Εμφανιζόμενη ανάρτηση

Ετών 56

  Ετών  56 Κι όλη η σκοτεινιά της γης  Μαζεύεται σε ένα άσπρο τριαντάφυλλο  Το σώμα και το αίμα σου  βροντοφωνάζουν :ΨΕΜΑ ! Έχεις κι άλλη  Κ...

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2020

Κώστας Τσιαχρής "Οι εντολές"

 


1.Να   μιλά  με  ευκολία 
το   βλέμμα  μου  για  πόλεμο
(ας  ξέρουν οι  άλλοι  
ότι    ήδη  αχρηστεύτηκαν   οι νάρκες)
2.Να  αφήνω 
να  περιπλανιέται   πρόσφυγας 
έξω   απ' το  σώμα   μου 
η   συνήθεια  (Κάθε  μέρα   θα  ξυπνάει  με   ένα   μεγάλο  Όχι)
3.Να   ζήσω    αληθινά
για  να   γεράσει
πρώτα  ο  χρόνος
(και   στο  τέλος   η   αποικία   του
στο  σώμα  μου )
4.Να  μην  μπορέσω
( αν και  μαζεύω   χρόνια 
αρμύρα  από  τη  θάλασσα )
ούτε  στο  τόσο
να αντιγράψω  λίγη  από  τη νοστιμιά
που  αφήνει  ο  ιδρώτας  του  λαιμού  σου 
5.Να  μην   αντέχω  αυτή την όραση 
(που  μου  κοιτάζει  πιο  πολλά   σκοτάδια   από  τυφλότητα)
6. Να   ξεμένει    στα  μισά   του  πόνου  από   βενζίνη   το  μνημονικό  μου    
(ψάχνοντας   με  το   μπιτόνι   άδειο
για  διανυκτερεύον   βενζινάδικο)
7.Να  διαβάζομαι  μονάχα  με   γυαλιά   πρεσβυωπίας  
(και  σβησμένα  φώτα)
8.Να   περισσεύω  σε δάχτυλα   εκεί   που  απαγορεύεται   το  άγγιγμα  (αλλά   επιτρέπονται  οι  μώλωπες)
9.Να   συλλαμβάνομαι   απ'τα   αποτυπώματα  (της   ειρωνείας  μου)
10. Να   πέφτω  τέλος  από  τα  μεγάλα  λόγια 
και  να  μη γκρεμοτσακίζομαι
(το  πολύ να  σπάω  κανένα  ασήμαντο   πλευρό 
κοντά   στο   μέρος  όπου  μεγαλώνει  στα   κρυφά   η αλήθεια) 





Πέμπτη 27 Αυγούστου 2020

Κώστας   Τσιαχρής Ασκαρδαμυκτί 


Γι' αυτό     ας    παλέψω 
να  κρατήσω τα  μάτια  ορθάνοιχτα 
σε αυτόν τον ανακριτικό  φακό  που   λέγεται  ζωή
Ίσως  και   σβήσω  έτσι  την  παραμικρή   υποψία
ότι   ναι
η  ευθύνη   για  το  ματωμένο   μούτρο της
μπορεί   και  να  φωλιάζει
στη σφιγμένη   μου  γροθιά 



             

Τρίτη 18 Αυγούστου 2020

Κώστας Τσιαχρής Δεν αποκλείεται

             


Την  επομένη  του  θανάτου  μου
αφού   ξεκουραστώ  σεμνά 
μέσα  στην  αλαλία των  πεύκων
κι  αφού  το  χώμα  πιει   μια  ρουφηξιά 
απ' την ποιητική  μου   φλέβα 
δεν  αποκλείεται  οι  πέτρες
τα  σκουλήκια  ο  παλμός της  γης
τα  ορυκτά  τα  μαρμαρένια  αλώνια
το  Πλειστόκαινο  οι  μπιστικοί   του  Χάρου
οι  ρίζες  αιωνόβιων   δέντρων 
καλλικάντζαροι   το  πουργατόριο     
Η  κόλαση   αυτοπροσώπως  τα  εννέα  Ρίχτερ  το  νερό της  λησμονιάς
να βάλουν όλα  ένα   χεράκι 
να  σηκώσουν  το  μολύβι
κι  απ'τα κόκκαλα 
κι   απ'τα    χρυσαφικά
κι  από  τους   στίχους
κάτω  από   τα  μάρμαρα  
να  μείνει  μόνο  μια   μουντζούρα



