Εμφανιζόμενη ανάρτηση

Αμφιβολίες

Αμφιβάλλω αν είμαι άνθρωπος  ή ακόμη μίσος  Κόλλησε η βελόνα του πικάπ  στο ίσως  Ίσως κύριε σας ανήκει το όνομα  του κτήνους  Ίσως πάλι να...

Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2018

Κώστας Τσιαχρής "Δεδικαίωται"


Δικαιώθηκαν  όσοι έμειναν με την ερώτηση "τι απομένει από τον έρωτα" στεγνή πάνω στο  σάλιο
Δικαιώθηκαν οι κόποι  της μέρας το βραδινό σκοτείνιασμα κάτω απ'τα μάτια
το  μάρμαρο που  μετάνιωσε για τις τόσες φορές που  έμεινε υπάκουο  στα χέρια   του γλύπτη
Δικαιώθηκαν  όσοι κοίταξαν  από ψηλά τον εαυτό τους και  τίποτε  σα ναυτία δεν τάραξε  την πλήξη τους
Όσοι μέτρησαν τριάντα  προδοσίες και στο τέλος απ' το  λαιμό  τους κρεμάστηκε σα θρίαμβος το  αργύριο
Δικαιώθηκαν όσοι  παραβίασαν το κόκκινο και  πέρασαν στην αιωνιότητα μαζεύοντας κλήσεις που έκοψε το ίδιο τους το  σώμα

Ό,τι  ζήλεψε  τον ουρανό και  φόρεσε καταμεσήμερο αστέρια για να μοιάζει πιο πολύ ουρανός Δικαιώθηκε
Το  έξω φως  που για να βγει απ'το μέσα πέρασε μια μαθητεία στον ίσκιο Δικαιώθηκε

Δικαιώθηκαν  αν κάποιοι δάγκωσαν τον μύθο και γεύτηκαν την αλήθεια  
Αν όπως οι μωρές παρθένες βαρέθηκαν να κρατούν αναμμένο το λυχνάρι τους κάτω απ'τη φούστα  και σκόρπισαν  χαχανίζοντας  στα γειτονικά μπαρ
Δικαιώθηκαν  αν έκλεισαν το παράθυρο για να  τρυπώσει πιο βαθιά στους πνεύμονες  ο  καπνός από τον φλεγόμενο  πειρασμό  τους
Αν πρόδωσαν το  έτερον ήμισυ για να βρουν έστω μισό  έτερον μια μικρή κατάφαση δίπλα στις άπειρες αρνήσεις
το γέλιο που σταμάτησε μεταξύ  ονείρου  και Βασιλίσσης Καρδίας

Όσοι γέρασαν    από έρωτα και  ξανάνιωσαν  από μοναξιά Δικαιώθηκαν
Όσοι  απέρριψαν εν καιρώ  χαλασμών μια  πρόφαση για ξημέρωμα Δικαιώθηκαν

Μονάχα  μια  δικαίωση  εκκρεμεί ...του Πόντιου Πιλάτου


Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2018

Κώστας Τσιαχρής "Κρυπτεία"


Τόση  και τόση ζωή ξοδεύτηκε ανάμεσα σε θάμνους
και  σε  φυλλώματα  περιμένοντας τον εχθρό
και τόσο τα λόγια μου ήσαν πάντοτε ένας κόπος
μια  στιγμή αποκάλυψης  των όπλων
που  θα  προτιμούσα  πλήρως να  εκτεθώ
χωρίς προσχήματα και λύσεις  της  ανάγκης
Ορατός από όλες τις γωνίες
με τα κόκκαλα στη  φόρα και τις  αμαρτίες   ωμές


Ίσως  με τέτοια μέσα να κολακευτεί  ο εχθρός
όταν   θα  τρίβομαι  σα γάτος πάνω στα σπαθιά του
κι ίσως  απ'την  πλήρη  αμηχανία
θα θελήσει εκείνος τώρα  να  κρυφτεί 
σε  κάποια  απ'τις  πολλές  χαράδρες του μυαλού 




Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2018

Κώστας Τσιαχρής "Αυτοκαταστροφή"


