάθε  της κίνηση  την ατμόσφαιρα  της αποσύνθεσης : χασμουριέται , βάζει στο λαιμό της   σαν   φθοροποιό  κόσμημα   τις εφτά πληγές  όχι του Φαραώ αλλά της γειτονιάς , αυταπατάται ,  κρύβει τις  ομορφιές  της . Στο τέλος ωστόσο της  ανάγνωσης   ο χρονικός  δείκτης  της  αυγής   αποδίδεται   ως  ρηματική  ενέργεια  στην ίδια  την πόλη , ακριβώς  για να σηματοδοτήσει  το  πέρασμα  στην  αναγέννηση , για  να  γαλβανίσει  μέσα μας  την επιθυμία  της  επιστροφής στο φως . Η   δε  εμμονή  στην  εικόνα  των εργατών του  δήμου  που  καθαρίζουν   τους  δρόμους  , επιβεβαιώνει  εύγλωττα   τον  παραπάνω   συμβολισμό  .Οι εργάτες  του δήμου  μετατρέπονται  σε  ένα  ποιητικό  όχημα   διευκόλυνσης  της συνέχειας  της ζωής . Κάπως  έτσι  κι  αφού προηγουμένως  έχει  συντελεστεί   ο  εξαγνισμός ,  αποβαίνει  εντελώς   φυσική  η  βούληση  της  αφηγηματικής  φωνής  να  συνενωθεί  οριστικά  με  την αποκαθαρμένη  πλέον πόλη  [«Τότε  στο  τίμιο  βλέμμα του πρωινού της  πόλης  μου θέλω να γίνω δάκρυ. Ή πάλι  μια σταγόνα  φως στο τζάμι του  ύπνου της .Κι ύστερα να ξυπνώ τριανταφυλλιά  στους κήπους»] . Και  ξεπροβάλλει  ο   Νώε  ,αφήνοντας πίσω του  έναν    κόσμο  σκουριάς  και  μούχλας  , για να ονοματίσει αυτά  που τελικά  πρέπει  να   σωθούν .
        Η  πόλη  για  την οποία  μιλά  στα  ποιήματά  της  η  Ευφροσύνη  Μαντά- Λαζάρου ,  η   Λευκωσία  ,προσεγγίζεται  από την ποιήτρια  με  μία   κινηματογραφική    διάθεση  . Πρόσωπα , κινήσεις , χώροι , αντικείμενα   και  συναισθήματα   μπαίνουν  κάτω από το φακό της  γραφής   της  σε μία ρέουσα  γραμμή  που τείνει   προς  κάποια   διαρκώς  αναβαλλόμενη  διέξοδο. Το  σημαντικότερο  όλων όμως  είναι  ότι  η ποιήτρια  προσπερνά με μία σχεδόν γενναιόψυχη  αποφασιστικότητα  το  στερεότυπο  της  δοκιμαζόμενης  από  την  τουρκική   κατοχή  πόλης  και  αντιμετωπίζει  τη  Λευκωσία  με  την παράνοια  και με την  αγάπη  που ταιριάζει  σε κάθε  μοιραία  πόλη .Τραβάει  απ' τα σκοτάδια της   τις  πιο  τρυφερές  λέξεις  ,όπως  αντίστοιχα  υφαίνει  με  τη μεγαλύτερη  τρυφερότητα   τις  αφανέρωτες  πτυχές  της . Κι η   πόλη   στέκεται  μετάρσια  μεταξύ της νύχτας  και της  μέρας , μεταξύ  του  έρωτα και του  κατακλυσμού , μεταξύ  του  ύπνου  και  της έκρηξης των  ορμονών  , ενώ  η  αφηγηματική    φωνή  της  επιφυλάσσει   εκλεκτές  συγκινήσεις .Σε μια τέτοια  στιγμή μάλιστα  λυρικής  έξαρσης   ,όταν  διαβάζει  κανείς  τους  ακόλουθους στίχους  «Σκεπάσου  περιστέρα μου , σκεπάσου αηδόνα !Σκεπάσου  αγαπημένη  πόλη μου τον ανάλαφρο  ύπνο τους , το βαρύ  ξύπνημά  τους , σκεπάσου  τη  ζωή τους   και το  θάνατο βάλε  κορώνα  στο κεφάλι  σου τη  λαμπερή σελήνη  και μέσα  από  σκοτάδια   φύγε  αστέρι   σαν ανάληψη στον ουρανό» , ο  ερωτικός    παλμός  τον αιφνιδιάζει  με τη δύναμη  της   εκφοράς  του  , με το  απροσδόκητο   της  φλέβας  μέσα   στην  οποία  πάλλεται .