Δευτέρα 3 Αυγούστου 2020

Κώστας Τσιαχρής Ὦ ξεῖν´, ἀγγέλλειν


Ξένε, τι  είναι   αυτό  που  σε   χτυπάει
στην  πλάτη  κάθε  λίγο
με  το   χέρι   ενός   περαστικού
ζητώντας   σου
από     σκόρπια   μάζα 
να   θυμίσεις   εαυτό    και   πάλι   ;
Τι  παλεύεις   με  τους   λεπτοδείχτες 
να στεριώσεις    τη ροή  του   χρόνου ;
Δες   οι  ώρες  πέφτουν   απ'τις    τσέπες   σου  
το   παρελθόν   σαπίζει   με   τα   μήλα   στο    τραπέζι 
μουντζουρώνουν  οι  εποχές 
η  μία  το πρόσωπο  της  άλλης 
οι  φωτογραφίες  σου έχουν   μαύρα δόντια
Που  και πότε να στεριώσει ο   χρόνος
όταν  το ταξίδι   γίνεται  επιβάτης
όταν   οι   βαλίτσες   γίνονται   άδεια   χέρια 
όταν μου μιλάς με   αποσιωπητικά
όταν ζεις   χωρίς   να   βλέπεσαι
απ'το   ίδιο   σου  το  βλέμμα  ;


Μην  ελπίζεις
σχόλασαν  τα   χρόνια
έχτισες την πολιτεία    σου  
σε   μπαζωμένο   πνεύμα    
Τώρα τρίζουν  ξένε  
κάτω από  τα  χτίσματα
οι  τεκτονικές  του   πλάκες
Πες   πως   είμαστε  από κούνια  
ηττημένοι  


                          

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2020

Πάμπος Κουζάλης   Επιστροφή (Μια δοκιμή ανάγνωσης από τον Κώστα Τσιαχρή) 


Καθημερινά
επιστρέφω στο πατρικό μου
το μητρικό γάλα μυρίζοντας στα χείλη
Πότε πρωί
πότε μέσ’ στο σκοτάδι
βγάζω από τη μέσα τσέπη
τη γυάλινη σφαίρα με το αιωρούμενο χιόνι
Ελαφρά την περιστρέφω
Ακολουθώ τις νιφάδες
μέσ’ από χαραμάδες του μυαλού
Πέφτω στη στέγη
Γλιστρώ στο καθιστικό
Πιάνομαι απ’ την καφετιά πορσελάνη
του μικρού σκύλου στο τραπεζάκι
Το κεφάλι του αρχίζει να ταλαντεύεται ανεπαίσθητα
Μια δεξιά
προς το δωμάτιο των αθώων ονείρων
και μια βαθιά
στη μυρωδιά απ’ το αγιόκλημα
Κι όταν το χιόνι λευκάνει το υγρό
έγκλειστο σπιτάκι
αιωρούμενος και μόνος
επιστρέφω στο παρόν


.......................................... 

Μια χριστουγεννιάτικη σφαίρα με χιόνι γίνεται το μέσο της καθημερινής νοερής μεταφοράς του αφηγητή στο πατρικό του σπίτι. Όλη η ποιητική σύλληψη με οδήγησε αβίαστα σε εκείνη την κατάσταση της αποκρυστάλλωσης των εικόνων από την οπτική γωνία του παιδικού μυαλού. Διάβασα μέσα στο ποίημα το παιδί και την ίδια ώρα μπήκα μέσα στην όραση αυτού του παιδιού και ακολούθησα το συνειρμικό του ταξίδι . Με την αργή κίνηση των νιφάδων που περιγράφει ο αφηγητής . Και με τη δική του συνείδηση διαρκώς αιωρούμενη. Πέφτοντας αργά πάνω στα αγαπημένα αντικείμενα . Πέφτοντας αργά συγχρόνως και οι στίχοι του .Ένας ένας .Φτιάχνοντας ένα στρώμα ποιητικής ηδονής μέσα μου .Λάμνοντας σε έναν χρόνο που δεν είναι δικός μου αλλά που τόσο δυνατά με τραβάει στα ρέματά του. Με την περιστροφή της σφαίρας .Εκεί που ξεκινάει μια μικρή προσωπική Οδύσσεια.Ένας νόστος καταδικασμένος εξαρχής αλλά επίμονος . Κι ο αιωρούμενος να απολαμβάνει το εφήμερο αλλά για κείνον τόσο χορταστικό άγγιγμα του προορισμού του. Χτίζοντας ένα παραμύθι με ωμή αλήθεια. Τρώγοντας τη μνήμη ως το άρωμα του μητρικού γάλακτος. Προσπαθώντας να κρατηθεί από τα ρευστά σχήματα των ονείρων . Σ' αυτή την αρμονικά αδέξια πτώση του στην παρήγορη αγκάλη του γενέθλιου χώρου. Ανοίγοντας απλώς την αλεξίπτωτη αγάπη για τον κόσμο που τον έστησε στα πόδια του. Έτσι, η γυάλινη σφαίρα γίνεται το παιχνίδι που βάζει την επιθυμία να δουλέψει. Γίνεται σκοινί που ζώνει τον ακροβάτη κι αποτρέπει την ανώμαλη πτώση του στα χάη του ασυνείδητου. Μερώνει τα φτερά που βιάζονται να βουτήξουν στα φαράγγια του χρόνου. Στο "δωμάτιο των αθώων ονείρων" που γράφει κι ο ποιητής. Και πόσο ειρωνικά στο τέλος η υποτιθέμενη επιστροφή στον μαγικό πάτο στη σφαίρας αποδείχνεται επιστροφή στο αρχικό σημείο ! Στο σημείο εκκίνησης του πόνου 