Πώς  παίρνει και με χαρακώνει
μια απόκοσμη ευχαρίστηση
σχεδόν σα να γυρίζω
το σπαθί στα σωθικά μου
όταν στο αποκορύφωμα του τρόμου
πιάνω το ψαλίδι
κομματιάζω δίχως   σκέψη
τους ανθρώπους  που αγαπάω
τους χωρίζω σε μερίδες
τόσο για την εγκατάλειψη
τόσο για την παιδωμή
για την ανάταση την πυρκαγιά
την πάλη με τις πτώσεις
τους μοιράζω σε  φωλίτσες
κι ας χύνουν από πάνω
τα βεγγαλικά τους τύψεις 


Όσοι  αγαπώ είναι χαλάσματα
της  θέλησής μου ν'αγαπήσω
ή ν'αγαπηθώ   





Σάββατο 8 Σεπτεμβρίου 2018

Κώστας Τσιαχρής "Ο διανομέας"



Έτσι που ανέβαινε
λαχανιασμένος ως την τελευταία του λέξη
σέρνονταν στις σκάλες  τα φτερά
έμπηγε τις φωνές η καθαρίστρια
Ανάθεμα την ώρα που γεννιόσουν άγγελος
απ'την αρχή σου κι απ'το τέλος φαντασμένος
Χτύπαγε με νεύρο τα κουδούνια
έσφιγγε στο στόμα τον αέρα
σα λαγωνικό πονούσε τις φωνές
Ώσπου τον έπιασε απ'το φωτοστέφανο
ένας άντρακλας αγουροξυπνημένος
τι χτυπάς ρε φίλε απ'τις οκτώ;
Ακόμα βράζει ο ύπνος  στα σεντόνια μας
Το ψωμί μου βγάζω κύριε διαμαρτύρονταν
κι έκανε για  σινιάλο επιβεβαίωσης 
τα έντυπα  που κράταγε  στο χέρι
το  ψωμί μου που πώς να συντηρείς φτερά
πώς  να μοιράζεις την αθανασία πώς
σε  τέτοιους άθλιους ουρανούς; 


Παρασκευή 24 Αυγούστου 2018

Κώστας Τσιαχρής "Οιωνοσκοπία"





Ο νοσοκόμος μου φωνάζει 
ένα πουλί πετάει στα χέρια σου 
που είναι ;  δεν   το  βλέπεις;  Να το 
διακλαδίζεται στους τοίχους τώρα
πάνω απ'το κρεβάτι μπήγει τα 
φτερά  του  μέσα  στην ποδιά  μου Εσύ  ο  ασθενής Εγώ ματώνω Κι όμως το πουλί είναι εκεί Αν βγουν οι γάζες αν το ιώδιο ξεθυμάνει αν οι στάλες στον ορό σιγήσουν ίσως να ακουστεί ο κελαηδισμός αλλά μην τρέφεις μάταια ουρανό Αίνιγμα Κωνσταντάκη μου τελείως αίνιγμα αν τραγουδάει για θάνατο ή για γιατρειά 



Τετάρτη 22 Αυγούστου 2018

Κώστας  Τσιαχρής  "Χειροτεχνία"



Απρόσμενα
σε μια στιγμή απόδοσης τιμών στον εαυτό μου
το αποφάσισα 
Θα  έκοβα  το χέρι μου και  θα το  τύλιγα  σε μια σακούλα 
Θα το  έθαβα   βαθιά στο δάσος
Ύστερα θα’κανα  πως με εγκατέλειψε  η γραφή
πως δεν υπήρχαν σχήματα να κλείσω μέσα τους  
σιωπές   ή μουσικές
Θα  αρνιόμουνα  με πείσμα  την αφή
Ποτέ  δε χάιδεψα δεν πίεσα δε χτύπησα Ποτέ
Θα’μουν   ολάκερος μια αγκαλιά   χωρίς  αφή
Ένα   δάχτυλο  που με  κουνάει  
προς  συμμόρφωση  ο μέσα κόσμος