       Από  την  άποψη της  σύνθεσης , « Ο Νώε  στην πόλη»    διαρθρώνεται  από  επτά   επιμέρους   ποιητικές   ενότητες  , σε καθεμία  από τις  οποίες   αναδεικνύεται  συνήθως  ένα  κυρίαρχο  μοτίβο .Στην πρώτη  ενότητα με τον τίτλο «Όταν η πόλη  γέρνει ράθυμη στο φίλημα του σκότους , ανοίγουν οι  μαστοί πελώριας νύκτας»  ,το  ζευγάρι « γυναίκα»  -«λιμάνι» ανασκαλεύει    στη  διάθεση του  αναγνώστη  την παράσταση  μιας  ανοχύρωτης   πόλης   που   ψάχνει    απελπισμένη   ένα  καταφύγιο [«Κάθε  πόλη πρέπει να έχει  το λιμάνι της  και τη γυναίκα της»].  Το  ποίημα  «Τυχαίνει  καμιά  φορά  ,όταν η πόλη χασμουριέται , να βρέχει  συγχρόνως»   διαπερνάται  από  το  τρίπτυχο «βρώμικο»-«ψεύτικο»- «παλιό» .Από τη βρώμικη ανάσα της πόλης  [«Τότε η  παλιά  πόλη  βρωμάει  σαν στόμα  αρρώστου  ή σαν χνώτα  πεινασμένου» ]  μεταφερόμαστε  στα  παλιά  σπίτια  που αναδύονται  μέσα από το αμυδρό  φως των αστεριών  και των  αυτοκινήτων [«τότε  αναδύονται  -σαν από θάλασσα ή στεριά -σπίτια  παλαιικά , εμποτισμένα  με το  όπιο της νέας  χρήσης»] , κι  ύστερα  σε μια  διάσταση  όπου   τα πάντα  μοιάζουν με  πλατωνικές  σκιές , με ψεύτικο  υπόβαθρο στο  οποίο στέκονται  διάφορες  μορφές [«να που στο τέλος  όλα τους είναι  σκηνικά»] . Στο   «Οι   εφτά πληγές  της   γειτονιάς   αιμάτινο  αλυσιδάκι  στο λαιμό  της  πόλης»  συνυπάρχουν  ένας  κατατρεγμένος  κίναιδος , ένα  μυστηριώδες  άνθος ,οι  αλλοδαποί εργάτες , οι  θαμώνες  ενός  παρακμιακού   καφενείου , ένα ζευγάρι ηλικιωμένων που  λιώνουν μαζί ,μια γυναίκα με αντιλήψεις άλλων καιρών  κι ένας κόσμος που θυμίζει την «Έρημη  χώρα»  του Έλιοτ [«Κανένα  φαρμακείο   δεν διανυκτερεύει  . Μια μέρα  δεν θα υπάρχει  και κανένας  για να πεθάνει  εδώ σ' αυτή τη γειτονιά»]. Με  την  ενότητα «Όταν η νύχτα  χασμουριέται  πάνω από τις στέγες  , ανοίγουν  οι αρμοί της πόλης επικίνδυνα»  ετοιμάζονται  τα  γιατρικά για τις «εφτά πληγές»,όπως  αυτά  κρυσταλλώνονται  στις λέξεις «φαρμακείο» , «ταρίχευση» , «φωτογραφία» .Έτσι , ο ταριχευτής -φαρμακοποιός  και ο φωτογράφος   καταλήγουν  σύμβολα της  επιθυμίας  για  τη  συντήρηση  αυτών που χάνονται . Στη  σύνθεση «Όταν η πόλη χασμουριέται οι  αυταπάτες  της απλώνονται όπως ο ουρανός» κυριαρχεί  η αντίθεση  «νέοι» -«στρατιώτες»   για  να  σημάνει  την  απόσταση  που χωρίζει  τη  ζωή  έξω από τα όρια  από  τη ζωή  μέσα  στα όρια .  