 Κ.Τσιαχρής




Κυριακή 19 Ιουλίου 2020

Κώστας Τσιαχρής Η παράσταση

                

Κοιτάζοντας   εκείνο  το  ασήκωτο  πρωί
το   είδωλό   μου στον καθρέφτη 
άκουσα   πίσω απ'το  κρανίο  ένα   χειροκρότημα  
που     δυνάμωνε  και  δυνάμωνε  
ένα   μηχάνημα  από  άφθαρτες  παλάμες 
πλήθος  θεατές   που  έφτυναν  
τον πασατέμπο  τους  στα  σπλάχνα  μου       
Πλησίασα   εκείνη  τη  χαριτωμένη
ταξιθέτρια   σκέψη  
έβαλα  με τρόπο  φιλοδώρημα  στο   στήθος  της  
της   είπα  οδήγησέ με 
Απάντησε  θ'  αντέξετε ;  η  παράσταση   είναι  φόνος
Πώς   δεν  έφτασε  ακόμη στο  λαιμό σας ο   στραγγαλισμός;
Αλλά  μαντεύω  είναι  εκείνο
σίγουρα  είναι   εκείνο   το   ατάλαντο 
ένστικτό  σας
που ξεχνάει  συνέχεια  τα  λόγια  του 
και  πρέπει  κάτι  πιο  θρασύ
να   παίξει  πειστικά   τον  ρόλο  του   στραγγαλιστή  







                  









Κυριακή 12 Ιουλίου 2020

Κώστας   Τσιαχρής Σαρκοβόρο  άνθος 


Πόσο  με  εξουθενώνει  αυτό  το  άνθος  
που  δυναμώνει  κομμένο   στο   ποτήρι 
ρουφώντας ζωή απ' ό,τι  στεγνώνει
πεινασμένο   κτήνος   που  ίσα το αντέχω 
ανατολή  του  άλγους     και   της   ναυτίας
που  θα' πρεπε  το  άρωμά του   να  σηκώνει  τραγούδια  
θα' πρεπε   ο  μίσχος   του  να   μη  μοιάζει   μαχαίρι 
θα' πρεπε  η  ρίζα  του  να  τραβάει  λίπασμα  απ' την άνοιξη
Με  πίνει  και   κιτρινίζει  το  μέλλον μου
Με   κόβει   και  πρασινίζω από   θάνατο 
που   πίσσα   σκοτάδι    να  του  πετάξω 
κάνει   φωτοσύνθεση  απ' τον  ίσκιο
Απάνθρωπο   άνθος 
Κάθε  μου τρόπος  να ανασάνω 
είναι  κούφιος -με  αναπνέει
Κάθε  μου  τρόπος να   το  κολυμπήσω
ατυχής- με  πνίγει   στο  νερό  του  









Σάββατο 4 Ιουλίου 2020

Κώστας Τσιαχρής Αποστήθιση

                      