Κι αν  παραδόξως  τύχαινε 
κι ακούγονταν στην πόρτα ένας χτύπος 
(χέρια  είναι  αυτά…ποτέ δεν ξέρεις…)
Θα  υποκρινόμουν  τον κουφό  ή τον  ανάπηρο  πολέμου
περιφέροντας με θλίψη κάτω  από  τον ώμο μια μουτζούρα
σε ένα σώμα  κατά τα άλλα  καλλιγραφικό







Σάββατο 18 Αυγούστου 2018

Χρήστος Μαρτίνης "Το ξένο φως"



                                 





  Χρήστος   Μαρτίνης  
                     Το ξένο  φως»   Εκδόσεις   Υποκείμενο
   Ανάμεσα  στις  αρχετυπικές   διαθέσεις όσον αφορά στη   σύλληψη  και έκφραση  του  ποιητικού βιώματος κατά  τη μεταπολεμική  περίοδο  της νεοελληνικής  λογοτεχνίας, δεσπόζουσα θέση καταλαμβάνει εκείνη  του πάσχοντος  ποιητικού υποκειμένου. Αφετηρία και κατάληξη  της  συγγραφικής πράξης γίνεται συχνά ο μικρόκοσμος , το εσωτερικό μαρτύριο, η παραίτηση και η παράδοση στις ακυβέρνητες πολιτείες  των ενστίκτων, η καύση βαθιά εγχαραγμένων  εικόνων, για να παραχθεί ο αρμονικά ασύμμετρος και παρεκκλίνων λόγος. Αυτό σε κάποιες  περιπτώσεις καταλήγει  σε ένα είδος αυτοπαγίδευσης. Ο ποιητής κοιτάζοντας  προς  τα έσω χάνει τον προσανατολισμό του, μπλέκεται στα δίχτυα που ο ίδιος στρώνει, για να μπορέσει να θηρεύσει την εκλεκτή  συγκίνηση , κι ενώ γυρεύει πέρδικες και  φασιανούς, απομένει  τελικά   στο χέρι με τις  σκιές   από   μερικά μόνο φτερά. Σαν  αδέξιος κυνηγός. Σε  άλλες  περιπτώσεις καταφέρνει να μετριάσει την εγωκεντρική  τοποθέτηση  της γραφής του, καθώς αφήνει το περιθώριο στον αναγνώστη να αισθανθεί ότι το βίωμα τον αφορά κι ότι  απ’ τις   λέξεις  του   ανασύρεται   μια  διάθεση με  καθολικό   χαρακτήρα. Κι εκεί ακριβώς σπάζει ο κύκλος  της  αδιέξοδης   ερμητικότητας   κι απελευθερώνεται  ενέργεια προς όλα τα μήκη και τα πλάτη του  ποιητικού σύμπαντος, πράγμα  που ασφαλώς είναι  και  το  ζητούμενο στη  συγγραφική πράξη. Μόνο  σε τέτοιες  στιγμές  εκρήξεων και ταλαντώσεων γεννιέται   ανθεκτικός  στη φθορά  των αναγνώσεων λόγος.
      Η  εσωτερικότητα, η πάσχουσα συνείδηση που ανακουφίζεται μέσω της εξωτερίκευσης των παθών στο  μελάνι, η εστίαση της ιδέας  στην προσωπική οδύνη, η πρωτοπρόσωπη απόδοση  της  ευαισθησίας, ο  βιωματικός  χρωματισμός του  λόγου, η συρραφή στιγμιοτύπων  από  το   βαθύτερο «είναι» , η συνύπαρξη υπερβατικών και ρεαλιστικών  στοιχείων είναι παρόντα  και  στο  παρθενικό έργο  του Χρήστου Μαρτίνη  «Το ξένο φως». Από  τις πρώτες  λέξεις δίνεται το σύνθημα :  ακολουθεί  πνιγμός και όσοι έχουν το σθένος να επιπλεύσουν ευπρόσδεκτοι ( καλό μου ναυάγιο πάλι  βαπτίσου στο χάλκινο φως) . Έπειτα  σε  άλλα  δεκαοκτώ   αριθμημένα, πλην άτιτλα, ποιήματα  και σε άλλα δύο τιτλοφορημένα, ξεδιπλώνεται το γεωλογικό ανάγλυφο μιας  ευάλωτης  ψυχοσύνθεσης που με έντεχνες  δονήσεις προσπαθεί να κάνει το δικό της υπέδαφος μήτρα  καθολικών  εμπειριών. Μέσα  σε αυτό το υπέδαφος ο προσωπικός πόνος  στερεοποιείται, γίνεται ορυκτό που εξορύσσεται  όχι μόνο με την  καρδιά αλλά και με το μυαλό, και κόβεται στο τέλος σε  μικρά πετράδια με το σχήμα ποιημάτων.