Στην  προτελευταία  ενότητα  « Η πόλη κρύβει τα λουλούδια της  σε ηλιακούς  και μυστικές  αυλές»  ,ο   κομβικός  στίχος  «Μα ποιος θα μπορούσε  να  δίνει το φιλί της ζωής αν δεν είναι ο ίδιος  βαρυπενθής;»   φέρνει    στο  προσκήνιο  τη φιγούρα  του  ποιητή  ως  του  τραγικού   εκείνου όντος  που έχει τη δύναμη να συναισθανθεί  βαθιά την απώλεια  της  ζωής και  ακολούθως   να την εκφράσει  στην  πιο   ζωντανή  της όψη. Από  την άλλη  , το τηλέφωνο  μετατρέπεται με παράδοξο τρόπο   σε   διακριτικό  γνώρισμα της  αδυναμίας  επικοινωνίας  σε μια εποχή δικτύωσης των πάντων . Στο εξόδιο  κομμάτι της συλλογής «Όταν η πόλη ξημερώνει , επιστρέφουν οι  μέρες  σαν υπόσχεση» οι εργάτες του δήμου και ο Νώε  φέρνουν  μαζί τους  τον  αέρα της κάθαρσης .
     Από  την  άποψη  της  έκφρασης πάλι , οι  λέξεις     της    Ευφροσύνης   Μαντά   Λαζάρου , αν και ριζώνουν     στα  χωράφια  της  ποίησης ,   παρατάσσονται  και  συντάσσονται   πάνω  σε  μία  αφηγηματική  φόρμα   που  συγγενεύει   αισθητικά  με  εκείνη του  μοντέρνου   διηγήματος .Κι   ενώ επιδερμικά   το αφηγηματικό  στοιχείο  μοιάζει να  αποτελεί  το κυρίαρχο  εκφραστικό  μέσο , κάτω από  αυτή  την επίφαση  παραμένει ζωντανός ο σφυγμός  του ποιητικού  λόγου. Το πιο  χαρακτηριστικό  είναι  ότι  σ' αυτή την ποίηση  δεν υπάρχουν  ακριβώς  στίχοι  ή  στροφές  , αλλά  συστάδες   φράσεων που  συγκεντρώνονται  σε  μικρές ή μεγάλες  αφηγηματικές  ενότητες  και  μεταφέρουν μία  κυρίαρχη  κάθε  φορά  διάθεση .Θα  τολμούσα  μάλιστα  να  πω  ότι κάθε  τέτοια  ενότητα    αποτελεί  στην πραγματικότητα   ανάπτυγμα ενός στίχου , έτσι  ώστε  να  μεταλαμβάνουν   περισσότερες  λέξεις   αυτό  που συμπυκνωμένα  αποδίδει  μία  μόνο φράση .Όταν  λοιπόν η ποιήτρια  γράφει «Οι άνθρωποι κόβουν την πόλη σαν ψωμί στα δυο , να πάρουν ο καθένας  το κομμάτι του . Τα έχουν αυτά οι έρωτες τους  ακρωτηριασμούς .Με  τους  πολέμους  των φυλών  εκτεταμένη  μαχαιριά   κατά  μήκος   μιας πράσινης γραμμής .Με τις  αψιμαχίες   των ανθρώπινων  καρδιών  , βαθιά , ως το μεδούλι της  ζωής και του θανάτου το κόκκαλο»  αισθάνομαι  ως αναγνώστης   ότι   μέσα  σ' αυτή  την αλυσίδα  φράσεων  διαβάζω  την  ανάπτυξη  του στίχου «Τα έχουν αυτά οι έρωτες τους  ακρωτηριασμούς». Κι  είναι  στην ουσία   οι  λέξεις που  τριγυρίζουν  αυτή  τη φράση ,   εκείνες  που  την  ανασηκώνουν  στο ύψος   του  στίχου  ,και  συνακόλουθα της ποίησης  .
    Η  ποίηση  λοιπόν της  Ευφροσύνης Μαντά Λαζάρου  , «δραματική»  και  την ίδια  στιγμή  εσωτερική ,  συν-κινητική    και  ταυτόχρονα  απόμακρη ,  το  ίδιο ιμπρεσιονιστική  και ρεαλιστική ,      λειτουργεί  με τους δικούς της όρους , με  την ένταση   μιας  εφηβικής  έξαψης  όπως  αυτή αποτυπώνεται   σ' ένα  σώμα που   ανακαλύπτει  στις  απαρχές  του τον  Έρωτα .Κι  αυτός  ο έρωτας   στη συλλογή «Ο  Νώε  στην πόλη»  έχει τη φυσιογνωμία  της Λευκωσίας , της   πόλης  που  μεγαλώνει   σαν εφηβικό στήθος  στο  κορμί της ποιήτριας .
Τσιαχρής  Κώστας   

Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου 2013

Bill Callahan "Dream River "





Το βασίλειο του Bill Callahan είναι χτισμένο σε μία μοναχική , απόκρημνη περιοχή της μουσικής και της ποίησης . Περικυκλωμένο από απειλητικά βάτα .Παραδομένο στη γοητεία του δυσπρόσιτου. Καμωμένο με τα πιο ταπεινά και συνάμα πιο ανθεκτικά υλικά ,αυτά που καταφέρνουν να ξεπερνούν το εφήμερο και ν' αγγίζουν το παντοτινό .Από το 1990 ο σκοτεινός αυτός τροβαδούρος τραβά το δικό του δρόμο ανάμεσα στα συναισθηματικά του ερείπια , με μοναδικό του στόχο να υποτάξει το σκοτάδι σε αλλόκοτα μουσικά σχήματα .Να αναγκάσει τους δαίμονές του να τραγουδήσουν . Η μουσική του διαδρομή ξεκίνησε με το όνομα Smog ,με το οποίο ηχογράφησε σημαντικές δουλειές στη δεκαετία του 90 μέχρι και το 2005 , οπότε άρχισε πια να δημιουργεί ως Bill Callahan .Οι πρώτες του δουλειές εντελώς άτεχνες και βασισμένες στα πρότυπα του lo-fi ήχου ,είχαν μία έντονη πειραματική υφή και ηχογραφήθηκαν με έναν υποτυπώδη τεχνολογικό εξοπλισμό .Τα πρωτόλεια αυτά τραγούδια βρίσκονταν μακριά από κάθε έννοια μελωδικής ανάπτυξης ,καθώς ήταν δομημένα σε απλές ,αλλά πυκνές και επαναλαμβανόμενες κιθαριστικές συγχορδίες . Το φετινό Dream River αποτυπώνει εύγλωττα την απόσταση που έχει διανυθεί ανάμεσα σε εκείνες τις ηχητικά και εκφραστικά φτωχές πρώτες ηχογραφήσεις και στο τωρινό ηχητικό στίγμα του καλλιτέχνη . Ο δίσκος είναι ακριβώς το απόσταγμα αυτής της περιπλάνησης του Callahan στα κατατόπια ποικίλλων μουσικών ειδών ,όπως το underground rock ,η country , η εναλλακτική folk ,ακόμα και η jazz . O ήχος του ωστόσο , παρά την προφανή βελτίωση σε ό,τι αφορά στο αισθητικό αποτέλεσμα , παραμένει μετά από τόσα χρόνια ερημικός και ασυμβίβαστος .Αφήνει στην καρδιά και στο μυαλό μια σκοτεινή αύρα που δυναμώνει τραγούδι με το τραγούδι .Ο Callahan μιλά για μοναχικούς γλάρους , για ποτάμια που γίνονται όνειρα ,για την άνοιξη και τους χειμωνιάτικους δρόμους .Τραγουδά απέριττα ,με μια βαρύτονη φωνή απαλλαγμένη από συναισθηματικές υπερβολές , μια φωνή που μετατρέπεται η ίδια σε ένα ιδιόμορφο κρουστό και συνοδεύει αισθαντικά τα υπόλοιπα όργανα . Συνολικά , για όποιον έχει παρακολουθήσει τον υπέροχο αυτό τραγουδοποιό ,το Dream River είναι , νομίζω , το αποκορύφωμα της καλλιτεχνικής του παραγωγής και για το γράφοντα ένας από τους εξέχοντες δίσκους για τη χρονιά που διανύουμε .

Κώστας  Τσιαχρής

To  Τραγούδι  Cold    blooded   old   times  είναι η μεγαλύτερή του  επιτυχία  και περιέχεται  στην ηχητική επένδυση της ταινίας  High  Fidelity





Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου 2013

Νεκρολογία





Μια απάντηση στην κυρία  Ρεπούση
    Ακολουθώντας  την περίφημη  ρήση του Βολταίρου ,  έμαθα  να  σέβομαι  πάντοτε  τις απόψεις των άλλων όσο  αιρετικές   κι αν είναι  , όσο κι αν  αγγίζουν δικά μου αποκρυσταλλωμένα πρότυπα σκέψης  ή  κώδικες  κρίσης των πραγμάτων . Υπό έναν όρο βέβαια : κάτω από αυτές  τις απόψεις να υπάρχει  βάθος , να εξακολουθούν να έχουν κάποια υπόσταση μόλις κατακαθίσει   η σκόνη  που προκαλείται από τον αιρετικό χαρακτήρα της  εκφοράς  τους  .  Αν αυτό το βάθος  είναι παρόν , όλα  τα  μέχρι   τότε  δεδομένα είναι συζητήσιμα  και αναιρέσιμα . Σε διαφορετική περίπτωση , κάθε γνώμη που προορίζεται να προκαλέσει , ιδίως όταν εκφέρεται από  ένα δημόσιο πρόσωπο ,μένει  μόνο για μερικές  μέρες  στον αστραφτερό κόσμο της επικαιρότητας , για να χαθεί ύστερα  λαβωμένη από τα ισχυρά αντεπιχειρήματα που θα  εξακοντίσουν εναντίον της  οι επικριτές της .
   Την αφορμή για τις παραπάνω και τις παρακάτω σκέψεις μου την έδωσε η  άποψη της κυρίας  Ρεπούση σχετικά με τον περιορισμό της διδασκαλίας των αρχαίων  ελληνικών στη δευτεροβάθμια  εκπαίδευση , με βασικό επιχείρημα ότι  πρόκειται για μία νεκρή γλώσσα  την οποία ουδέποτε πρόκειται να χρησιμοποιήσουν οι μαθητές στην καθημερινότητά  τους .Κάποιοι βέβαια έσπευσαν να διαστρεβλώσουν το σκεπτικό της , μιλώντας για κατάργηση του μαθήματος από το ωρολόγιο πρόγραμμα του σχολείου  , αναγκάζοντάς την να προβεί σε διευκρινιστικές  δηλώσεις για το νόημα της παρέμβασής της . Ως άποψη   ωστόσο ,μέσα σ’ ένα περιβάλλον  ήδη οξυμμένο από  την αφύπνιση  των εθνικιστικών αντανακλαστικών  σημαντικής  μερίδας  των Ελλήνων πολιτών ,ήχησε  όντως προκλητική  και  ύποπτη . Εναντίον της   υψώθηκαν αφορισμοί και ύβρεις , εκφράστηκαν όμως και  σοβαρά  τεκμηριωμένες  ενστάσεις που εν τέλει ,θαρρώ , την απογύμνωσαν  και  έφεραν στο φως τις αδυναμίες  της .
   Νεκρό φαντάζομαι  κατά την κυρία  Ρεπούση είναι κάτι που  το αγγίζεις και  δεν κινείται , δεν αναπνέει , δε βγάζει ήχους . Έχει λιώσει το σώμα του κι απομένει  κούφια οστά που μόλις τα  χτυπάς , μαρτυρούν το κενό  ,όπως  εκείνη η εντάφια χρυσή προσωπίδα στο  Σεφερικό  «Βασιλιά της Ασίνης» . Συνεπώς , ερμηνεύοντας  το  σκεπτικό της , οι αρχαίες  λέξεις είναι πια άφωνες  , εφόσον  αν και  διδάσκονται  καταναγκαστικά  στα ελληνικά σχολειά , δεν έχουν κατορθώσει  -και μάλλον δεν έχει και πρακτική χρησιμότητα να κατορθώσουν – να  εισβάλουν  στο καθημερινό λεξιλόγιο των  μαθητών  ή και να τους μεταδώσουν τα μηνύματά τους .Παραμένουν νεκρά  σημαίνοντα  ,γεμάτα από τη λάμψη ενός αλλοτινού  μεγαλείου , παρασύροντας μαζί τους στο  σκοτάδι  και τα σημαινόμενα . Η  πολεμική της   κυρίας  Ρεπούση  φαινομενικά δε στρέφεται  εναντίον του αρχαίου  ελληνικού πνεύματος  αλλά εναντίον της εμμονής  στους τύπους  που μεταφέρουν αυτό το πνεύμα . Κι εδώ , κατά την ταπεινή μου άποψη , υπάρχει  ένα τρωτό σημείο στο σκεπτικό της . Διαχωρίζει τα  ιδανικά  και τη φιλοσοφία του αρχαίου ελληνικού κόσμου  από  τη μορφή που τα  ενσαρκώνει και τα παραδίδει ατόφια στις επόμενες γενιές .Ξεφλουδίζει τα νοήματα από  το περίβλημα που όχι απλώς τα φιλοξένησε αλλά  τα έσπρωξε προς την περιοχή του μεγαλείου .Διότι νοήματα χωρίς  φθόγγους και χωρίς συλλαβές και χωρίς λέξεις και χωρίς διαπλοκή των λέξεων μέσα σ’ ένα πλήρες κείμενο ,απλά δεν υπάρχουν.