Όσες ακτινογραφίες  κι αν  βγάλεις 
δεν  θα   μπορέσεις  να     διαβάσεις
αυτό  το  στήθος     
έτσι που ανεβοκατεβαίνω 
τα   πατώματά  του    
είμαι   άπιαστος  σφυγμός
Καλύτερα   λοιπόν να  πιάσεις 
φτυάρι  και   αξίνα  
βγάζοντας   με  υπομονή 
ένα  ένα  τα  πλευρά  
τη συλλογή μου από στρατιωτάκια   που  με  τόση   αγάπη   μάζεψα 
από   συνεχείς   πολέμους  
κι όταν φτάσεις  ως  τους  βρόγχους
άκουσε  τι  βήχας  που  ανεβαίνει 
από   βαθύ τσιγάρο  
λες  και  με  καπνίζει  ο χρόνος 
καίγομαι   αργά   
Στο  τέλος  μένω   
μια  πελώρια  γερασμένη  κάφτρα 



Εκεί   σε  κείνη  τη  στιγμή 

αποστήθισέ  με  
μάθε  με  νεράκι
πριν  να   πέσω 
πριν  λερώσω με  τη στάχτη
το   γραπτό  σου  





              



Τρίτη 30 Ιουνίου 2020

Κώστας Τσιαχρής Φιλοκτήτης 2020 μ.Χ.



Κουράστηκα   να ρίχνω  άλλα  βέλη
δεν ωφελεί  περισσότερο  κυνήγι
κάθε  πτώμα   είναι   ένας  χαμένος τρόπος  να  νικήσω
ένα  σημάδι  ότι βγήκε από το κέλυφος η  μοναξιά  μου
Κι έτσι  ευάλωτη χωρίς  φτιασίδια
τρώγεται  απ' τα  ψέματά  της
και  μικραίνει
και  μικραίνω  πιο  πολύ
με  το ξεγύμνωμά  της
Και   αφήνω  τα   σκυλιά   να  με  μυρίζουν ως τις τύψεις
Και  σφυρίζω   δυνατά  για να  μ'ακούσει ο  χαλασμός   μου
ότι   όλα  θα  γίνουν   κατά το  θέλημά  του
ότι   με  τα   βέλη  δεν κερδίζεται η   αγάπη
ότι   πιο   βαθιά  κι  από τον στόχο
κρύβεται  η  ευθύνη
να   μαδάς το  λουλούδι  ως το  άρωμά του
και  να   γδέρνει  η  βολή  μονάχα  το  δέρμα
ως  υπενθύμιση
ότι  μέσα  στην  υποταγή
κοιμάται  πάντα  κάτι  μυτερό
που  αν  ξυπνήσει, αλίμονο
σε  κείνους που απατώνται
λέγοντας  και ξαναλέγοντας
για   παρηγόρια
ότι  στράβωσαν   οι  μύτες  απ'τα  βέλη  






Δευτέρα 29 Ιουνίου 2020

Κώστας   Τσιαχρής Έπρεπε...






Έπρεπε  να σπάσει  θρύψαλα  η  σιγουριά
να  γεμίσουν  οι  παλάμες  χαρακιές
από  ένα  ξάφνιασμα
που  έφερε  ξοπίσω του   σκυλόψαρα 
Σε  θάλασσες
όπου  κολύμπησα  παιδί   
αλλά  αναπάντεχα
ρυτίδιασαν τα  χρόνια    μου 
και   βγήκα  στην ακτή  υπερήλικας

Έπρεπε  να  σκοντάψει  ο ουρανός
να  σηκωθεί  ξανά
με  ματωμένους  αγκώνες
με σκισμένα  γόνατα
να  κουτσαίνουν  τα άστρα
ράμματα  παντού   από  μπλε
πρησμένα  σύννεφα

Έπρεπε να  τρακάρει το πάθος με  μια κολόνα  
σε   δρόμο   γλιστερό
που   μου   πήρε  τα πόδια 
που  μου  άφησε  μόνο χνάρια
από  πατημασιές   χωλών  ερώτων   
λαμαρίνες  χωμένες  στη σάρκα   
κι  έναν  αερόσακο 
που  άνοιξε  τα  πέταλα
λευκό  λουλούδι 
ύστερα απ'τη  συντριβή 

Έπρεπε  να βγάλουν τρίχωμα  τα λόγια μου
χτυπώντας   ταμπούρλα  μέσα στο  δάσος
σπαράζοντας   ωμούς   ανθρώπους 
κυνηγώντας  ζέβρες
το  άσπρο και το μαύρο  της γραφής