    Στο  ίδιο υπέδαφος ανιχνεύονται  καταβολές  από  προγενέστερα  εκφραστικά  σχήματα και τάσεις  του νεοελληνικού , και όχι μόνο, ποιητικού  λόγου : οι παραλογές (στο  τελευταίο ποίημα της  συλλογής με τίτλο «Του καταραμένου») , τα τραγούδια των κοντραμπατζήδων (όσο κι αν το προσπάθησα ρούκουνα να σου μοιάσω/ φλώρος εγώ μάγκας εσύ κι έτσι πηγαίνω πάσο) , η στιχουργία των ιθαγενών της Αμερικής (κάθομαι δίπλα στον σωριασμένο ήλιο/ και προσπαθώ να θυμηθώ/ ένα  τραγούδι /κανένα  τραγούδι δεν είναι  δικό μου/ είμαι άρρωστος ) , η αρχαία  ελληνική επιγραμματοποιία (αν σας ρωτήσουν/ να πείτε κάτι τραγικό /πως τράκαρε καβάλα σε μια  μηχανή/ στην άγρια κόντρα με το χρόνο/ ή πως τον έσφαξαν σ’ ένα κωλόμπαρο της  εθνικής οδού/κάποια θλιμμένη πέμπτη/ να  βρείτε κάτι πειστικό/ μην πείτε απλώς πως πέθανα/ μην πείτε  την αλήθεια    : Ας προσεχτεί   εδώ  ότι οι στίχοι μοιάζουν με μία επιτύμβια παράκληση την οποία απευθύνει ο νεκρός προς  τους διαβάτες που  επισκέπτονται τον τάφο του)  , η καρυωτακική ειρωνεία  (αιτήθηκα πρωτόκολλο κοινό για το κορμί μου οι  υπεύθυνοι αρνήθηκαν λόγω νομολογίας μου τόνισαν κύριε το σύστημα δεν το υποστηρίζει τις εγκυκλίους μου έδειξαν αποφάσεις χίλια εκατό του έβδομου κάθετος δύο χιλιάδες εικοσιπέντε  είκοσι του ενενήντα  πέντε )) , η θεατρική  υφή   της τραγικής  ποίησης (το  ποίημα «Ελένη» θα  συνιστούσε κάλλιστα έναν χειμαρρώδη   μονόλογο σε μια υποτιθέμενη τραγωδία)  απαντούν σε  μικρότερο ή μεγαλύτερο  βαθμό  στα σπλάχνα της ποίησης του Μαρτίνη.
     Ο ποιητής βεβαίως φέρνει στα μέτρα της δικής του ποιητικής  όλες αυτές  τις  καταβολές, αφήνοντάς  τες να λειτουργούν  δυναμικά και να  επιδρούν στο βαθμό που δε νοθεύεται η καλλιτεχνική  αυτονομία του. Άλλοτε πάλι τις εμβολιάζει με μοντέρνους τρόπους  έκφρασης, ώστε η τελική εντύπωση να  τις  εκτοπίζει  στο παρασκήνιο. Στο  τελευταίο ποίημα της συλλογής, για παράδειγμα, «Του καταραμένου» η θεματική και στιχουργική πλοκή που παραπέμπουν στο είδος των παραλογών, κρύβονται επιδέξια κάτω από το σχήμα μιας μοντέρνας ποιητικής αφήγησης και μόνο με μία αναπροσαρμογή του τρόπου ανάγνωσης  των στίχων  ακούγεται καθαρά  ο δεκαπεντασύλλαβος  ρυθμός.