    Θα μου πείτε από την άλλη , είναι λίγο υποκριτική η παραπάνω θέση ,καθώς τα νοήματα μιας περασμένης  εποχής  τα  αναδεικνύει  κάθε  καινούργια  γενιά με τα δικά της εκφραστικά μέσα .Άρα μας  αρκεί  απλά να μεταφράζουμε στον  τωρινό   γλωσσικό κώδικα  τα  όποια γραπτά  μνημεία ,για να προσαρμόζουμε  το πολύτιμο των νοημάτων τους  στο σφυγμό  του παρόντος και του  μέλλοντος . Μπορεί σ’ αυτό η κυρία Ρεπούση να έχει εν μέρει   δίκιο .Ακόμη κι όταν εγώ αποστηθίζω την αρχαία  έκφραση στο μυαλό μου , με το βάρος  και  τη γοητεία  της , την αποκωδικοποιώ  με λεκτικούς όρους της  σημερινής γλώσσας. Διαβάζω  τον   Επιτάφιο  του  Θουκυδίδη  στο πρωτότυπο κείμενο και  συλλαμβάνω τη μαγεία του περιεχομένου του μεταφράζοντας ενδόμυχα  στα νέα  ελληνικά .Ως εδώ εντάξει . Την ίδια ώρα όμως που  «αναγκάζομαι» να μεταφέρω τα λεκτικά σύνολα  στα δικά μου μέτρα επικοινωνίας , την ίδια ώρα συντελείται ένα μικρό θαύμα . Έχει τόσο μεγάλη ισορροπία ο αρχαίος ελληνικός λόγος που δε γίνεται θα προσέξω και θα συγκρίνω την  εκφραστική του πυκνότητα με την αναλυτικότητα  του νεοελληνικού λόγου. Θα διαπιστώσω πόσο γνώριμες μου είναι κάποιες ρίζες , κάποιες  καταλήξεις , ολόκληρες λέξεις και φράσεις . Θα παραξενευτώ  αν ψάξω λίγο καλύτερα τα δομικά στοιχεία της  ίσως ακατανόητης στην αρχή φράσης «χρώμεθα τε πλούτω μαλλον καιρω έργου  ή κόμπω λόγου»  ,διαπιστώνοντας πόσο οικεία μου είναι . «Χρώμεθα» [, χρησιμοποιώ , χρήση , χρήμα] ,καιρω [ευκαιρία ,καιροσκόπος ] , κόμπω  [κομπάζω , κομπασμός] .Θα κατανοήσω εν τέλει πως  ακόμη και στην περίπτωση της γλώσσας  ,η οποία συνιστά  κάτι που διαρκώς εξελίσσεται , μπορεί ίσως να εφαρμοστεί η αριστοτελική τελεολογία που θέλει ως  φύση ενός πράγματος  τη μορφή που αυτό έχει όταν ολοκληρωθεί η εξελικτική του πορεία . Γιατί όπως και να το κάνουμε , και δεν είναι έξαρση  εθνικής υπεροψίας , υπάρχει ένα είδος τελειότητας στον αρχαίο ελληνικό  λόγο .Αισθάνεται  κανείς  ότι πέρα από την ποιότητα της σκέψης που  αποτυπώνει , είναι κι ο ίδιος ένα αισθητικό θαύμα ,μια αρμονική συνάντηση μεταξύ συμφώνων και φωνηέντων ,μία ηχητική πανδαισία .Κι αυτήν ακριβώς τη μουσική δεν έχουμε το δικαίωμα να  τη στερήσουμε από τους μαθητές μας , όχι για να τους πείσουμε πως πρέπει ξαφνικά ν’ αρχίσουν να ανταλλάσσουν μηνύματα στα κινητά τους τηλέφωνα με τη γλώσσα του Σοφοκλή και του Θουκυδίδη , αλλά  για να τους δείξουμε πως η αγάπη για το λόγο δημιουργεί  καλλιτεχνικούς θριάμβους . Να τους  μεταδώσουμε  την επιθυμία να καλλιεργήσουν , έχοντας ένα υψηλό μέτρο σύγκρισης , και τη δική τους , την κακοποιημένη από την πολυφωνία  νεοελληνική γλώσσα .
     Συνεπώς , η κυρία   Ρεπούση μένει μόνο στο «ωφέλιμον» , αλλά εγώ προτείνω  και το «τερπνόν» .Το «ωφέλιμον» μπορεί να μου το δίνουν πράγματι οι μεταφράσεις . Θέλω όμως οι μαθητές μας να βιώσουν και το «τερπνόν»  της  ακρόασης  του αρχαίου ελληνικού λόγου. Όσο για την ένστασή της πάνω στην επιμονή των εκπαιδευτικών να  διδάσκουν  περισσότερο τη γραμματική και το συντακτικό  της αρχαίας  γλώσσας , τουλάχιστον στο γυμνάσιο , έχω την  εντύπωση πως το θέμα τίθεται σε λανθασμένη βάση . Η κάθε γλώσσα , ακόμη και οι  «νεκρές» ,προκειμένου να λειτουργήσει και να αποκαλύψει σταδιακά τους θησαυρούς της , χρειάζεται  να  παιδευθεί μέσα  στο  μυαλό  αυτού που τη μαθαίνει , με τους κανόνες της ,με τη γραμματική και με τη σύνταξή της . Αλίμονο αν προσπαθήσει κανείς έστω και να διαβάσει , όχι να μιλήσει , την αγγλική γλώσσα , χωρίς να γνωρίσει πρώτα τα στοιχειώδη γραμματικά  και συντακτικά της φαινόμενα .