Έπρεπε  να  κόψει   πρόστιμο
στο  κατοστάρι μου  ο   φόβος
να   χτυπήσουν οι σειρήνες  απαλά
μέσα  στο  πανδαιμόνιο

Για   να   ακούσω  εν  τέλει  τη  σοφία 
στη  νωχέλεια  της  χελώνας 




Σάββατο 20 Ιουνίου 2020

Κώστας   Τσιαχρής  Εν κατανύξει


Όπως  περνώ
ανάμεσα   από   νηστικά κεριά
στο  μαύρισμα των  τοίχων 
ξανανάβουν  οπτασίες  από   φλόγες
τόσο   κατανυκτικά
που   μεταφέρεται    τροφή 
απ'  το  πάτωμα 
ως  τον   τρούλο
Εκεί    ένας   παντοκράτορας
βαρύς   από  στολίδια
ξεκολλάει  την    ασημένια   φλούδα του 
με   πόνο
Λαμπαδιάζουν από   πίσω
και  οι πέντε αισθήσεις
Ακοή   ως  τον ψίθυρο
Όραση   σε  κοίταγμα  τυφλού
Αφή   που  αφήνει  μούδιασμα    στο πνεύμα
Γεύση  με  κομμένη  γλώσσα
Όφρηση   αρωμάτων
από    μύχιο     σύμπαν     







Τετάρτη 10 Ιουνίου 2020

Κώστας  Τσιαχρής Μετενσάρκωση 




Τώρα  που  έριξα ήλιο 
ως   την τελευταία  γωνιά 
και  οι  σκόνες   ταράχτηκαν σφόδρα 
κι  οι   αράχνες  απόρησαν σιωπηλά 
παραδώσου φάντασμα 
ύψωσε  το  σεντόνι  σου 
για  σημαία  ανακωχής
όλα  χάθηκαν μη  βρυχάσαι
ό,τι   φάνταζε  τρομερό 
υποτάχτηκε  στο    χαμόγελο 
μην περιμένεις  κρυψώνες 
σ' αυτό   το  στήθος 
Έσπειρα  το  λευκό  σου , 
φάντασμα , στο  δέρμα μου 
και  μοιάζω πιο πολύ  από σένα 
φρίκη 
δεν μπορείς  να μου μοιάσεις
είμαι  πιο πιστό  αντίγραφο  
της  ομίχλης
πιο   αγνός  αντίλαλος  κεραυνού  
πιο  φτυστή   γεωγραφία   θανάτου 
















Σάββατο 6 Ιουνίου 2020

Κώστας  Τσιαχρής  Το  ενέχυρο 




Ο   εξαποδώ   πίνει    καφέ 
σε καφενείο  στη Σόλωνος
μασκαρεμένος   επιδέξια 
σε  ποιητή   
Έχει  κέρατα  κρυμμένα  
κάτω  απ' το   καπέλο  
μια  ουρά   κουλουριασμένη 
μέσα   σε  βιβλίο  
Μοιράζει   έμπνευση   
που  υπόσχεται 
να  ξαναγίνουν  κοριτσάκια 
οι γερασμένες πένες 
Σφίγγουν    με  χαμόγελο 
τα χέρια 
οι  συμβαλλόμενοι
ετοιμάζουν   τις   υπογραφές 

Θα  υπογράψετε  με  αίμα ; 
Ασφαλώς   

Τα  νιάτα ,αγαπητέ ,  
κοστίζουν  
Δε   θα  βάζαμε  
όπως όπως 
για  ενέχυρο 
την  πεμπτουσία  
της  γραφής  μας   














Σάββατο 30 Μαΐου 2020

Κώστας   Τσιαχρής Ο   πυρομανής


Ήταν  βάσιμη  η  καταγγελία 
Τίποτε   
Δεν έκανε  απολύτως  τίποτε  
για  να  κοπάσει   η  πυρκαγιά
Αντιθέτως 
τριγυρνούσε   με ύφος  φλόγας 
πλάι   σε πρόσωπα  ξερά 
Κι   όταν  πάλι 
χάνονταν τα  κάρβουνα  στη  στάχτη  
έμπηγε  από  κάτω φυσερό 
την  πιο  αινιγματική
σιωπή   του   
Ξαναφούντωνε  ο   αγέρας
έκαιγε   τον Βόρειο
και  τον Νότιο  πόλο 
της  αντίστασής  τους 
έκαιγε   τους  πλέον  
πυρπολημένους


ι