    Χαρακτηριστικό, επίσης, είναι ότι η όποια αίσθηση συντριβής αποπνέουν οι στίχοι επενδύεται με κύριο υλικό τον ήλιο, η συχνή παρουσία του οποίου λειτουργεί ως αντίβαρο που δεν επιτρέπει  σε όλη αυτή τη σκοτεινή  διάθεση να γίνει ένας κουραστικός πεσιμισμός. Υπάρχει πάντα ένα χαλινάρι που συγκρατεί την υπερβολή και φέρνει το συναίσθημα αντιμέτωπο με το μυαλό. Στο κέντρο  δε της συλλογής  ενεργοποιείται σοφά το  μοτίβο της θεραπευτικής  επενέργειας της ποίησης με ένα ποίημα που  αποτίνει φόρο τιμής  στα «ιαματικά» τραγούδια (medicine  songs) των Ινδιάνων. Ο πάσχων ποιητής, κατά το πρότυπο του καβαφικού Ιάσονος Κλεάνδρου αλλά με μία διαφορετική υφολογική προσέγγιση, εναποθέτει την ελπίδα  της σωτηρίας  του στα χέρια της ποίησης, παρόλο που, όπως γράφει και ο  Καρούζος, τα ποιήματά του  καταλήγουν να είναι  «ενθύμια φρίκης» ,
   Έτσι, το ρημαγμένο σώμα και το ναυάγιο ταυτίζονται(τρίζει το σώμα σαν σάπια καρίνα), ο ήλιος γίνεται κάτι σα συσίφειο  βάρος (ένα βράχο-τον ήλιο- κουβαλώ στις πλάτες μου), η αγωνία να αποτυπωθεί στη γραφή  η εμπειρία προτού εκφυλιστεί υπονομεύεται από την τελική συνειδητοποίηση της αδυναμίας(να γράψουμε/πριν μας τελειώσει η εποχή....όμως/ πώς να κρατήσεις βράχο με τα χέρια σου/πώς να  δεθεί ο χείμαρρος με το σκοινί) και αλλού στήνεται ένα αινιγματικό  σκηνικό αναμονής που θυμίζει  φιλμ νουάρ (τις επόμενες μέρες θα λάβεις από μένα μια σακούλα/θα την αδειάσεις στο τραπέζι της κουζίνας/θα χυθούν οι σπασμένες ακτίνες του ήλιου). Πιο  κάτω, ο ποιητής διαμαρτύρεται για τον τυπολατρικό ξεπεσμό της ανθρώπινης ποιότητας(σφράγισαν τις ανάσες μου με στρογγυλή σφραγίδα και με αρχειοθέτησαν ως πράξη τελική), δημιουργεί μια καρικατούρα  φυλακής όπου τα δεσμά και ο δεσμοφύλακας απομυθοποιούνται (βγήκα  να αγοράσω συρματόπλεγμα/ μα δεν περίσσευε καθόλου/ για φυλακές δίναν  βελόνες και  κλωστές/ κι ένα παιδί κρατούσε τα κλειδιά) ,αντιμετωπίζει τους στίχους ως επικάλυψη  νοσηρών στιγμών (και αν τους στίχους αφαιρέσεις με νυστέρι /θα μείνει-επιτέλους- να βρωμίζει τον αέρα/ το κουφάρι από το άγιο καλοκαίρι) , αγωνιά για την τύχη μιας αναπάντητης  ικεσίας (ίσως δεν πρόσεξαν την κλήση την κραυγή/ ίσως να μη μετέφεραν σωστά  την ικεσία)  και  αναγραμματίζει  την κατάληξη του μύθου  της  Ελένης, βάζοντας στο στόμα ενός σύγχρονου Μενελάου έναν περιπαθή αναθεματισμό (ανάθεμα την ώρα σου που γύρισες/ φύγε ξανά και μάζεψε ό,τι μπορείς πριν το φευγιό σου) .
   «Ενθύμια φρίκης» λοιπόν  αυτά τα ποιήματα του Χρήστου Μαρτίνη. Πλην  όμως  τα τιθασεύει ο λόγος και τα αναβαπτίζει σε μαρτυρικές καταθέσεις ενός  υποσυνείδητου σε αναμονή για  αποκαλύψεις.
Κώστας  Τσιαχρής 