Αν το δοκιμάσει  ,απλώς  θα αυτοσχεδιάζει προσπαθώντας να  εικάσει τη σημασία του κειμένου που διαβάζει ,και θα οδηγείται φυσικά σε παρερμηνείες . Το ίδιο λοιπόν ισχύει και για την αρχαία ελληνική . Εφόσον θέλουμε και κατά τη γνώμη μου πρέπει να τη διδάξουμε ,χρειάζεται πρώτα να εισαχθούμε στα βασικά εργαλεία για την προσέγγισή της , ώστε σε επόμενο στάδιο ή και παράλληλα να μπορέσουμε να διεισδύσουμε και στα νοήματά της . Καλώς ή κακώς λοιπόν στο Γυμνάσιο η διδασκαλία της γραμματικής και του συντακτικού είναι αναπόφευκτη.  Απλώς θα πρέπει να συνδυάζεται αρμονικά και με  την ερμηνευτική  επεξεργασία των κειμένων  και με την ανάδειξη των αντιστοιχιών ανάμεσα στις αρχαίες και τις τωρινές λέξεις .
     Από την άλλη πλευρά στο Λύκειο  το πνεύμα της διδασκαλίας  του μαθήματος των αρχαίων ελληνικών είναι εδώ και κάμποσο καιρό διαφορετικό ,χωρίς  εντούτοις να λείπουν και περιπτώσεις  φιλολόγων που εμμένουν σε μία καθαρά τυπολατρική  αντιμετώπισή του .Δίνεται περισσότερη έμφαση  στην ανάλυση του περιεχομένου  των κειμένων  , ενώ  η γραμματική και συντακτική ανάλυση  λειτουργούν επικουρικά  , για να  διαφωτίσουν  τα σημεία εκείνα  που  θέτουν εμπόδια στην ερμηνεία .Ακόμη και οι έννοιες της διαθεματικότητας , της διακειμενικότητας  και της διεπιστημονικότητας  βρίσκουν περισσότερο έδαφος για να βλαστήσουν ,συγκριτικά με το πρόσφατο παρελθόν  .Αλλά και μέσα σ’ ένα τέτοιο πλαίσιο διδακτικής προσέγγισης ,είναι πολύτιμο κληροδότημα για τους μαθητές η επαφή τους με το ύφος  του κάθε συγγραφέα , μ’ εκείνα τα μορφικά  στοιχεία που  προδίδουν μια  διαφορετική στάση απέναντι στη γλώσσα και άρα ,αφού ο κόσμος αποτυπώνεται στη γλώσσα , και στον κόσμο .Άλλες είναι οι εκφραστικές επιλογές του Ξενοφώντα , άλλες του Θουκυδίδη . Άλλος κόσμος ο πρώτος , άλλος ο δεύτερος .Κι όλα αυτά που ίσως φαίνεται δύσκολο να περιπέσουν  στην αντίληψη ενός δεκαεξάχρονου , με λίγη μαεστρία  μπορούν να αναφανούν από έναν εμπνευσμένο   φιλόλογο και να γίνουν  κατανοητά στο μαθητή του .
       Μα πάνω απ΄όλα χρειάζεται να εμπεδωθεί η ιδέα ότι νεκρός χρόνος παράγεται μετά από κάθε μας κίνηση .Με το που πάμε να κάνουμε κάτι αμέσως αυτό πεθαίνει. Γίνεται νεκρό .Ανήκει πια στη βασιλεία του περασμένου .Αλλά την ίδια ώρα ,όσο κι αν φαίνεται περίεργο , παράγει ζωή και μας κατευθύνει .Ο ομηρικός Οδυσσέας κατεβαίνει στον κόσμο των νεκρών , για να  λάβει τις απαντήσεις που θα του ξεκλειδώσουν το δρόμο για την Ιθάκη. Στην αρχή οι νεκροί παραμένουν σκιές ,όντα χωρίς λόγο .Θα χρειαστεί να γίνει μια θυσία και να τρέξει αίμα , για να ξυπνήσει μέσα τους ο λόγος .Κι εμείς αντίστοιχα θα πρέπει να ρίχνουμε αίμα στο παρελθόν ,για να γίνεται  το ακατάληπτο  στη νέα  γενιά σύμβολο  νόημα , για  να μπορέσουν κι εκείνοι  στο δικό τους ξερίζωμα να  βρουν την πορεία που θα τους  χαρίσει λίγο στέρεο έδαφος κάτω από τα πόδια τους .


Τσιαχρής Κώστας

Δευτέρα 9 Σεπτεμβρίου 2013

Διονύσης Γιατράς "Σε ένα περιδιάβασμα"



Σε ένα περιδιάβασμα πιασμένος χέρι-χέρι με τις ηδονικές, ευχάριστες Ναϊάδες, ο άνθρωπος όρισε τη ζωή.
Στα ποτάμια της ηδονής, των αμέτρητων δαιμόνων και σατύρων που χορεύουν, σαρκάζουν, παγιδεύουν την ανθρώπινη ψυχή, ο άνθρωπος βρήκε τη μοναξιά του.
Στη μικρότητα του είναι, στο μαστίγωμα της συνείδησης, στον ψεύτικο βήχα της αλήθειας ο άνθρωπος θεώρησε την ανάγκη του.
Αφού έβαλε τις λέξεις στο σπιρτόκουτο της σιωπής, το σώμα στο χρυσό κλουβί της πρόσκαιρης ευχαρίστησης και τη σκέψη στο ενυδρείο της χαοτικής φαντασίας, ο άνθρωπος ένιωσε τον υδροκεφαλισμό της ύπαρξής του σε όλο του το μεγαλείο.
Στα σπασμένα κάτοπτρα των άλλων ματιών έβλεπε καθετί καλό ενώ υπερήφανα εθελοτυφλούσε εμπρός στην καλοκάγαθη πηγή που ανάβλυζε μέσα του.
Είδε τον ασίγαστο και αμέριστο φόβο που γεννιέται μπροστά στην ηδονή της αλήθειας και σαν μικρό αδύναμο ερπετό ελίχθηκε στις ασφαλείς διαβάσεις της φαντασίας.
Ανακάλυψε τη φιλία μπροστά στις περίτεχνες εναλλαγές της προδοσίας. Στον κύκλο της προδοσίας ο άνθρωπος συνάντησε τα ακίνητα, παγωμένα σώματα των προδοτών του και μίλησε μαζί τους νοητά καθώς μοιραζόταν ένα κομμάτι της παγωμένης λίμνης μαζί τους.
Μιλώντας, νοιώθοντας, μεθώντας, μαστουρώνοντας, βιώνοντας την εξάρτηση, τα δεσμά, την ελευθερία, την αγάπη, το μίσος, την κατανόηση, το ακατανόητο, ο άνθρωπος παραδέχτηκε ότι τα ανθρωπινότερα πράγματα βρίσκονται στα πιο απάνθρωπα δοχεία.
Φοβήθηκε για να νοιώσει το θάρρος του. Χάζεψε για να νοιώσει την ευφυΐα του. Έμαθε για να νοιώσει την αμάθειά του. Ερωτεύθηκε για να νοιώσει τη σκληρότητά του. Μίσησε για να νοιώσει την ικανότητά του να αγαπήσει.
Ο άνθρωπος εγκατέλειψε το θεό για να τον συναντήσει πρώτα στους άλλους και μετά στον εαυτό του. Πάντα παρέμενε καταπιεστικός αυτός ο θεός.
Σε έναν αιώνιο αγώνα με τον Προκρούστη, για να αποφύγει την κλίνη της επιθυμίας και της πραγματικότητας, ο άνθρωπος προσπάθησε να βρει το υλικό του. Μάταια.
Πάλεψε με τις φιλοδοξίες, τις φήμες, τις αναμνήσεις, την περηφάνια, την αμηχανία, τη δειλία για να καταλάβει πως μόνο στο ντροπιαστικό σπάσιμο του εαυτού ξανοίγεται ατόφια η θέαση της πραγματικότητας.
Εγκατέλειψε τη σημασία των πραγμάτων και των ανθρώπων σπάζοντας όλες τις αλυσίδες του κοινωνικού ελέγχου. Έτσι έχασε τις αξίες και κέρδισε τον κόσμο.
Έχασε την ικανότητά του να διακρίνει, να ξεχωρίζει, να αξιολογεί, βλέποντας το φως σε κάθε χρώμα και το φόβο σε κάθε ψυχή.

Σε ένα περιδιάβασμα αφού ελευθέρωσε τα χέρια του από τις Ναϊάδες, ο άνθρωπος άγγιξε το πρόσωπό του. Όχι από θλίψη, ούτε από οργή, ούτε από αγανάκτηση, αλλά από περιέργεια και πίστη. Αφού άγγιξε το πρόσωπό του, η πηγή ανάβλυσε στο παν. 

Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2013

Arcade Fire "Reflektor" [single]



Τα κρουστά μοιάζουν να προέρχονται από κάποια σκοτεινή γωνιά της Αφρικάνικης ζούγκλας ,όπου ιθαγενείς σε τελετουργική έξαψη καλούν μέσω των δυνατών χτύπων τα πνεύματα της ζωής και του θανάτου να εγκαταλείψουν τις σκιές και ν' απλωθούν στον αέρα και στο φως .Ένα περιπλανώμενο σαξόφωνο κεντά στην αρχή απαλά κι ύστερα με μένος τις νότες .Ο ρυθμός αγχωτικός και συνάμα λυτρωτικός , σηκώνεται και βυθίζεται , στριφογυρίζει σ' ένα επαναλαμβανόμενο χορευτικό μοτίβο ,με τη μελωδία να υπακούει με μετρονομική ακρίβεια στο ξεδίπλωμά του .Κάπου στο βάθος οι Talking Heads της εποχής του Remain lin light και φυσικά ο άνθρωπος που μαζί με τον Brian Eno γέννησαν το new wave της δεκαετίας του 80 , ο ένας και μοναδικός David Bowie . Στην κονσόλα της παραγωγής ο James Murphy των Lcd Soundsystem δίνει τη δική του παράσταση ,κατευθύνοντας το τραγούδι σε καθαρά ηλεκτρονικά μονοπάτια ,χωρίς ωστόσο να αφανίζει την ηχητική ταυτότητα του συγκροτήματος του Win Butler . Έχουμε λοιπόν να κάνουμε με ένα τραγούδι- έκπληξη για τα δεδομένα των Arcade Fire και φυσικά ενδεικτικό του προς τα που θα κινείται υφολογικά το καινούργιο άλμπουμ τους που κυκλοφορεί στις 29 Οκτωβρίου . Μέχρι τότε το "Reflektor" είναι εδώ για να σας αποπλανήσει .Αντάξιο της φήμης του συγκροτήματος ως της κορυφαίας εναλλακτικής παρουσίας στη δεκαετία που διανύουμε .
Κώστας  Τσιαχρής