Δευτέρα 13 Αυγούστου 2018

   Κώστας   Τσιαχρής   " Ὅτι  σοῦ ἐστιν... "




Ότι  έφερε  η βροχή μια  συνάντηση
Λες  κι οι σταγόνες ήταν ένα  δώρο που έπρεπε να μην  εξατμιστεί απ'το πρόσωπο
Ότι  σε  κοίταξα κι ένιωσα ένα βάθος να  αρχινά και  να τελειώνει  την ανάμνηση
Ότι  εκεί   ίσως  κάποια  αλλοτινή  στιγμή
περνούσαν  χελιδόνια  κι   έπαιρναν
από τα μάτια σου σποράκια φως
για να χτίσουν μια   φωλιά  τόσο  ταπεινή
που κι ο Θεός θα  τη ζήλευε
Ότι  ακούστηκε  το  κλακ   στη  σκανδάλη
όπως   σημάδευε  το  στόμα  μου τις   λέξεις   σου
να ρίξει   στο ψαχνό να γονατίσει την κορμοστασιά  τους
Ότι  έπεσαν   με κρότο  έπεσαν με τη σειρά
η αντίσταση  ο  δισταγμός η βολική  αναμονή 
Ότι στο τέλος   στήθηκαν με   τόση  ποίηση  κορμιού  τα σκηνικά
που   σαν  να  μοίρασες σε μένα  και  στην  Άνοιξη  καινούριους   ρόλους 



Κυριακή 5 Αυγούστου 2018

Κώστας Τσιαχρής "Κυοφορία"


Σήμερα
πρώτη μέρα
κλώτσησες
λεξούλα-αγγελούδι
Έρωτα
κι ένιωσα 
το χτύπημα
Άνοιξα την πόρτα
πέφταν χρώματα
δασείες
ονόματα
Έκανα  για σένα
όνειρα
να μπεις σε κείμενο
να γίνεις υποκείμενο 
και να τινάξεις
από πάνω σου
το σάλιο
της φριχτής
της καθημερινής
φθοράς 

5/8/2018 



Παρασκευή 3 Αυγούστου 2018

Κώστας Τσιαχρής "Μάθημα Μουσικής"


Ακόμη  μια  φορά
αγαπημένο   βάρος  
σφίξε με
και  βγάλε 
απ'τις  κλειδώσεις  μου
τη  μουσική
Βάλε  ξανά  τη  γλώσσα  σου 
κλειδί
μέσα  στο  στόμα  μου
ν' ανοίξω νότες
που άφηνα   κλειστές
πάνω  σε τούτο 
το  πεντάγραμμο
το  σώμα   μου
με   τις   αμίλητες   αισθήσεις
τις  ακίνητες χορδές

3/8/2018



Σάββατο 28 Ιουλίου 2018

Κώστας Τσιαχρής "Καρυάτιδα"


Δεν  κουβαλάω άλλους αιώνες  στο κεφάλι μου
κι ας  με τρυπάει  από τα μάτια  ως τον ύπνο
αυτή  η αποχή
Δε  ζευγαρώνω αδιάντροπα μ' άλλους τουρίστες
Έφτασε ο χρόνος  κατεβαίνω απ' τις ευθύνες
Αν λίγο έμεινα το δροσερό  κορίτσι
θα πετάξω αυτά  τα   μάρμαρα απ' τα στήθια μου
θα φτύσω το λευκό
θα κοιμηθώ το μαύρο
Και  θα' ρθει -το φωνάζει- οργασμός
Με μια γροθιά στο ακίνητο  θα ξεχυθώ
και θα  λερώσω με το σπέρμα
ωραίων αγοριών
χιλιάδες μέρες  έξω    απ' το γυμνό






Παρασκευή 27 Ιουλίου 2018

Κώστας Τσιαχρής "Μικρός Ερωτικός"






Αγαπώ
με το  ύφος  των  θηρίων
με  το μαντήλι  ανέμελα  στην τσέπη
με   εξαιρέσεις
Πάντοτε  σαν άγγελος
που τα φτερά  φυτρώνουν  στο  όνειρό  του
Χτυπώ τις  πόρτες  των  αμαρτωλών
και  με καλωσορίζουν  οι αμαρτίες
που  άλλοι  πρόφτασαν να ζήσουν
αγαπώ
και   λέω την  ποίηση πνιγμό
που  παίρνει φόρα από την άβυσσο
ως τα πέριορα   του πόθου
αγαπώ 
σε μια διάλεκτο  που πλάθουν
τ' αστέρια
σε  κάτι  κρυψώνες  μέσα  στα  λόγια  των παιδιών
αθόρυβα   και  ύπουλα 
για  να  σκεπάζονται  οι εστίες  της  φωτιάς
για  να  φαντάζει  το  πυράκτωμα  βολτούλα    στη  βροχή 
αγαπώ 
με  μια   γεωμετρία  που ακυρώνει  κάθε  σχήμα
μ' ένα   σώμα  κάθετο   οριζόντιο επικλινές
κάτω απ'το   βάρος  μιας  εκδίκησης
για όσα χάδια  σκόνταψαν  στο  χέρι  της μητέρας 
αγαπώ
με  παρωπίδες
με  ηλεκτροφόρα   σύρματα
τριγύρω από τα μπράτσα
με  δόκανα ή  αθέατες καταπαχτές
για όσους  αφελείς
αγαπώ
και λέω ευτυχώς που ο Θεός
έφτυσε λίγο ουρανό
για να' χουν  να ακουμπήσουν κάπου 
οι  συννεφιές μας 




Τετάρτη 27 Ιουνίου 2018

Δημήτριος Μουζάκης Τρία ποιήματα

Ι

Ω πόσο μ’ αρέσει να ψηλαφώ
τα αγγεία του στήθους σου.
Ψέματα.
Πόσο μ’ αρέσει να ψηλαφώ
το στήθος σου
μ’ όλο το αίμα και το γάλα του
και το ζεστό παλμό του
κι όλο το σμήνος των περιστεριών
π’ απλώνει τ’ αφροσύννεφα στο χόρτο.
Λυγίζει ο ήλιος, σφάζεται, σφαδάζει
τη θηλή σου ρουφά των οδόντων
ο πολφός μου

ΙΙ

Θα κόψω τη μέρα που ήρθες στη ζωή μου
Από το σώμα της ζωής μου
Και θα τη βάλω σ’ ένα ανθοδοχείο
Να τη ζωγραφίσει ο Θεός.

ΙΙΙ

Μυστικό εσώρουχο
κρύβεται μέσα στο χορό σου
σιγά σιγά το βγάζεις και γελάς.
Τίποτα δε μου κρύβεις
όταν η γλώσσα μου σ’ αρπάζει
μέσα στο στόμα μου ουρλιάζεις και γεννάς.
Θάλασσα από γιασεμί
πίνει του Δία το κεφάλι
ανάμεσα στα πόδια σου
εκκλησιάζονται οι Θεοί.


Όταν ο ποιητής μπορεί και γράφει κάτι που να ξεπερνά τα δικά του τα κύτταρα και ν’ απλώνεται στη μιλιά, στην ανάσα, στο μεδούλι  μας , όταν οι στίχοι του χαράσσονται στο  πριν και στο ύστερα των συναισθημάτων μας  κι από κάθε λέξη σηκώνεται ομορφιά κι ανακατεύει  αθόρυβα  το αίμα μας , ας είναι τότε βέβαιος ότι  δε χτύπησε άδικα το τζάμι της  ποιήσεως  κι ότι  δεν μας ξεσήκωσε   από τη ραθυμία  μας  χωρίς αιτία. Εδώ  ο ποιητικός λόγος   έχει ως αφετηρία του το προσωπικό βίωμα,   η γραφή   απαθανατίζει  , άλλοτε με  αφαιρετικό κι άλλοτε με περιγραφικό τρόπο , στιγμιότυπα από βαθιά συναισθηματικά  δρώμενα   κι   ο  ατομικός λυγμός  κατορθώνει   να     μεταβληθεί   σε  καθολική  λυρική στιγμή . Ο  Δημήτρης  Μουζάκης  συντάσσει με ανεπιτήδευτο αλλά  και  χειρουργικά έντεχνο  ενθουσιασμό  τις  λέξεις του. Κάθε επιφώνημα , κάθε συλλογισμός, κάθε  παλμός του αίματός του μεταφέρονται στο  χαρτί  με μια ειλικρίνεια που γοητεύει  και διαπερνά  σα βέλος  την ανάγνωση. Η  εξομολόγησή του είναι  πλατιά, αισθαντική, γαλήνια, τρυφερή, μελωδική , αποκαλυπτική. Ξεσκεπάζεται και  μας καλεί να φωτογραφίσουμε τα τρωτά του μέρη. Καθιστά ερωτικό ίνδαλμα το αγαπημένο του πρόσωπο, χαρίζοντας του το φως του λόγου. Και στο τέλος, όπως συμβαίνει πάντοτε με την αληθινή ποίηση, απομένουμε με την εντύπωση πως  ,αφού γευτήκαμε το όλο, είναι σα μην έχει τίποτε ακόμη  ειπωθεί οριστικά. Με αυτή την ηδονή του ανολοκλήρωτου.

Κώστας   Τσιαχρής 


Τρίτη 26 Ιουνίου 2018

Κώστας Τσιαχρής Dura lex ,sed lex


Ασφαλώς  δεν είναι  της στιγμής
οι  όποιες αντιρρήσεις
ο  βαθύς θυμός
η σκέψη για παροξυσμούς
ή για περίπατο  σε ναρκοπέδια
που  άλλωστε δεν έχουν θέση
σ'ένα μικροσκοπικό μυαλό
Προέχει η  αφοσίωση
το  βλέμμα στην καρδιά του νόμου
η ευθυγράμμιση σκοπού κι απελπισίας
Με  τη σκέψη
            τη συγκίνηση
                             το δέος
στο   σοφό γέροντα
που  κατάπιε τον νόμο σα φαρμάκι
και τον έκανε ν'αγιάσει
μες στις φλέβες του
φωνάζοντας πως
από μέσα του χαλάει ο άνθρωπος
-Δεν  είναι οι  βροχές
Από μέσα του σηκώνει ερείπια
-Δεν είναι η ποίηση
Και  δεν ακούει όταν
τα πάντα  ξεφωνίζουν Άνοιξη
Έχει έναν τρόπο να  μαραγκιάζει
μέσα του τον κόσμο ο άνθρωπος




Τετάρτη 4 Απριλίου 2018

Κώστας Τσιαχρής "Το Κατά ηδονήν Ευαγγέλιον"





Είμαι χωμάτινος
Βουλιάζω
απ' το βάρος μιας  αράχνης
Η αγωνία μου
λιώνει  χιλιόμετρα
μέσα  στο στήθος
ώσπου ν' ακουμπήσει 
μια   συγχώρεση

Για τα λάθη που πληρώθηκαν
σε λάθος  τόπο
Για τους  δεσμώτες 
που ξεκίνησαν την έξοδο
χωρίς μια συμφωνία κυρίων
για τα μετέπειτα
Για  το πάντοτε  και το ποτέ
Λες  κι όλα τα μελλούμενα
αφήνουν κατακάθι στο παρόν
Ότι απ' τον άνθρωπο
περισσεύει  πάντα 
ένα κομμάτι τέρας
Ότι από μόνη της
μια τέτοια  ηθική
γεννάει  ελπίδα

Άμποτε
να σηκωθεί  σαν ευαγγέλιο
Άμποτε 
ένα λουλουδάκι
τρίζοντας  τα δόντια
σε όσους πήραν για παράδεισο
τα δεκαπέντε εκατοστά
της ηδονής  τους